προγραφές

φωτογραφίαεπανέρχεται

'ΚΑΣΣΙΡΕΡ: Τι καταλαβαίνει ως νεοκαντιανισμό ο Χάιντεγκερ; Ποιος είναι ο αντίπαλος ενάντια στον οποίο στρέφεται ο Χάιντεγκερ; Νομίζω ότι μετά βίας υπάρχει έννοια τόσο ασαφώς προσδιορισμένη όσο ο νεοκαντιανισμός. Τι αναδεύει ο Χάιντεγκερ όταν στη θέση της νεοκαντιανής κριτικής βάζει τη φαινομομενολογική δική του; Ο νεοκαντιανισμός είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της νεότερης φιλοσοφίας. Μου λείπει ο πραγματικός νεοκαντιανός. Θα ήμουν υπόχρεος για μια διευκρίνηση του πού ακριβώς υπάρχει η αντίθεση. Δεν πρέπει να καταλαβαίνει κανείς την έννοια «νεοκαντιανισμός» ως ουσίας αλλά ως συνάρτηση. Το θέμα δεν είναι η φιλοσοφία ως δογματικό σύστημα διδασκαλίας, αλλά μια κατεύθυνση της ερωτηματοθεσίας. Πρέπει να ομολογήσω ότι βρίσκω τον Χάιντεγκερλ νεοκαντιανό, περισσότερο απ’ ότι περίμενα.
ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ: Αν πρέπει κατ’ αρχάς να πω ονόματα, λέω: Κοέν, Βίντελμπαντ, Ρίκερτ, Έρντμαν, Ριλ. Τι κοινό υπάρχει στον νεοκαντιανισμό μπορεί να το καταλάβει κανείς μόνο από την καταγωγή του. Η γένεσή του εδράζεται στην αμηχανία της φιλοσοφίας γύρω από το ερώτημα του τι μέσα στο όλον της γνώσεως απομένει αποκλειστικότητάς της. Γύρω στο 1850 φαίνεται σαν οι πνευματικές και οι φυσικές επιστήμες να έχουν καταλάβει το όλον του γνωστού, έτσι που προκύπτει το ερώτημα: Τι μένει ακόμη για τη φιλοσοφία, αν το όλον του όντος το έχουν μοιραστεί οι επιστήμες; Μένει μόνο η γνώση της επιστήμης, όχι του όντος. Και αυτή η οπτική καθορίζει έπειτα την επιστροφή στον Καντ. Συνέπεια τούτου είναι ότι αντιμετωπίστηκε ο Καντ ως θεωρητικός της φυσικομαθηματικής γνωσιοθεωρίας. Η γνωσιοθεωρία είναι η άποψη από την οποία είδαν τον Καντ. Ο ίδιος ο Χούσσερλ μεταξύ 1900 και 1919 υπήρξε με μια έννοια δέσμιος του νεοκαντιανισμού.
Καταλαβαίνω ως νεοκαντιανισμό την αντίληψη της κριτικής του καθαρού λόγου που ερμηνεύει το κομμάτι που αφορά υον καθαρό λόγο και φτάνει ώς την υπερβατολογική διαλεκτική – ως θεωρία της γνώσης που έχει να κάνει με τη φυσική επιστήμη. Αυτό που θέλω να δείξω είναι πως ό,τι εκλαμβάνεται εδώ ως θεωρία των επιστημών δεν ήταν το σημαντικό για τον Καντ. Ο Καντ δεν ήθελε να δώσει μια θεωρία της φυσικής επιστήμης, ήθελε να δείξει την προβληματική της Μεταφυσικής, και δη της Οντολογίας. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δείξει αναλυτικά πώς εντάσσεται αυτός ο πυρήνας του κεντρικού μέρους της Κριτικής του καθαρού λόγου στην Οντολογία. Στηριζόμενος στην ερμηνεία μου της Διαλεκτικής, που την βλέπει ως Οντολογία, πιστεύω ότι μπορώ να δείξω πως το πρόβλημα του φαίνεσθαι –στην Υπερβατολογική Λογική, όπου για τον Καντ υπάρχει μόνο αρνητικά ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει κατ’ αρχάς– είναι ένα θεματικό πρόβλημα, και ότι πρέπει να τεθεί το ερώτημα: Το φαινόμενο είναι μόνο γεγονός που διαπιστώνουμε ή μήπως πρέπει το όλο πρόβλημα του Λόγου να εννοηθεί έτσι που να καταλαβαίνει κανείς εκ των προτέρων πώς το φαίνεσθαι ανήκει υποχρεωτικά στη φύση του ανθρώπου;

 

από το Η Διαμάχη στο Νταβός, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλος, εκδ. Έρμα

* * *

'Προκαλεί το γέλιο καθετί που διαψεύδει την έννοιά του, δηλαδή επειδή η έννοια είναι ως ουσία το δυνάμει, καθετί που διαψεύδει μια προσδοκία του τι θα έπρεπε να είναι. Όσο πιο σαφής η διάψευση, τόσο πιο καθαρό το γέλιο.
Υπάρχουν όμως φορές που το γέλιο κουβαλάει πίσω του μια ουρά από αδιευκρίνιστα στοιχεία, που δεν το αφήνουν να ξεσπάσει ασυγκράτητο, αλλά το καθηλώνουν σε κάτι που μοιάζει πιο πολύ με χαμόγελο. Με ένα τέτοιο χαμόγελο αναφέρονται κατά κανόνα οι δοξογράφοι της φιλοσοφίας στο σχόλιο που διατύπωσε ο Βιτγκενστάιν (30 Δεκεμβρίου του 1929) στις συζητήσεις του με εκπροσώπους του Κύκλου της Βιέννης για τον Χάιντεγκερ. Με τις αρχές του Tractatus, το μεγαλύτερο μέρος των φιλοσοφικών προτάσεων του Χάιντεγκερ δεν πληροί τις προϋποθέσεις μιας πρότασης με νόημα, και αυτή τη γραμμή αναπτύσσει άλλωστε το γνωστό άρθρο του Κάρναπ για την «υπέρβαση της μεταφυσικής μέσω της λογιστικής ανάλυσης της γλώσσας» (1931), κραδαίνοντας τα όπλα του λογικού θετικισμού κατά της χαϊντεγκεριανής απόφανσης: Das Nichts nichtet [το μηδέν(/ουδέν) μηδενίζει]. Βάζοντας στη θέση του υποκειμένου μια λέξη που δεν μπορεί να έχει αυτό τον ρόλο (das Nichts, το ουδέν), καταπατώντας δηλαδή τη «λογική σύνταξη» –την οποία σκεπάζουν απατηλά οι φυσικές γλώσσες–, ο Χάιντεγκερ έφτιαξε λοιπόν μια πρόταση που δεν μπορεί να αντιστοιχηθεί σε κανένα γεγονός, προεκτείνοντας την ελαττωματικότητα που χαρακτηρίζει γενικά τη μεταφυσική σκέψη. Ασφαλώς, όταν κάτι εκμηδενίζεται δεν είναι το μηδέν αυτοπροσώπως που του έχει καταφέρει το θανάσιμο πλήγμα.'

Χρήστος Μαρσέλος, '(για τις παράδοξες σχέσεις λογικής και οντολογίας)', από το επίμετρο της έκδοσης

·

↑