προγραφές

εξώφυλλοεπανέρχεται

'Η κινηματογραφική έκφραση του Ερίκ Ρομέρ ξετυλίγεται σ’ ένα σταυροδρόμι της Ιστορίας. Ξεκινώντας να γυρίζει ταινίες στη δεκαετία του ’50, επιβάλλεται σαν μεγάλος σκηνοθέτης αμέσως μετά τον Μάη του ’68. Τα ηθικά και θρησκευτικά πλαίσια έχουν αρχίσει να λυγίζουν και οι καταναγκαστικές τους δυνάμεις φθίνουν. Απελευθερωμένο από κάθε πρότυπο, κατά κάποιο τρόπο ξελαφρωμένο, το ερωτικό ένστικτο, δεν αναγνωρίζει άλλα όρια από εκείνα του προσωπικού σθένους και διαθεσιμότητας, προσαρμοσμένα βέβαια στις απαιτήσεις του ερωτικού συντρόφου. Νέες αξίες αναφαίνονται, όπου η επιτυχία του ατόμου μετριέται με το μέγεθος της αποκτημένης ηδονής. Ο σκηνοθέτης μας δεν απέκρυψε ποτέ τις χριστιανικές του πεποιθήσεις. Στο βάθος της ψυχής τους, οι ήρωες του Ρομέρ συμμετέχουν στο παλιό σύστημα συζυγικών αξιών. Θέση πολύ δύσκολα υπερασπίσιμη μέσα στο πλαίσιο της καινούριας ερωτικής πρακτικής που εμφανίζεται με όλη τη σοβαρότητα της προσεχούς ανόδου της.
Στις Ηθικές Ιστορίες, η εικόνα κι ο ήχος [...] αναλαμβάνουν δύο αντίθετες αποστολές. Συνηθισμένα, ήρεμα, η εικόνα παρουσιάζεται σαν εκδήλωση του κόσμου, ή μάλλον σαν μαρτυρία της αλήθειας. Είναι η παρουσία του αντικειμένου. Ο ήχος παραπέμπει κυρίως στον ανθρώπινο λόγο, δηλαδή στην ικανότητα να «ομιλείς» παρά να «κάνεις», να παραποιείς παρά ν’ αποκαλύπτεις, να προδίδεις παρά να πλησιάζεις την αλήθεια (την εικόνα). Έτσι, το υποκείμενο θριαμβεύει στην ικανότητα τού να «παράγει» τον κόσμο που του ταιριάζει. Όλα τα πρόσωπα των Ηθικών Ιστοριών ορίζουν για τον εαυτό τους ένα «πρόγραμμα της βούλησης». Έτσι ο Ρομέρ συναντάει το έργο του Ρενουάρ σε ό,τι αφορά τη σκέψη γύρω από τα παιχνίδια της τύχης και της αναγκαιότητας. Γιατί, το τυχαίο, η αυθόρμητη κι άρα απρόβλεπτη κίνηση, το λάθος κι η έλλειψη πραγματοποιούν καλύτερα το επιθυμητό πρόγραμμα παρά η ίδια η βούληση. Για τον Ρομέρ, το υποκείμενο αγγίζει το στόχο του στο μέτρο που έχει χάνει την κυριαρχία των ίδιων του των πράξεων.
Σε μια χριστιανική προοπτική, κι όσον αφορά τον ερωτισμό, η βούληση είναι το όργανο της ολοκλήρωσης του καθήκοντος. Αλλά για ποιο καθήκον μιλούμε; Αν οι εσωτερικές πιέσεις παραμένουν οι ίδιες (ανάγκη για πιστότητα), αυτές έχουν χάσει κάθε αξία όσον αφορά την Κοινή Γνώμη, που τις υπολογίζει περισσότερο σαν ένα αρχαϊσμό. Είναι αναγκαίο λοιπόν, να βρεθεί ένα κίνητρο (μία δικαιολόγηση) που θα επέτρεπε να παραμείνεις στο παλιό πλαίσιο με το πρόσχημα μιας συμφωνίας με τα καινούρια ήθη. Η ομιλία, δηλαδή το ψέμα, γίνεται έτσι το μέσο γι’ αυτό το σκοπό.
Έτσι ο Ζερόμ (ο Ζαν-Κλωντ Μπριαλύ στο Γόνατο της Κλαίρης, 1970) δηλώνει πως βρίσκεται σε αρμονία με το θεσμό του γάμου. Δηλώνει ερωτευμένος με την Λουσίντ και δεν έχει ανάγκη κανενός άλλου συντρόφου. Η πίστη δεν είναι κάτι που του επιβάλλεται. Είναι ηθελημένη κι όχι επιβεβλημένη. Δε βρισκόμαστε πια στην περιοχή της θέλησης, φοβερής φρουρού μιας ψοφοδεούς αγνότητας, αλλά σε κατάσταση συμβίωσης με τον ερωτικό πόθο, όπου η αυστηρότητα της συγκράτηση δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ο Ζερόμ δεν ενεργεί πλέον από «καθήκον» αλλά από τη φύση του. Η παλιά τάξη έχει ξαναγίνει δίκαιο αλλά κάτω από τη μεταμφίεση του μοντερνισμού.'

 

Γεώργιος Αραμπατζής, Ερίκ Ρομέρ, εκδ. Αιγόκερως

·

↑