'[...] οι πρσωπικές αντωνυμίες, που δεν είναι πρώτου προσώπου (εσύ, αυτή κ.λ.π.), αναφέρονται κατ’ αρχήν στο σώμα· γιατί πιθανόν τα σώματα είναι πιο σταθερά από τους εαυτούς, κι οι άλλοι δεν μπορούν να σε αναγνωρίσουν χωρίς ένα σώμα. Παρ’ όλα αυτά δεν είσαι αναγκαστικά το σώμα σου: κατουράς, κόβεις τα νύχια και τα μαλλιά, αφαιρείς όγκους, ανανεώνεις το δέρμα σου, κάνεις πλαστικές, αλλάζεις νεφρό ή φύλο, και μία απ’ αυτές τις μέρες η αστυνομία θ’ αποκτήσει το μεγάλο πονοκέφαλο: τη μεταμόσχευση σώματος = χωρίς εαυτό. Εκτός αυτού, εσύ μπορείς πάντοτε και να τα τινάξεις. Οπότε γλιτώνεις κι απ’ τη σκοτούρα: την πλύση εγκεφάλου, αφού ακόμα κι εσύ τείνεις να ταυτίζεσαι με τη νόμιμη ανατομία σου. Όπου, βέβαια, η αυτοκτονία είναι παράνομη ή όπου μπορείς να χάσεις κάποιο μέλος σου για κλεψιά ή κάτι άλλο που έκανες, η ανατομία σου δεν είναι νόμιμα δική σου, αλλά του κράτους. Δεν είσαι απαραίτητα το σώμα, το φύλο, η σεξουαλικότητα (συγνώμη Φρόυντ), το επάγγελμα, η εθνικότητα ή η φυλή «σου» κι όλα τ’ άλλα. Η Άντζελα Νταίηβς αποφάσισε να αυτοαποκαλείται μαύρη· στην πραγματικότητα είναι πιο λευκή από πολλούς «ευκούς». Αυτό σημαίνει ελευθερία. Αυτή είναι με λίγα λόγια η τουριστική θεώρηση της ζωής. Διάγραμμα μιας δυνατότητας κι όχι κατηγορική προσταγή. Το θέλεις, το παίρνεις. Ή τ’ αφήνεις, κι αφήνεις κι όλους τους άλλους στην ησυχία τους. Παίξε το δικό σου παιχνίδι. Ταξίδεψε χωρίς αποσκευές, ζήσε χωρίς αποσκευές, γιατί αργά ή γρήγορα όλα πετάνε (εκτός απ’ αυτή την τελευταία φράση). Φτιάχνε σχέσεις μονάχα για το Σαββατοκύριακο. Σταμάτα να συσσωρεύεις, αντί γι’ αυτό αυτοσχεδίαζε, έτσι ώστε να μπορείς να φύγεις στα γρήγορα. Να ’σαι επισκέπτης στη ζωή, όχι σαν ρακοσυλλέκτης, σαν «εφαλαιοκράτης», εκτός, ίσως κι αν είσαι σαν τον Στωικό αυτοδημιούργητο εκατομμυριούχο Σενέκα, που κατείχε αλλά δεν κατεχόταν απ’ τα πράγματα. Η κεντρική ιδέα είναι πως αυτό που μετράει στο τέλος δεν είναι πόσα έχεις, αλλά πόσο έχεις δοθεί, σε ανθρώπους και πράγματα. Πώς νιώθεις όταν φεύγουν. Να ’σαι ατάραχος. Αγάπα τα και άφησέ τα.'
Τζαίησον Ξενάκης, Χίππηδες και Κυνικοί, εκδ. Απόπειρα
'Μου αρέσει πολύ να με γλείφουν στο μικρό μου πίσω άνθος. Πέφτω στα τέσσερα και χώνω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, χαμηλώνω την πλάτη και τουρλώνω στο μάξιμουμ τον πισινό μου, για να ανοίξουν οι γλουτοί, απομακρύνω τα γόνατα και περιμένω. Γονατίζει, πλησιάζει το πρόσωπό του στη μικρή τριζάτη χαραμάδα μου. Όταν κολλάει το στόμα του είναι σα να σκαρφαλώνει εκεί ένα σαλιγκάρι, στη βαθιά μου κοιλάδα. Ξέρω ότι εν συνεχεία, για να ξεπληρώσω τις καλές του υπηρεσίες, θα μου επιβάλει μια ηδονή πιο βίαιη. Από φόβο και ελπίδα το κεφάλι μου γυρίζει, αφήνομαι απολύτως σε αυτή την πρώτη ευτυχία και η έκστασή μου τον ενθαρρύνει να την κάνει να διαρκέσει περισσότερο. Ενίοτε, καθώς το μέτωπο πιέζει το σεντόνι, ανοίγω τα μάτια και κοιτάζω στον άξονα της γέφυρας που σχηματίζουν οι μηροί μου: βλέπω τότε, στο βάθος του πίνακα, το μίσχο του τεντωμένο στο κενό, ή σφιγμένο στην παλάμη του που πηγαινοέρχεται, καθώς το στόμα του είναι κολλημένο σα βεντούζα στο μικρό μου άνθος. Οι γλουτοί μου κυματίζουν μαζί με την ευτυχία μου. Τη στιγμή που οι γοφοί μου και η κοιλιά μου αναπηδούν, κολλάω στο πηγούνι και τη μύτη του, και γίνομαι τόξο ακόμα περισσότερο, για να του παρουσιάσω το άνθος μου και να έρθει η γλώσσα του να ολοκληρώσει την ηδονή μου. Στους παλμούς του κρεβατιού νοιώθω το ρυθμό της παλάμης του, τις αλλαγές του ρυθμού και τις στιγμές που πρέπει μα σταματήσει για να μην τελειώσει ακόμα. Εγώ χύνω χωρίς συγκρατημό, γιατί δεν έχω όρια.'
'Βρίσκω ότι η φύση είναι καλοφτιαγμένη, να προσφέρει στον άνδρα που αγαπώ το άνθος μου από την καλή μεριά, το μικρό ρόδο από την ανάποδη και το στόμα στο πρόσωπό μου. Στις μεγάλες στιγμές μπορείς να χρησιμοποιείς τις τρεις εισόδους εναλλακτικά και με άλλη σειρά. Δεν είμαστε παρά δύο, αλλά αυτό μας τρελαίνει και μοιάζει σαν όργιο με πολύ κόσμο. Το να χάνεις το συναίσθημα και τη γεύση του οργίου στον έρωτα, είναι σα να χάνεις τα πάντα. Μου αρέσει, παραδείγματος χάριν, να βάζω τον άντρα στα τέσσερα, να δαγκώνω, να μαλάζω, να χτυπάω τα πισινά του· να ξαπλώνω, με το κεφάλι κάτω από το θησαυρό του που κρέμεται, για να τον κλείσω ανάμεσα στα δόντια μου, να τον ρουφήξω, να το βυθίσω ως τις αμυγδαλές μου· ύστερα να τον περιποιηθώ από πίσω, γλείφοντας το δικό του μικρό ρόδο, και βυθίζοντας μέσα τα δάχτυλά μου. Μου αρέσει να νοιώθω κάτω από το δέρμα το κύμα που φτάνει χτυπώντας δυνατά και πάει να πέσει βαριά κάτω από εκείνον, στο σεντόνι, ή στο πάτωμα.'
Αλίνα Ρέγες, Το Ημερολόγιο του Άνθους Μου, μτφρ. Άννα Δαμιανίδη, εκδ. Ποταμός
'Κατά μήκος της αμμουδιάς, στα ρηχά, η κινητή αυτή φωτεινότητα ήταν γεμάτη αλλόκοτα πλάσματα, με κορμιά φτιαγμένα από φεγγαροαχτίδες και μάτια που έκαιγαν, κάπου - κάπου, ένα πιο μεγάλο βότσαλο αγκιστρωνόταν στη θέση του και γέμιζε μαργαριτάρια. Η παλίρροια ισοπέδωσε τη σκαμμένη από τη βροχή άμμο, σκεπάζοντάς τα όλα μ’ ένα στρώμα από ασήμι. Άγγιξε τον πρώτο από τους λεκέδες που είχε στάξει από το τσακισμένο κορμί, και τα πλάσματα σχημάτισαν ένα κινητό κομμάτι φως όταν μαζεύτηκαν στην άκρη. Το νερό σηκώθηκε κι άλλο και γέμισε με φως τα τραχιά μαλλιά του Σάιμον. Το μάγουλό του έγινε ασήμι κι ο ώμος του πελεκημένο μάρμαρο. Τα παράξενα πλάσματα με τα φλογισμένα μάτια και τα διάφανα σώματα μαζεύτηκαν γύρω από το κεφάλι του. Το κορμί σηκώθηκε λίγα χιλιοστά από την άμμο και μια φυσαλίδα ξέφυγε απ’ το στόμα μ’ έναν υγρό ήχο. Έπειτα κύλησε απαλά στο νερό. Κάπου πάνω από τη σκοτεινιασμένη καμπύλη του κόσμου, ο ήλιος και το φεγγάρι πάλευαν· και το υγρό υδάτινο στρώμα στον γήινο πλανήτη κρατήθηκε μετέωρο, φουσκώνοντας ελαφρά από τη μια πλευρά, ενώ ο στέρεος πυρήνας εξακολουθούσε να γυρίζει. Το μεγάλο κύμα της παλίρροιας συνέχισε την πορεία του κατά μήκος του νησιού και το νερό σηκώθηκε. Σιγά – σιγά, περιστοιχισμένο από περίεργα πλάσματα, ασημένια σιλουέτα κάτω από τους απαθείς αστερισμούς, το νεκρό κορμί του Σάιμον ξεκίνησε για τ’ ανοιχτά.'
Γουίλιαμ Γκόλντιγκ, Ο Άρχοντας των Μυγών, μτφρ. Ρένα Χατχούτ, εκδ. Καστανιώτης
Ο κόσμος καθαυτός δεν είναι λογικός. Ωστόσο, αυτό που συνιστά το παράλογο είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στο ανορθολογικό και τη σφοδρή επιθυμία για σαφήνεια, που η επίκλησή της ηχεί ως τα μύχια του ανθρώπου. Το παράλογο αφορά εξίσου στον άνθρωπο και στον κόσμο. Αποτελεί, προς το παρόν, το μοναδικό σημείο συνάντησής τους.
*
Την έννοια της ελευθερίας την αντιλαμβάνομαι όπως ο φυλακισμένος ή όπως το σύγχρονο άτομο μέσα στους κόλπους του Κράτους. Η μόνη ελευθερία που γνωρίζω είναι εκείνη του πνεύματος και της πράξης. Συνεπώς, αν το παράλογο εκμηδενίζει όλες μου τις ευκαιρίες για αιώνια ελευθερία, εξωθεί και ξεσηκώνει την ελευθερία μου για δράση.
*
Να λοιπόν ο κόσμος της φαντασίας· κόσμος διορθωμένος από την παρέμβαση του καλλιτέχνη· ένας κόσμος όπου ο πόνος —αν το θελήσει ο καλλιτέχνης— μπορεί να τον ακολουθεί ως το θάνατο, με πάθη πάντα ζωντανά, και υπάρξεις παρούσες διαρκώς η μια για την άλλη, παραδομένες στις εμμονές τους. Ο άνθρωπος δίνει τελικά στον εαυτό του τη μορφή και το μέτρο της γαλήνης που κυνηγάει μάταια στην υπαρξιακή του κατάσταση.
Αλμπέρ Καμί, Αλμπέρ Καμύ: Επιλογή από το Έργο του, μτφρ. Ελένη Ποταμιάνου, εκδ. Στιγμή
Πολλές φορές αρνούμαι το γινόμενο Μνήμη. Προτιμώ τη διαρκή πράξη, το Τότε του Τώρα σε αναστάσιμο πολλαπλασιασμό.
Αλλιώς, κλαίω πάνω του αόριστος γιατί ουσιαστικά επαναπατρισμός δεν υπάρχει και οι νεκροί είναι πουλιά.
Τη μέρα ανοίγει ο χρόνος και ο νέος πόνος σφυρίζει στην αειπάρθενη πραγματικότητα.
Δημήτρης. Ι. Κατσαγάνης, από τη συλλογή Διαμερίσεις, εκδ. Γαβριηλίδης
στον κινέζο ποιητή Λι Χο (791-817)
ο θάνατος πάνω στ' άλογό του λευκός ποιητής γυρίζει από Κίνα σε Κίνα πουλάει τα ποιήματα στις αγορές ένα προς ένα ένα προς θάνατο οι άνθρωποι ακούνε ο θάνατος απαγγέλλει ο κόσμος αγοράζει αυτό που πιότερο του αρέσει
* * *
με της έφηβης την ακατάλυτη σιγουριά με το χαμόγελο απαλό (σεντόνι δροσερό στου ύπνου μας το μεσημέρι και θάνατος χειμώνα) η πρώτη άνοιξη μας χαιρετά ήρεμη και πανέμορφη βαδίζοντας τον χρόνο της εχέδωρο κι απέραντο και διόλου βιιαστικά! γνωρίζοντας πως μόνο η αβεβαιότητα δεν έχει υπομονή
* * *
δικά σου είναι τα ποιήματα που δεν τα γράφω e. e. cummings
αδυσώπητα χυμούν στο ποίημα
τ’ αχόρταγα φιλιά σου δαγκώνοντας βαθιά την κάθε λέξη και με τη γλώσσα της τον κάθε μου στίχο λαξεύει μέχρι αυτός να γίνει τέλειος! ώσπου στο τέλος μέσα στο σώμα της μοναδικό όλο το ποίημα θα γευτεί όλο το ποίημα μέσα στα σπλάχνα της πάλι και πάλι θα χαθεί
Αντώνης Ψάλτης, ποιήματα από τη συλλογή Ο Ήρωας Μέσα Μου, εκδ. Γαβριηλίδης