Τίποτε δεν αλλάζει. Η πιο ελάχιστη πλευρά του κόσμου είναι η αλλαγή. Από ανεπαίσθητη έως μηδαμινή. Και κυρίως, μια αυταπάτη. Τη χρειαζόμαστε την αλλαγή, την αναζητούμε, αλλά δεν την έχουμε, απλώς γιατί δεν υπάρχει. Πάντα χρειαζόμαστε κι αναζητούμε αυτό που δεν υπάρχει. Δεν μας αρκεί το υπαρκτό. Αυτό είναι το λάθος μας, αναπόφευκτο όμως. Είναι στη φύση μας να τα περιμένουμε όλα από αυτό που δεν υπάρχει για να μας τα δώσει. Έτσι χάνουμε τη ζωή μας. Αλλά και δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να την κερδίσουμε. Από τις λύσεις, που είναι πάντα δύο, διαλέγουμε την τρίτη, την ανύπαρκτη. Πώς περιμένεις να κάνουμε κάποιο βήμα προς την ωριμότητα, την αυτογνωσία; Αυτό το βήμα δεν θα γίνει ποτέ. Δεν μπορεί κανείς να το κάνει. Στριφογυρίζουμε μέσα σ’ ένα περιστρεφόμενο πηγάδι που δεν ξέρουμε αν είναι το πηγάδι που περιστρέφεται ή εμείς.
Ο ΓΚΡΙ
Μοιάζεις με κάποιον που έχει προσφέρει το σπουδαιότερο δώρο στον εαυτό του.
Ο ΜΟΒ
Παραλλαγές.
Ο ΓΚΡΙ
Το νόημα της ζωής.
Ο ΜΟΒ
Παραλλαγές. Παραλλαγές.
Ο ΓΚΡΙ
Η ζωή.
Δημήτρης Δημητριάδης, Ο Κυκλισμός του Τετραγώνου, εκδ. Νεφέλη
La Vie (1903) - Pablo Picasso
'Μιλάει ο Ουελμπέκ για οικονομία; Όχι, θα πείτε, και θα έχετε δίκιο; Όπως κάθε μεγάλος συγγραφέας, μιλάει για ό,τι μιλάει κάθε ποιητής ή συγγραφέας από καταβολής της γλώσσας ή της γραφής, όπως ο Όμηρος στην Ιλιάδα, όπου το πεπρωμένο καταδιώκει τον Έκτορα, ο Ρονσάρ στο «Ανοιξιάτικο Ρόδο» ή ο Προυστ στο Αναζητώντας: μιλάει για τη μη αναστρεψιμότητα του χρόνου. «Υπάρχει μια ιδέα, μία μόνο, που διατρέχει όλα μου τα μυθιστορήματα, σε σημείο εμμονής καμιά φορά, και είναι η ιδέα της απόλυτης μη αναστρεψιμότητας κάθε διαδικασίας κατάπτωσης, άπαξ και ξεκινήσει». Όμως η φιλελεύθερη οικονομία βασίζεται στο αξίωμα της ανυπαρξίας του βέλους του χρόνου, όπως και η νευτώνεια μηχανική, δηλαδή στην αναστρεψιμότητα του χρόνου. Οι τιμές ανεβαίνουν, αλλά ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης θα τις κάνει να πέσουν. Η ανεργία αυξάνεται, αλλά η πτώση των μισθών θα την κάνει να μειωθεί κ.ο.κ. Όλα τακτοποιούνται στο τέλος. Εξαντλούνται οι πόροι; Η παραγωγικότητα θα λύσει το πρόβλημα. Εξαφανίζονται τα είδη; Ο άνθρωπος θα δημιουργήσει καινούργια. Όλα οδηγούν πάντα στην ισορροπία, ακριβώς όπως ένας βόλος που πετιέται μέσα σ’ ένα μπολ τελικά σταθεροποιείται μετά από έναν ορισμένο αριθμό ταλαντώσεων που αντιστοιχούν στο παιχνίδι της προσφοράς και της ζήτησης. Αυτό το αξίωμα της αναστρεψιμότητας επικρίθηκε φυσικά από τους «ιστορισκιστές» οικονομολόγους (Μαρξ), και ομοίως από τον Νικόλας Γκεοργκέσκου-Ραίγκεν, τον μόνο που επιχείρησε να εφαρμόσει την έννοια της εντροπίας στην οικονομία, και πάντα από τον αγαπητό μας Κέινς, ο οποίος χρησιμοποιούσε την εικόνα της ηρεμίας μετά τη θύελλα για να αξιολογήσει τον φιλελεύθερο μύθο της ισορροπίας μετά το παιχνίδι της προσφοράς και της ζήτησης: μετά από κάθε θύελλα επανέρχεται η ηρεμία, όπως επανέρχεται και η ισορροπία, μόνο που στο μεταξύ ο κόσμος μπορεί και να έχει καταστραφεί. Αλλά το κυρίαρχο ρεύμα των οικονομολόγων, οι νομπελίστες, οι ειδικοί, οι σύμβουλοι, περιφρονούν τον Μαρξ ή τον Γκεοργκέσκου-Ραίγκεν, και ακόμα περισσότερο τον Κέινς.
Ο Ουελμπέκ μιλά λοιπόν για οικονομία ενάντια στους οικονομολόγους, που δεν μπορούν να συλλάβουν καμία κατάπτωση ή μη αναστρεψιμότητα. Τα φληναφήματα περί τέλους της ιστορίας α λα Φουκουγιάμα ή περί αναπαραγωγής α λα Μπουρντιέ τον κάνουν να χαμογελά. Η εντροπία εφαρμόζεται και στο ίδιο το ανθρώπινο είδος, που έχει εκκινήσει με τον πολιτισμό του τη διαδικασία κατάπτωσής του και αύξησης της αταξίας. Κι εφαρμόζεται επίσης στον καπιταλισμό. Καθένας εκκινεί τη δική του διαδικασία κατάπτωση γερνώντας. Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία. Ό,τι χάνεται, χάνεται για πάντα. Η ζωή δεν έχει δεύτερο γύρο. Είναι, άραγε, αυτή η κατάπτωση που βρίσκεται στη ρίζα της μοχθηρίας και του κακού που κομίζουν τα αρσενικά; Το δίχως άλλο. Οι γυναίκες, αντίθετα, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε, υφίστανται τη βία, τα βασανιστήρια, τα χτυπήματα, όπως όλοι οι αδύναμοι, όπως ο Μπρυνό, ο μικρός οικότροφος των Στοιχειωδών σωματιδίων, ο οποίος υφίσταται τα βασανιστήρια των φασιστοειδών του κοιτώνα του και το απαίσιο γέλιο των νικητών. Σαρκασμός και κυνισμός – οι μαστοί του πολιτισμού μας.'
Μπερνάρ Μαρίς, Ο Ουελμπέκ ως Οικονομολόγος, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
'Part II' [album: Black Bombaim & Peter Brötzmann (2016) - Black Bombaim
'Συνοψίζοντας τη βαθειά ιδιοσυγκρασιακή του γραφή, ο Γάλλος φιλόσοφος Ζιλ Ντελέζ περιγράφει το γράψιμο για τρίτους σαν ένα είδος σοδομίας ή «άμωμου συλλήψεως»: «σαν να παίρνεις έναν συγγραφέα από πίσω και να του κάνεις και παιδί» [...]. Ο Ντελέζ σπεύδει όμως να καθαρίσει ότι δεν πρόκειται για σκέτη παραποίηση. Όταν γράφει για άλλους φιλοσόφους περιορίζεται αυστηρά στα λεγόμενα του αρχικού συγγραφέας και εστιάζει «στις μεταβολές, τα γλιστρήματα, τις μεταθέσεις και τις κρυφές παραλήψεις» ώστε «να του χαρίσει ένα νεογέννητο που όμως δεν παύει να είναι ταυτόχρονα ένα τέρας» [...]. Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε που ο Ντελέζ έκανε αυτά τα σχόλια και έχει πλέον αποκτήσει και ο ίδιος πολλά δικά του τερατάκια: ρι-ζόμπι χωρίς ρίζες, μεταφυσικούς του ιλίγγου, ευέξαπτους γεωνατουραλιστές, μαγεμένους υπερβασιακούς, γεμάτους πάθος μελετητές του συναισθήματος. Η δική μου πρόθεση είναι να του δώσω ένα ακόμα παιδί που φέρει το επίθετό του: «Σκοτεινός Ντελέζ». Ο Ντελέζ είπε κάποτε σε έναν φίλο του ότι κάθε βιβλίο που αξίζει τον κόπο φέρνει σε πέρας τουλάχιστον τρεις λειτουργίες: α) την πολεμική, β) την ανάκτηση, γ) τη δημιουργία. Γράφοντας το βιβλίο, ο συγγραφέας πρέπει να δείξει: πρώτον, ότι οι υπάρχουσες μέχρι τότε απόψεις είναι λανθασμένες, δεύτερον, ότι λείπει η βασική αίσθηση των πραγμάτων, και τρίτον, ότι παρόλα αυτά μια ένα έννοια μπορεί να δημιουργηθεί. Διαβάζοντας το βιβλίο μου θα βρείτε και τα τρία. Πρώτον, αντιτάσσομαι στον «κανόνα της χαράς» που εξυμνεί τον Ντελέζ σαν έναν αφελή στοχαστή της κατάφασης και της συνδεσιμότητας. Δεύτερον, επανακαθιστώ την καταστροφική δύναμη της αρνητικότητας καλλιεργώντας «το μίσος για αυτό τον κόσμο στον οποίο ζούμε». Τρίτον, προτείνω μια συνωμοσία εναντιωματικών όρων που αποκλίνουν από το χαρωπό εγχείρημα της δημιουργικότητας.'
'Οι αγελάδες μας προσφέρουν την καλύτερη απεικόνιση της εστεμμένης αναρχίας, ή αλλιώς της «νομαδικής κατανομπής» [...]. Όταν βόσκουν εφαρμόζουν μια πρακτική αυτο-νομίας ακολουθώντας μια αυτορυθμιζόμενη νομή [nomos], δηλαδή έναν καθιερωμένο τρόπο κατανομής στον ανοιχτό χώρο («γενικότερα στον μη -περιορισμένο χώρο που μπορεί να είναι ένα δάσος, ένα λιβάδι δίπλα από ένα ποτάμι, μια πλαγιά», γράφει ο Emmanuel Laroche στη σ. 116 της ετυμολογικής μελέτης του). Έτσι, «δίνουν το στέμμα» στο στοιχείο αυτό που κάνει το κάθε τοπίο να ξεχωρίζει, όπως στην περίπτωση των ζώων που τρώνε το γρασίδι και με την κοπριά τους παρέχουν ξανά λίπανση στο χώμα. Η νομή αποτελεί κομμάτι μιας μεγαλύτερης οικογένειας λέξεων με ρίζα το νεμ- που εξετάζει ο Laroche, μεταξύ των οποίων οι νομάδες και η διανομή, ο νόμος (αυτό που έχει καθιερωθεί ως έθιμο), ο νομός (το βοσκοτόπι ή η περιοχή του ελέγχου), το νομεύω (οδηγώ τα κοπάδια στη βοσκή), ή νέμησις (η επικράτεια που απονεμήθηκε σε κάποιον), ο νομάρχης (κυβερνήτης) και οι νόμοι (το δίκαιο). Η πιο αμφιλεγόμενη πτυχή του επιχειρήματος του Laroche είναι η θέση του ότι τα αρχαία ελληνικά είναι η μοναδική από τις ινδο-ευρωπαϊκές γλώσσες που είναι ποιμενική, πράγμα που σημαίνει ότι η σολωνική έννοια της νομής-νόμου ως αποτέλεσμα κρατικής διευθέτησης προδίδει τις νομαδικές ρίζες της λέξης. Με το πέρασμα των χρόνων, η νομή χάνει τη νομαδική κληρονομιά της και μετατρέπεται σε διοικητική ιδιοποίηση, κατανομή και χρήση της γης [...]. Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής μάλιστα, η νομή συνδυάζεται με το νοικοκυριό (οίκο) για να δώσει το όνομά της στην οικονομία, μια λέξη που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ένα ποίημα του Φωκυλίδη στο οποίο οι γυναίκες συγκρίνονται με τα ζώα: τα σκυλιά, τις μέλισσες, τα αγριογούρουνα και τα άλογα με μακρά χαίτη [...]. (Ο Φωκυλίδης προτείνει μάλιστα στον φίλο του να παντρευτεί τη μέλισσα επειδή είναι καλή νοικοκυρά - αγαθή οικονόμος [...]). Ο Μαρξ δείχνει όμως στο κεφ. 7 του Κεφαλαίου ότι ξέρει καλά πως «αυτό που διακρίνει τον χειρότερο αρχιτέκτονα από την καλύτερη μέλισσα είναι ότι εκείνος στήνει το οικοδόμημα στη φαντασία του πριν το χτίσει στην πραγματικότητα». Σίγουρα υπάρχουν υπολείμματα σπισισμού στο σχόλιο του Μαρξ αλλά παρά ταύτα θεωρεί ότι ο τρόπος που τα ζώα βιώνουν τον κόσμο (Umwelt) είναι επαρκώς σύνθετος για να μπορούν να παράγουν πολλά πράγματα («η τέχνη δεν περιμένει τον άνθρωπο για να ξεκινήσει») [...]. Ωστόσο, ο τρόπος που οι άνθρωποι και οι αγελάδες «δίνουν το στέμμα» στον χώρο που καταλαμβάνουν διαφέρει πολύ. Έτσι, πρέπει να μας απασχολεί περισσότερο ο τρόπους που κατασκευάζουν τον κόσμο παρά τα αφοδεύματα με τα οποία τον καθαγιάζουν.'
Body 16-1 (2016) & From Drawing 18-1 (2018) - Chie Aoki
'ΚΑΣΣΙΡΕΡ: Τι καταλαβαίνει ως νεοκαντιανισμό ο Χάιντεγκερ; Ποιος είναι ο αντίπαλος ενάντια στον οποίο στρέφεται ο Χάιντεγκερ; Νομίζω ότι μετά βίας υπάρχει έννοια τόσο ασαφώς προσδιορισμένη όσο ο νεοκαντιανισμός. Τι αναδεύει ο Χάιντεγκερ όταν στη θέση της νεοκαντιανής κριτικής βάζει τη φαινομομενολογική δική του; Ο νεοκαντιανισμός είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της νεότερης φιλοσοφίας. Μου λείπει ο πραγματικός νεοκαντιανός. Θα ήμουν υπόχρεος για μια διευκρίνηση του πού ακριβώς υπάρχει η αντίθεση. Δεν πρέπει να καταλαβαίνει κανείς την έννοια «νεοκαντιανισμός» ως ουσίας αλλά ως συνάρτηση. Το θέμα δεν είναι η φιλοσοφία ως δογματικό σύστημα διδασκαλίας, αλλά μια κατεύθυνση της ερωτηματοθεσίας. Πρέπει να ομολογήσω ότι βρίσκω τον Χάιντεγκερλ νεοκαντιανό, περισσότερο απ’ ότι περίμενα. ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ: Αν πρέπει κατ’ αρχάς να πω ονόματα, λέω: Κοέν, Βίντελμπαντ, Ρίκερτ, Έρντμαν, Ριλ. Τι κοινό υπάρχει στον νεοκαντιανισμό μπορεί να το καταλάβει κανείς μόνο από την καταγωγή του. Η γένεσή του εδράζεται στην αμηχανία της φιλοσοφίας γύρω από το ερώτημα του τι μέσα στο όλον της γνώσεως απομένει αποκλειστικότητάς της. Γύρω στο 1850 φαίνεται σαν οι πνευματικές και οι φυσικές επιστήμες να έχουν καταλάβει το όλον του γνωστού, έτσι που προκύπτει το ερώτημα: Τι μένει ακόμη για τη φιλοσοφία, αν το όλον του όντος το έχουν μοιραστεί οι επιστήμες; Μένει μόνο η γνώση της επιστήμης, όχι του όντος. Και αυτή η οπτική καθορίζει έπειτα την επιστροφή στον Καντ. Συνέπεια τούτου είναι ότι αντιμετωπίστηκε ο Καντ ως θεωρητικός της φυσικομαθηματικής γνωσιοθεωρίας. Η γνωσιοθεωρία είναι η άποψη από την οποία είδαν τον Καντ. Ο ίδιος ο Χούσσερλ μεταξύ 1900 και 1919 υπήρξε με μια έννοια δέσμιος του νεοκαντιανισμού. Καταλαβαίνω ως νεοκαντιανισμό την αντίληψη της κριτικής του καθαρού λόγου που ερμηνεύει το κομμάτι που αφορά υον καθαρό λόγο και φτάνει ώς την υπερβατολογική διαλεκτική – ως θεωρία της γνώσης που έχει να κάνει με τη φυσική επιστήμη. Αυτό που θέλω να δείξω είναι πως ό,τι εκλαμβάνεται εδώ ως θεωρία των επιστημών δεν ήταν το σημαντικό για τον Καντ. Ο Καντ δεν ήθελε να δώσει μια θεωρία της φυσικής επιστήμης, ήθελε να δείξει την προβληματική της Μεταφυσικής, και δη της Οντολογίας. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δείξει αναλυτικά πώς εντάσσεται αυτός ο πυρήνας του κεντρικού μέρους της Κριτικής του καθαρού λόγου στην Οντολογία. Στηριζόμενος στην ερμηνεία μου της Διαλεκτικής, που την βλέπει ως Οντολογία, πιστεύω ότι μπορώ να δείξω πως το πρόβλημα του φαίνεσθαι –στην Υπερβατολογική Λογική, όπου για τον Καντ υπάρχει μόνο αρνητικά ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει κατ’ αρχάς– είναι ένα θεματικό πρόβλημα, και ότι πρέπει να τεθεί το ερώτημα: Το φαινόμενο είναι μόνο γεγονός που διαπιστώνουμε ή μήπως πρέπει το όλο πρόβλημα του Λόγου να εννοηθεί έτσι που να καταλαβαίνει κανείς εκ των προτέρων πώς το φαίνεσθαι ανήκει υποχρεωτικά στη φύση του ανθρώπου;
από το Η Διαμάχη στο Νταβός, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλος, εκδ. Έρμα
* * *
'Προκαλεί το γέλιο καθετί που διαψεύδει την έννοιά του, δηλαδή επειδή η έννοια είναι ως ουσία το δυνάμει, καθετί που διαψεύδει μια προσδοκία του τι θα έπρεπε να είναι. Όσο πιο σαφής η διάψευση, τόσο πιο καθαρό το γέλιο. Υπάρχουν όμως φορές που το γέλιο κουβαλάει πίσω του μια ουρά από αδιευκρίνιστα στοιχεία, που δεν το αφήνουν να ξεσπάσει ασυγκράτητο, αλλά το καθηλώνουν σε κάτι που μοιάζει πιο πολύ με χαμόγελο. Με ένα τέτοιο χαμόγελο αναφέρονται κατά κανόνα οι δοξογράφοι της φιλοσοφίας στο σχόλιο που διατύπωσε ο Βιτγκενστάιν (30 Δεκεμβρίου του 1929) στις συζητήσεις του με εκπροσώπους του Κύκλου της Βιέννης για τον Χάιντεγκερ. Με τις αρχές του Tractatus, το μεγαλύτερο μέρος των φιλοσοφικών προτάσεων του Χάιντεγκερ δεν πληροί τις προϋποθέσεις μιας πρότασης με νόημα, και αυτή τη γραμμή αναπτύσσει άλλωστε το γνωστό άρθρο του Κάρναπ για την «υπέρβαση της μεταφυσικής μέσω της λογιστικής ανάλυσης της γλώσσας» (1931), κραδαίνοντας τα όπλα του λογικού θετικισμού κατά της χαϊντεγκεριανής απόφανσης: Das Nichts nichtet [το μηδέν(/ουδέν) μηδενίζει]. Βάζοντας στη θέση του υποκειμένου μια λέξη που δεν μπορεί να έχει αυτό τον ρόλο (das Nichts, το ουδέν), καταπατώντας δηλαδή τη «λογική σύνταξη» –την οποία σκεπάζουν απατηλά οι φυσικές γλώσσες–, ο Χάιντεγκερ έφτιαξε λοιπόν μια πρόταση που δεν μπορεί να αντιστοιχηθεί σε κανένα γεγονός, προεκτείνοντας την ελαττωματικότητα που χαρακτηρίζει γενικά τη μεταφυσική σκέψη. Ασφαλώς, όταν κάτι εκμηδενίζεται δεν είναι το μηδέν αυτοπροσώπως που του έχει καταφέρει το θανάσιμο πλήγμα.'
Χρήστος Μαρσέλος, '(για τις παράδοξες σχέσεις λογικής και οντολογίας)', από το επίμετρο της έκδοσης
'Η κινηματογραφική έκφραση του Ερίκ Ρομέρ ξετυλίγεται σ’ ένα σταυροδρόμι της Ιστορίας. Ξεκινώντας να γυρίζει ταινίες στη δεκαετία του ’50, επιβάλλεται σαν μεγάλος σκηνοθέτης αμέσως μετά τον Μάη του ’68. Τα ηθικά και θρησκευτικά πλαίσια έχουν αρχίσει να λυγίζουν και οι καταναγκαστικές τους δυνάμεις φθίνουν. Απελευθερωμένο από κάθε πρότυπο, κατά κάποιο τρόπο ξελαφρωμένο, το ερωτικό ένστικτο, δεν αναγνωρίζει άλλα όρια από εκείνα του προσωπικού σθένους και διαθεσιμότητας, προσαρμοσμένα βέβαια στις απαιτήσεις του ερωτικού συντρόφου. Νέες αξίες αναφαίνονται, όπου η επιτυχία του ατόμου μετριέται με το μέγεθος της αποκτημένης ηδονής. Ο σκηνοθέτης μας δεν απέκρυψε ποτέ τις χριστιανικές του πεποιθήσεις. Στο βάθος της ψυχής τους, οι ήρωες του Ρομέρ συμμετέχουν στο παλιό σύστημα συζυγικών αξιών. Θέση πολύ δύσκολα υπερασπίσιμη μέσα στο πλαίσιο της καινούριας ερωτικής πρακτικής που εμφανίζεται με όλη τη σοβαρότητα της προσεχούς ανόδου της. Στις Ηθικές Ιστορίες, η εικόνα κι ο ήχος [...] αναλαμβάνουν δύο αντίθετες αποστολές. Συνηθισμένα, ήρεμα, η εικόνα παρουσιάζεται σαν εκδήλωση του κόσμου, ή μάλλον σαν μαρτυρία της αλήθειας. Είναι η παρουσία του αντικειμένου. Ο ήχος παραπέμπει κυρίως στον ανθρώπινο λόγο, δηλαδή στην ικανότητα να «ομιλείς» παρά να «κάνεις», να παραποιείς παρά ν’ αποκαλύπτεις, να προδίδεις παρά να πλησιάζεις την αλήθεια (την εικόνα). Έτσι, το υποκείμενο θριαμβεύει στην ικανότητα τού να «παράγει» τον κόσμο που του ταιριάζει. Όλα τα πρόσωπα των Ηθικών Ιστοριών ορίζουν για τον εαυτό τους ένα «πρόγραμμα της βούλησης». Έτσι ο Ρομέρ συναντάει το έργο του Ρενουάρ σε ό,τι αφορά τη σκέψη γύρω από τα παιχνίδια της τύχης και της αναγκαιότητας. Γιατί, το τυχαίο, η αυθόρμητη κι άρα απρόβλεπτη κίνηση, το λάθος κι η έλλειψη πραγματοποιούν καλύτερα το επιθυμητό πρόγραμμα παρά η ίδια η βούληση. Για τον Ρομέρ, το υποκείμενο αγγίζει το στόχο του στο μέτρο που έχει χάνει την κυριαρχία των ίδιων του των πράξεων. Σε μια χριστιανική προοπτική, κι όσον αφορά τον ερωτισμό, η βούληση είναι το όργανο της ολοκλήρωσης του καθήκοντος. Αλλά για ποιο καθήκον μιλούμε; Αν οι εσωτερικές πιέσεις παραμένουν οι ίδιες (ανάγκη για πιστότητα), αυτές έχουν χάσει κάθε αξία όσον αφορά την Κοινή Γνώμη, που τις υπολογίζει περισσότερο σαν ένα αρχαϊσμό. Είναι αναγκαίο λοιπόν, να βρεθεί ένα κίνητρο (μία δικαιολόγηση) που θα επέτρεπε να παραμείνεις στο παλιό πλαίσιο με το πρόσχημα μιας συμφωνίας με τα καινούρια ήθη. Η ομιλία, δηλαδή το ψέμα, γίνεται έτσι το μέσο γι’ αυτό το σκοπό. Έτσι ο Ζερόμ (ο Ζαν-Κλωντ Μπριαλύ στο Γόνατο της Κλαίρης, 1970) δηλώνει πως βρίσκεται σε αρμονία με το θεσμό του γάμου. Δηλώνει ερωτευμένος με την Λουσίντ και δεν έχει ανάγκη κανενός άλλου συντρόφου. Η πίστη δεν είναι κάτι που του επιβάλλεται. Είναι ηθελημένη κι όχι επιβεβλημένη. Δε βρισκόμαστε πια στην περιοχή της θέλησης, φοβερής φρουρού μιας ψοφοδεούς αγνότητας, αλλά σε κατάσταση συμβίωσης με τον ερωτικό πόθο, όπου η αυστηρότητα της συγκράτηση δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ο Ζερόμ δεν ενεργεί πλέον από «καθήκον» αλλά από τη φύση του. Η παλιά τάξη έχει ξαναγίνει δίκαιο αλλά κάτω από τη μεταμφίεση του μοντερνισμού.'