
Ἡ χώρα τοῦ αἵματος τρέχει κάτω ἀπὸ τὸ φόρεμα σὲ σκοτεινὲς πάντα διαδρομὲς
Ὅταν λέμε Ἐδῶ ἀρχίζει ἡ σάρκα τῆς νυκτὸς καὶ βουλιάζουν στὴν ἄμμο οἱ λάθος δρόμοι
Κι ἐσὺ σοφὴ σκάβεις τοποθετώντας φανοστάτες μέσα στὰ κοπάδια
Καὶ ξαπλώνεις στὸ κατώφλι τῆς ἄχαρης χώρας τοῦ θανάτου.
*
ΑΠΕΙΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ II
Κοίτα, τώρα ὅλοι οἱ δρόμοι ποὺ ἀκολουθοῦσες κλείνουν,
Οὔτε κι αὐτὴ ἡ ἀνακωχὴ πιὰ σοῦ δίνεται
Νὰ βαδίζεις ἔστω χαμένος. Γῆ ποὺ ὑπεκφεύγει
Εἶναι ὁ θόρυβος τῶν βημάτων σου ποὺ πιὰ δὲν προχωροῦν.
Γιατί ἄφησες τοὺς βάτους νὰ ξανασκεπάσουν
Μιὰ μεγάλη σιωπὴ ποὺ εἶχες προσεγγίσει;
Ἡ φωτιὰ ἔρημη ἀγρυπνεῖ στὸν κῆπο τῆς μνήμης
Καὶ σύ, σκιὰ στὴ σκιά, ποῦ εἶσαι, ποιός εἶσαι;
Ιβ Μπονφουά, Ποιήματα, μτφρ. Μηνάς Δημάκης & Χριστόφορος Λιοντάκης, εκδ. Καστανιώτης
