προγραφές

Εξώφυλλο: Σέρεν Κίρκεγκορ, Ημερολόγιο Ενός Διαφθορέα

'Όσο περισσότερο την προσέχω, τόσο περισσότερο πιστεύω πως είναι μια απομονωμένη μορφή. Έτσι δεν θα μπορούσε να είναι ένας άντρας, προπαντός ένας έφηβος· η ανάπτυξή του πρέπει να βασίζεται στον λογισμό και πρέπει να έρχεται σε σχέσεις με τους άλλους. Ένα κορίτσι πάλι δεν μπορεί να είναι ενδιαφέρον, γιατί το ενδιαφέρον περιέχει πάντα έναν λογισμό — όπως ακριβώς στην Τέχνη — το ενδιαφέρον συγχρόνως αποκαλύπτει τον καλλιτέχνη.
Ένα νεαρό κορίτσι που θέλει ν’ αρέσει και να είναι ενδιαφέρον, πρέπει πρώτα ν’ αρέσει στον εαυτό του. Αυτό είναι κυρίως, από αισθητικής πλευράς, αντίθετο σε κάθε φιλαρέσκεια. Όχι, όμως, ολόκληρη εκείνη την ιδιαίτερη φιλαρέσκεια που φανερώνει την πραγματική κίνηση της φύσης, όπως η θηλυκή αιδημοσύνη που είναι η ωραιότερη φιλαρέσκεια. Θα ήταν δυνατό ν’ αρέσει ένα κορίτσι μ’ ενδιαφέρον, αλλά όπως η ίδια παραδίδει τη θηλυκότητά της, οι άντρες που τους αρέσει ανταποκρίνονται θηλυπρεπώς.
Ένα κορίτσι θα γίνει ενδιαφέρον μόνο μέσω των σχέσεών του με τους άντρες. Παρόλο που η γυναίκα είναι αδύνατο φύλο, ουσιαστικά ανήκει στον εαυτό της, παρά στον άντρα, στέκεται στη νεότητα μόνη, και πρέπει να είναι μόνη, αυτάρκης, αλλά με τι και σε τι πρέπει να είναι αυτάρκης, σ’ αυτό πέφτει έξω. Μ’ αυτή την προίκα η φύση την προίκισε σα να ήταν κόρη βασιλιά. Αλλά αυτή η ηρεμία μέσα στην αυταπάτη την απομονώνει. Πολλές φορές σκέφτηκα γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να φθείρει ένα κορίτσι τόσο πολύ όσο η συναναστροφή του με άλλα κορίτσια. Φαίνεται βέβαια ότι η συναναστροφή του σπάει την αυταπάτη, αλλά δεν την εξηγεί.
Ο βαθύτατος προορισμός της γυναίκας είναι ν’ αποτελεί τη συντροφιά του άντρα, αλλά μέσα σ’ αυτή τη συναναστροφή αλλά στη συντροφιά των γυναικών. Η γλώσσα σ’ αυτό το σημείο είναι πολύ εκφραστική, π.χ ο άντρας λέγεται κύριος — η γυναίκα δεν λέγεται βέβαια Δούλη ή κάτι παρόμοιο, όχι, αλλά υπάρχει ένας καθορισμός της ουσίας της: είναι συντροφιά αλλά όχι σύντροφος. Αν έπρεπε να σκεφτώ το ιδανικό ενός κοριτσιού, θα έπρεπε να βρίσκεται πάντοτε μονάχη μέσα στον κόσμο, στραμμένη προς τον εαυτό της και προπαντός δεν θα έπρεπε να έχει φίλες. Είναι αλήθεια πως οι Χάριτες ήταν τρεις, αλλά ποιος θα μπορούσε να με πείσει ότι μιλούσαν μεταξύ τους; Στη βουβή τους τριάδα φανερώνουν μιαν όμορφη θηλυκή ενότητα. Με αυτή τη σκέψη θα μπορούσα να ενισχύσω τον γεροντοκορισμό, μα είναι πάλι κρίμα. Το καλύτερο θα είναι ν’ αφήσει κανείς πάντα ένα κορίτσι να ξεφεύγει ελεύθερα, χωρίς όμως να του προσφέρει την ευκαιρία για απόδραση.
Μ’ αυτό τον τρόπο αποκαθίσταται η ομορφιά του και το κορίτσι γίνεται ενδιαφέρον. Ζει με τον διακαή πόθο να συναναστρέφεται νεαρά κορίτσια και άδικα να προσπαθεί κανείς να την περιβάλει μ’ ένα παρθενικό ή νυφικό πέπλο. Όποιος έχει οξύ αισθητικό πνεύμα θα νιώσει πως ένα πάντα αθώο κορίτσι, με τη βαθύτερη σημασία, απορρίπτει το πέπλο, ακόμα κι αν αυτό θεωρείται ανήθικο και ανήκουστο για ένα κορίτσι.'

 

Σέρεν Κίρκεγκορ, Ημερολόγιο Ενός Διαφθορέα, μτφρ. Δημήτριος Μπέσκος, εκδ. Κάκτος

* * *

'Στο έργο του Σέρεν Κίρκεγκορ (1813-1855) υπάρχει θρησκευτική αναζήτηση. Μεγάλη επίδραση είχε πάνω του ο πατέρας του. Ο Κάφκα φοβόταν τον πατέρα του, ο Κίρκεγκορ τον θαύμαζε. Στις σημειώσεις του υπάρχει μια τραγική σε βάθος περιγραφή: συχνά ο πατέρας του τον έπαιρνε από το χέρι, όταν ήταν μικρός, και τον πήγαινε περίπατο. Ο περίπατος γινόταν μέσα σ’ ένα δωμάτιο, γύρω γύρω στα έπιπλα. Ο πατέρας διηγιόταν στον μικρό Σέρεν ό,τι έβλεπε γύρω του. Συναντούσαν γνωστούς, τους χαιρετούσαν, μιλούσαν μαζί τους. Ο πατέρας έβγαζε το καπέλο του. Ο μικρός Σέρεν τον κοιτούσε στα μάτια. Εκείνος ήταν δυσοίωνα σοβαρός. — Αυτός ο περίπατος, από τους πιο παράξενους στον κόσμο, μιλάει εύγλωττα για την πρώτη νεότητα του Σέρεν Κίρκεγκορ.
Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να αποκρυπτογραφηθούν τα γραπτά του Κίρκεγκορ. Ωστόσο σήμερα παραμένει σα περίπτωση που έλκει αποφασιστικά και μαγνητίζει το πνεύμα. Τα έργα του τα σχολίασε, τα διέδωσε και τα παρεξήγησε με τον χειρότερο τρόπο ο Υπαρξισμός, σαν κίνημα μάζας που δεν έχει καμιά σχέση με το πνεύμα. Ο Κίρκεγκορ (που τ’ όνομά του σημαίνει «νεκροταφείο») έζησε απόλυτα μόνος και για αρκετό καιρό κατέστη αντικείμενο χλευασμού και φτηνής σάτιρας στου δρόμους της Κοπεγχάχης. Τη συστηματική γελοιοποίησή του την είχε αναλάβει το περιοδικό Corsar, όργανο μικροαστικού, στενοκέφαλου, δανέζικου πιετισμού. Τα σχόλια είχαν στόχο τον άνθρωπο Κίρκεγκορ, γιατί ο διανοητής παρέμεινε άγνωστος πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του. Αργότερα έγινε γνωστός και το έργο του επηρέασε βαθύτατα τη νεότερη σκέψη.'

Δημήτριος Μπέσκος, 'Επιλεγόμενα στον Κίρκεγκορ', από το επίμετρο της έκδοσης

Εξώφυλλο: Ίαν Μαρς, Δύο Κείμενα για την Αυτοκτονία

'[...] η ιστορία της λογοθετικής διαμόρφωσης του «αυτοκτονικού ομοφυλόφιλου» μας βοηθάει να κατανοήσουμε την περίσκεψη πολλών ατόμων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στο να αποδεχθούν ανεπιφύλακτα την υποστήριξη που προσφέρεται από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες, και ίσως ακόμη και να ρίξει λίγο φως στην επιφύλαξη ή αβεβαιότητα εντός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας ως προς το πώς να κατανοήσουν καλύτερα, και να εμπλακούν με, εκείνους από τις ομάδες σεξουαλικών μειονοτήτων που βιώνουν ψυχολογικές ή συναισθηματικές δυσκολίες. Ωστόσο, καθώς η αυτοκτονία εξακολουθεί να διαβάζεται ως πρωτίστως ένα ζήτημα ψυχιατρικής μέριμνας, παραμένει ένα ζήτημα ως προς το πού να στραφούν εκείνοι εντός της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στην περίπτωση που βιώσουν κάποια μορφή αυτοκτονικής δυσφορίας και, δυστυχώς, όπως σημειώθηκε, το πρόβλημα του θεσμοποιημένου καθεστώτος διακρίσεων εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων δεν είναι απλώς κάτι που ανήκει στην ιστορία. Επί του παρόντος, καλύτερη εκπαίδευση του ιατρικού προσωπικού σε σχέση με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα σ’ έναν, σε μεγάλο βαθμό, ετεροσεξιστικό και ομοφοβικό κόσμο, μία έμφαση στη φροντίδα παρά μάλλον στη διάγνωση, και η ενθάρρυνση θετικών αναπαραστάσεων των ΛΟΑΤΚΙ ζωών και εντός της βιβλιογραφίας για την ψυχική υγεία (και ευρύτερα) θα φαινόταν πως είναι αναγκαία βήματα για να ξεπεραστούν η ανησυχία και η καχυποψία που έχουν υπάρξει, και συνεχίζουν να υπάρχουν, ανάμεσα σε στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα και στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Μία κατανόηση της ιστορίας αυτών των προβλημάτων μπορεί να ενεργήσει για να δώσει μία βάση στη διατύπωση και στην πραγματοποίηση τέτοιων δυνητικά χρήσιμων μέτρων.'

 

Ίαν Μαρς, Δύο Κείμενα για την Αυτοκτονία, μτφρ. Βάσια Λέκκα, εκδ. Πλέθρον

Εξώφυλλο: Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες

ΣΟΛΑΝΖ

Ουρλιάξτε αν θέλετε! Βγάλτε ώς και την ύστατη κραυγή σας, Κυρία! (Σπρώχνει την Κλαιρ, η οποία παραμένει ζαρωμένη σε μια γωνιά.) Επιτέλους! Η Κυρία είναι νεκρή! Ξαπλωμένη στο πλαστικό. . . στραγγαλισμένη με τα γάντια της λάντζας. Η Κυρία μπορεί να παραμείνει καθιστή! Η Κυρία μπορεί να με αποκαλεί Δεσποινίς Σολάνζ. Ακριβώς. Εξαιτίας αυτού που που έκανα. Ο Κύριος και η Κυρία θα με αποκαλούν Δεσποινίς Σολάνζ Λεμερσιέ. . . Η Κυρία θα έπρεπε να βγάλει αυτό το μαύρο φόρεμα, είναι γκροτέσκ. (Μιμείται τη φωνή της Κυρίας.) Ιδού που κατέληξα, να πενθώ για τη δούλα μου. Στην έξοδο του νεκροταφείου, όλοι οι υπηρέτες της συνοικίας παρήλασαν από μπροστά μου λες και ήμουν της οικογένειας. Έχω ισχυριστεί τόσες φορές ότι αυτή αποτελούσε μέλος της οικογένειας. Η νεκρή εξώθησε το αστείο αυτό έως το μη περαιτέρω. Ω! Κυρία. . . Είμαι ίση με την Κυρία και βαδίζω με το κεφάλι ψηλά. . . (Γελάει.) Όχι, κύριε Επιθεωρητά, όχι. . . Δεν θα μάθετε τίποτε για τη δουλειά μου. Τίποτε για τη δουλειά μας από κοινού. Τίποτε για τη συνεργασία μας σ’ αυτό τον φόνο. . . Τα φορέματα; Ω! Η Κυρία μπορεί να τα κρατήσει. Η αδελφή μου κι εγώ είχαμε τα δικά μας. Εκείνα που βάζαμε τη νύχτα στα κρυφά. Τώρα έχω φόρεμα δικό μου και είμαι ίση μ’ εσάς. Φοράω την κόκκινη τουαλέτα που φορούν οι φόνισσες. Κάνω τον Κύριο να γελάει; Κάνω τον Κύριο να χαμογελάει; Με θεωρεί τρελή; Πιστεύει πως οι δούλες πρέπει να έχουν αρκετά καλό γούστο για να μην αποτολμούν χειρονομίες καταχωρισμένες στην Κυρία! Αλήθεια, με συγχωρεί ο Κύριος; Ο Κύριος είναι η καλοσύνη η ίδια. Θέλει να με συναγωνιστεί σε μεγαλείο. Εγώ όμως έχω κατακτήσει το πιο άγριο. . . Η Κυρία αντιλαμβάνεται τη μοναξιά μου! Επιτέλους! Τώρα είμαι μόνη. Τρομακτική. Θα μπορούσα να σας μιλήσω ωμά, αλλά μπορώ να είμαι καλή. . . Η Κυρία θα συνέλθει απ’ τον φόβο της. Θα συνέλθει εντελώς. Μες στα λουλούδια της, μες στα αρώματά της, μες στα φορέματά της. Αυτό το λευκό φόρεμα που φορούσατε στη χοροεσπερίδα της Όπερας. Αυτό το λευκό φόρεμα που και τώρα της απαγορεύω. Και μες στα μπιζού της, μες στους εραστές της. Εγώ έχω την αδελφή μου. Ναι, τολμώ να μιλήσω γι’ αυτήν. Τολμώ, Κυρία. Μπορώ να τολμήσω τα πάντα. Και ποιος, ποιος θα μπορούσε να με κάνει να σωπάσω; Ποιος θα είχε το σθένος να μου πει: «Κορίτσι μου;» Υπηρέτησα. Έκανα τις χειρονομίες που πρέπει για να υπηρετήσω. Χαμογέλασα στην Κυρία. Έσκυψα για να στρώσω το κρεβάτι, έσκυψα για να σφουγγαρίσω τα πλακάκια, έσκυψα για να καθαρίσω τα λαχανικά, να κρυφακούσω στις πόρτες, να κολλήσω το μάτι μου στις κλειδαρότρυπες. Τώρα όμως στέκομαι όρθια. Και στιβαρή. Είμαι η στραγγαλίστρια. Η δεσποινίς Σολάνζ, αυτή που στραγγάλισε την αδελφή της! Να σωπάσω; Η Κυρία είναι στ’ αλήθεια εύθραυστη. Εγώ όμως νιώθω οίκτο για την Κυρία. Οικτίρω τη λευκότητα της Κυρίας, το ατλαζένιο δέρμα της, τα μικρά της αυτάκια, τους λεπτούς καρπούς της. . . Είμαι το μαύρο πρόβατο, έχω τους κριτές μου εγώ. Ανήκω στην αστυνομία. Η Κλαιρ; Αυτή αγαπούσε στ’ αλήθεια πολύ, πολύ την Κυρία!. . . Όχι, κύριε Επιθεωρητά, δεν θα δώσω καμία εξήγηση ενώπιόν τους. Αυτά τα πράγματα αφορούν μόνον εμάς. . . Αυτή η νύχτα, μικρούλα μου, είναι η δική μας νύχτα! (Ανάβει ένα τσιγάρο και καπνίζει αδέξια. Ο καπνός τής φέρνει βήχα.) Ούτε εσείς ούτε άλλος κανείς θα μάθει τίποτε, εκτός ότι η Σολάνζ αυτήν τη φορά το πήγε έως τα άκρα. Τη βλέπετε ντυμένη στα κόκκινα. Θα βγει. (Η Σολάνζ κατευθύνεται προς το παράθυρο, το ανοίγει και βγαίνει στο μπαλκόνι. Θα πει, με την πλάτη στο κοινό, στραμμένη προς τη νύχτα, το κατεβατό που ακολουθεί. Ένα ελαφρύ αεράκι κάνει τις κουρτίνες να σαλεύουν.) Θα βγει έξω. Θα κατεβεί τη μεγάλη σκάλα: τη συνοδεύει η αστυνομία. Βγείτε στο μπαλκόνι να τη δείτε να βαδίζει ανάμεσα στους μαυροντυμένους προσκυνητές. Είναι μεσημέρι. Κρατάει μια βαρύτιμη δάδα. Ο δήμιος την ακολουθεί κατά πόδας. Της ψιθυρίζει στο αυτό ερωτόλογα. Ο δήμιος με συνοδεύει, Κλαιρ! Ο δήμιος με συνοδεύει. (Γελάει.) Θα μεταφερθεί εν πομπή απ’ όλες τις δούλες της συνοικίας, απ’ όλους τους υπηρέτες που συνόδευσαν την Κλαιρ στην τελευταία της κατοικία. (Κοιτάζει έξω.) Φέρνουν στεφάνια, λουλούδια, λάβαρα, φλάμπουρα, σημαίνουν οι καμπάνες. Η ταφή εκδιπλώνει το μεγαλείο της. Είναι ωραία, δεν είναι; Πρώτα έρχονται οι τελετάρχες, με φράκο χωρίς μεταξωτή φόδρα. Κρατούν τα στέφανά τους. Κατόπιν έρχονται οι υπηρέτες με λιβρέα, οι λακέδες με κοντό παντελόνι και λευκές κάλτσες. Κρατούν τα στέφανά τους. Κατόπιν έρχονται οι θαλαμηπόλοι, μετά οι καμαριέρες κρατώντας τα διακριτικά μας. Έρχονται οι θυρωροί, έρχονται και οι αντιπροσωπείες του ουρανού. Και τους οδηγώ εγώ. Ο δήμιος με λικνίζει. Με επευφημούν. Είμαι πελιδνή και πρόκειται να πεθάνω! (Μπαίνει μέσα.) Πόσα λουλούδια! Της έκαναν μια όμορφη κηδεία, έτσι; Ω! Κλαιρ, φτωχή μικρή μου Κλαιρ! (Ξεσπάει σε λυγμούς και καταρρέει σε μια πολυθρόνα. . . Ξανασηκώνεται.) Ανώφελο, Κυρία, εγώ υπακούω στην αστυνομία. Μόνον αυτή με καταλαβαίνει. Ανήκει κι αυτή στον κόσμο των αποδιοπομπαίων. (Ακουμπισμένη στο κούφωμα της πόρτας της κουζίνας, η Κλαιρ, εδώ και λίγη ώρα, ορατή μόνο από το κοινό, ακούει την αδελφή της.) Τώρα είμαστε η δεσποινίς Σολάνζ Λεμερσιέ. Η κυρα-Λεμερσιέ. Η Λεμερσιέ. Η φημισμένη φόνισσα. (Αποκαμωμένη.) Κλαιρ, είμαστε χαμένες.

 

Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Νεφέλη

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑