προγραφές

Εξώφυλλο: Άντριου Καλπ, Σκοτεινός Ντελέζ

'Συνοψίζοντας τη βαθειά ιδιοσυγκρασιακή του γραφή, ο Γάλλος φιλόσοφος Ζιλ Ντελέζ περιγράφει το γράψιμο για τρίτους σαν ένα είδος σοδομίας ή «άμωμου συλλήψεως»: «σαν να παίρνεις έναν συγγραφέα από πίσω και να του κάνεις και παιδί» [...]. Ο Ντελέζ σπεύδει όμως να καθαρίσει ότι δεν πρόκειται για σκέτη παραποίηση. Όταν γράφει για άλλους φιλοσόφους περιορίζεται αυστηρά στα λεγόμενα του αρχικού συγγραφέας και εστιάζει «στις μεταβολές, τα γλιστρήματα, τις μεταθέσεις και τις κρυφές παραλήψεις» ώστε «να του χαρίσει ένα νεογέννητο που όμως δεν παύει να είναι ταυτόχρονα ένα τέρας» [...]. Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε που ο Ντελέζ έκανε αυτά τα σχόλια και έχει πλέον αποκτήσει και ο ίδιος πολλά δικά του τερατάκια: ρι-ζόμπι χωρίς ρίζες, μεταφυσικούς του ιλίγγου, ευέξαπτους γεωνατουραλιστές, μαγεμένους υπερβασιακούς, γεμάτους πάθος μελετητές του συναισθήματος. Η δική μου πρόθεση είναι να του δώσω ένα ακόμα παιδί που φέρει το επίθετό του: «Σκοτεινός Ντελέζ».
Ο Ντελέζ είπε κάποτε σε έναν φίλο του ότι κάθε βιβλίο που αξίζει τον κόπο φέρνει σε πέρας τουλάχιστον τρεις λειτουργίες: α) την πολεμική, β) την ανάκτηση, γ) τη δημιουργία. Γράφοντας το βιβλίο, ο συγγραφέας πρέπει να δείξει: πρώτον, ότι οι υπάρχουσες μέχρι τότε απόψεις είναι λανθασμένες, δεύτερον, ότι λείπει η βασική αίσθηση των πραγμάτων, και τρίτον, ότι παρόλα αυτά μια ένα έννοια μπορεί να δημιουργηθεί. Διαβάζοντας το βιβλίο μου θα βρείτε και τα τρία. Πρώτον, αντιτάσσομαι στον «κανόνα της χαράς» που εξυμνεί τον Ντελέζ σαν έναν αφελή στοχαστή της κατάφασης και της συνδεσιμότητας. Δεύτερον, επανακαθιστώ την καταστροφική δύναμη της αρνητικότητας καλλιεργώντας «το μίσος για αυτό τον κόσμο στον οποίο ζούμε». Τρίτον, προτείνω μια συνωμοσία εναντιωματικών όρων που αποκλίνουν από το χαρωπό εγχείρημα της δημιουργικότητας.'

'Οι αγελάδες μας προσφέρουν την καλύτερη απεικόνιση της εστεμμένης αναρχίας, ή αλλιώς της «νομαδικής κατανομπής» [...]. Όταν βόσκουν εφαρμόζουν μια πρακτική αυτο-νομίας ακολουθώντας μια αυτορυθμιζόμενη νομή [nomos], δηλαδή έναν καθιερωμένο τρόπο κατανομής στον ανοιχτό χώρο («γενικότερα στον μη -περιορισμένο χώρο που μπορεί να είναι ένα δάσος, ένα λιβάδι δίπλα από ένα ποτάμι, μια πλαγιά», γράφει ο Emmanuel Laroche στη σ. 116 της ετυμολογικής μελέτης του). Έτσι, «δίνουν το στέμμα» στο στοιχείο αυτό που κάνει το κάθε τοπίο να ξεχωρίζει, όπως στην περίπτωση των ζώων που τρώνε το γρασίδι και με την κοπριά τους παρέχουν ξανά λίπανση στο χώμα. Η νομή αποτελεί κομμάτι μιας μεγαλύτερης οικογένειας λέξεων με ρίζα το νεμ- που εξετάζει ο Laroche, μεταξύ των οποίων οι νομάδες και η διανομή, ο νόμος (αυτό που έχει καθιερωθεί ως έθιμο), ο νομός (το βοσκοτόπι ή η περιοχή του ελέγχου), το νομεύω (οδηγώ τα κοπάδια στη βοσκή), ή νέμησις (η επικράτεια που απονεμήθηκε σε κάποιον), ο νομάρχης (κυβερνήτης) και οι νόμοι (το δίκαιο). Η πιο αμφιλεγόμενη πτυχή του επιχειρήματος του Laroche είναι η θέση του ότι τα αρχαία ελληνικά είναι η μοναδική από τις ινδο-ευρωπαϊκές γλώσσες που είναι ποιμενική, πράγμα που σημαίνει ότι η σολωνική έννοια της νομής-νόμου ως αποτέλεσμα κρατικής διευθέτησης προδίδει τις νομαδικές ρίζες της λέξης. Με το πέρασμα των χρόνων, η νομή χάνει τη νομαδική κληρονομιά της και μετατρέπεται σε διοικητική ιδιοποίηση, κατανομή και χρήση της γης [...]. Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής μάλιστα, η νομή συνδυάζεται με το νοικοκυριό (οίκο) για να δώσει το όνομά της στην οικονομία, μια λέξη που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ένα ποίημα του Φωκυλίδη στο οποίο οι γυναίκες συγκρίνονται με τα ζώα: τα σκυλιά, τις μέλισσες, τα αγριογούρουνα και τα άλογα με μακρά χαίτη [...]. (Ο Φωκυλίδης προτείνει μάλιστα στον φίλο του να παντρευτεί τη μέλισσα επειδή είναι καλή νοικοκυρά - αγαθή οικονόμος [...]). Ο Μαρξ δείχνει όμως στο κεφ. 7 του Κεφαλαίου ότι ξέρει καλά πως «αυτό που διακρίνει τον χειρότερο αρχιτέκτονα από την καλύτερη μέλισσα είναι ότι εκείνος στήνει το οικοδόμημα στη φαντασία του πριν το χτίσει στην πραγματικότητα». Σίγουρα υπάρχουν υπολείμματα σπισισμού στο σχόλιο του Μαρξ αλλά παρά ταύτα θεωρεί ότι ο τρόπος που τα ζώα βιώνουν τον κόσμο (Umwelt) είναι επαρκώς σύνθετος για να μπορούν να παράγουν πολλά πράγματα («η τέχνη δεν περιμένει τον άνθρωπο για να ξεκινήσει») [...]. Ωστόσο, ο τρόπος που οι άνθρωποι και οι αγελάδες «δίνουν το στέμμα» στον χώρο που καταλαμβάνουν διαφέρει πολύ. Έτσι, πρέπει να μας απασχολεί περισσότερο ο τρόπους που κατασκευάζουν τον κόσμο παρά τα αφοδεύματα με τα οποία τον καθαγιάζουν.'

Άντριου Καλπ, Σκοτεινός Ντελέζ, μτφρ. Χλόη Κολύρη & Παναγιώτης Τσιτσιμπίδας, εκδ. Επέκεινα

·

↑