Clip from Hisayasu Satô’s Bijin reporter: boko nama-chukei (1989)

I [απόσπασμα]
[...]
Εφιάλτες μόνο βλέπω
μπροστά μου: προβλέπω
και δεν το ’θελα αυτό το χάρισμα,
τρόμαζα και πίεζα να το πνίξω,
μάντης κάθε προσωπικής μου
απώλειας στο μέλλον
όπισθεν δεν έχει η ζωή.
Δεν μου δόθηκε να τραγουδήσω
το φόβο ούτε την έκβαση
της κρίσης, ούτε έγραψα ποτέ μου
πως κόκκινο ήταν το αεράκι
που σμίλευε ρυτίδες
στο σεντόνι της θάλασσας.
Δεν είπα πως ήταν κόκκινο
το αδηφάγο στόμα μου
όταν κάθονταν πάνω στο στόμα της.
Δεν είπα πως ήταν κόκκινα
τα χέρια που αγκάλιαζαν
το κορμί της - δεν τα τραγούδησα.
[...]
Δεν τραγούδησα τις απαγορεύσεις.
Μόνον αυτά που εισέπραττα.
Τραγούδησα το λυγμό μου
που είχε το βάθος ενός χαμόγελου.
Τραγούδησα την απροσδόκητη χαρά
που κρύβει μέσα της βαθειά
κόκκινο άγριο χρώμα,
το αίμα που έφτυσα
όσο μακριά μπορούσα
να δω προς τα πού φυσάει
ο άνεμος να καθορίσει
την κατεύθυνση
τον προσεχή προορισμό μου.
Δεν ἐγραψα για τη χαρά.
[...]
Σωτήρης Παστάκας, από τη συλλογή Παράρτημα στη Χαρά, εκδ. Ποιείν

Ένας μανδύας
Και περπάτησα γυμνή
εξ αρχής
εισπνέοντας
τη ζωή μου,
εκπνέοντας
ποιήματα,
αλαζών μέσα στην αθωότητα.
Μα από τα σύνεφα-άσματα που έφτιαξε η ανάσα μου
μες στον ψυχρό αέρα
ένας μανδύας γεννήθηκε.
λευκός και,
μία λέξη εδώ
η άλλη παρά πέρα
παγωμένη, αστραφτερή,
βαριά σαν πέτρα.
Μια μάσκα που σκοπό δεν είχα
να φορέσω, σαν από πάγο,
κρύβει το πρόσωπό μου.
Τα μάτια ερευνούν,
μια πολυπόθητη σιωπή στου αίματος τον πυρήνα.
*
Κυριακή απόγευμα
Μετά απ’ την Πρώτη Κοινωνία
και το γεύμα με τα μάνγκο και
τη γαμήλια τούρτα, οι νεαρές κόρες
του εμπόρου του καφέ ξαπλώνουν
για ύπνο μεγάλο μεσημεριανό, και τα λευκά τους φορέματα
ξαπλώνουν δίπλα τους ήσυχα
και τα λευκά πέπλα στα όνειρά τους
αιωρήθηκαν ενώ οι μύγες βούιζαν.
Όμως σαν έγειρε
καμένο το απόγευμα σηκώθηκαν
κι έτρεξαν γύρω στη γειτονιά
ανάμεσα στις μισόκτιστες βίλες
ζωντανές, ολοζώντανες, κλοτσώντας μια μπάλα του μπάσκετ, φορώντας
άλλα νέα φορέματα, ματοκόκκινα βελούδα.
Ντενίς Λέβερτοφ, Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Το μάτι μοιάζει με κάτι χυδαίο
μέσα στο άσκημο τσόφλι του.
Βγες στ’ ανοιχτά
μ’ όλη τη λάμψη σου.
*
Γιάτρεψε την τύφλωση με το σάλιο μιας πόρνης.
*
Επιδίωκε να εκτίθεται, και ζούσε τη φρίκη της προσπάθειας να συναρμολογήσει ένα μύθο ενώπιον ενός δισεκατομμυρίου σκοτεινών, στεγνών και ανελέητων ματιών. Αφήνοντας το αεροπλάνο του, προχωρούσε αποφασιστικά προς το συρματόπλεγμα, περιφρονώντας τις συμβουλές των πρακτόρων του, για ν’ αγγίξει κάτι με τα χέρια του. Όντας πολύ κοντά κι έτοιμα ν’ αποκριθούν στην πρόσκλησή του να έρθουν να τον αποθαυμάσουν είτε από λατρεία είτε με τα όπλα. Κι αυτή η έντονη ενδόμυχη ανέκφραστη βεβαιότητα πως το σώμα του ήταν ένας στόχος σε κάθε δημόσια στιγμή. Νέες νευρικές αισθήσεις ανθίζουν στην κοιλότητα του κήπου του νωτιαίου μυελού του αυχένα του. Θα ’λεγες πως όταν σας κοίταζε, απογύμνωνε το περιεχόμενο του κρανίου σας. Φυσικά. Διότι τα χαμόγελα ενός καλοπροαίρετου θαυμαστή κρύβουν άνετα το θάνατο πίσω από τα δόντια του γάτου. Ούτε παράνοια, ούτε ξεγνασιά που αγνοεί το θάνατο, αλλά μια λεπτή κι αισθησιακή γνώση της βίας σ’ ένα αιώνιο παρόν.
*
Η επιλογή ενός ερωτικού συντρόφου αρχικά βασίζεται πάνω στην οπτική έλξη. Είναι λάθος να πιστεύεις πως το μάτι μπορεί να χαϊδέψει μια γυναίκα. Μια γυναίκα είναι φτιαγμένη από φως ή από σάρκα; Η εικόνα της δεν είναι ποτέ πραγματική για το μάτι, εγγράφεται στα άκρα των δαχτύλων.
Τζιμ Μόρισον, Σημειώσεις για την Όραση, μτφρ. Αντώνης Εμμανουήλ & Τασία Χατζή, εκδ. Ερατώ

'Τό πλοῖο μέ τή μεσίστια ἔχει περάσει τό μισό...
Μπροστά ἄσπρο γαλάζιο ἀχνό ράχες μέ ἴσκιο βαθύ
γυναῖκες ομίχλης μέ φωσφορίζοντα κόκαλα
ἀπέναντι κοιτᾶνε
Τό πλοίο ἔχει περάσει πιό πάνω ἀπ' τό μισό...
Πίσω τό λιμάνι
προβολεῖς χιαστί κι ὑπνωτισμένοι σκύλοι
ἀνιχνεύουν τή θάλασσα
Πίσω οἱ Μητροπόλεις
σκοτεινές φωταγωγημένες
πυροτεχνήματα καί σεληνιασμένοι πέφτουν στή ιάλασσα
ψάχνουνε κύμα τό κύμα
τό πλοῖο
Στήν πορεία του κόκκινοι ἀφροί
παρασιτικά ὄστρακα ἕλικες πνιγμένοι καί φύκια
τό πλοῖο ἀνεβάζει ἀργά λάθος (;) χρῶμα τή σημαία
Ξανά πεθαίνει ὁ Αἰγέας
Κρέπια στίς Μητροπόλεις ἀνεμίζουνε
Ἄθεοι στό Χριστό θυσιάζονται
Ἡ πίστη ἀποκαθίσταται
τό πλοῖο ταξιδεύει...'
Κατερίνα Γώγου, από τη συλλογή Απόντες, εκδ. Καστανιώτης

'Λόγω της μονοσήμαντης αντίληψης του Χρόνου στην οποία παραμένει προσκολλημένη η συμβατική σκέψη, οι άνθρωποι έχουν την τάση να σκέφτονται τα πάντα με γραμμικό, κοσμοκεντρικό τρόπο. Αυτή η διανοητική παγίδα έγινε αφορμή για τη γέννηση βραχύβιων θεωριών σχετικά με το αίτιο και το αιτιατό, με αποτέλεσμα τη διαιώνιση μιας κατάστασης όπου οι αντιδράσεις μας στις κρίσεις είναι απαράλλαχτα σπασμωδικές κι απρογραμμάτιστες.'
'Οποιοδήποτε μονοπάτι περιορίζει τις εναλλακτικές μορφές του μέλλοντος μπορεί να καταλήξει θανάσιμη παγίδα. Οι άνθρωποι δεν περπατάνε μέσα σ' ένα λαβύρινθο. Έχουν μπροστά τους έναν ανοιχτό ορίζοντα, γεμάτο μοναδικές ευκαιρίες. Ο περιορισμός των εναλλακτικών εκδοχών μπορεί να αποδειχθεί ελκυστικός μόνο σε πλάσματα που περνούν τη ζωή τους με το κεφάλι στην άμμο. Η σεξουαλικά παραγόμενη μοναδικότητα και διαφοροποίηση των ατόμων αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την επιβίωση του είδους.'
'Η υπόθεση ότι ένα ολόκληρο σύστημα μπορεί να πιεστεί να λειτουργήσει καλύτερα μέσα από μια ολομέτωπη επίθεση επί των συνειδητών στοιχείων του προδίδει μια επικίνδυνη άγνοια. Αυτή ήταν συχνά η προσέγγιση των πραγμάτων που ακολουθούσαν οι επιστήμονες και οι τεχνολόγοι.'
Φρανκ Χέρμπερτ, Dune: Τα Παιδιά του Ντιουν, μτφρ. Νικήτας Τουρβάς, εκδ. Anubis

Ευγένεια ουσ. Η πιο αποδεκτή υποκρισία.
Δόλωμα ουσ. Η διαδικασία που κάνει το αγκίστρι πιο νόστιμο. Το καλύτερο είδος ομορφιάς.
Ζηλιάρης επίθ. Ο υπέρμετρα προσηλωμένος στη διαφύλαξη αυτού που θα μπορούσε να χάσει μόνον αν δεν άξιζε να το κρατήσει.
Θρησκεία ουσ. Κόρη της Ελπίδας και του Φόβου, που εξηγεί στους αμαθείς τη φύση της αμάθειας.
Παρελθόν ουσ. Το τμήμα της Αιωνιότητας, με του οποίου ένα πολύ μικρό μέρος διατηρούμε κάποια ασήμαντη, εντελώς μηδαμινή σχέση. Μια κινητή γραμμή που ονομάζεται Παρελθόν χωρίζει την αιωνιότητα από μια φανταστική περίοδο γνωστή ως Μέλλον. Αυτές οι δύο μεγάλες υποδιαιρέσεις της Αιωνιότητας, που αλληλοεξοντώνονται συνεχώς, είναι τελείως διαφορετικές. Η μια είναι σκοτεινή, γεμάτη θλίψη και απογοήτευση και η άλλη φωτεινή, γεμάτη προσδοκία και χαρά. Το Παρελθόν είναι η χώρα των λυγμών, το Μέλλον είναι η επικράτεια των τραγουδιών. Στην πρώτη, κάθεται κατάχαμα η Μνήμη, ντυμένη μ’ ένα θλιβερό κουρέλι, σκεπασμένη με στάχτες, κι όλο μουρμουρίζει προσευχές, κι όλο ζητάει συγχώρεση. Κάτω απ’ τον ολόλαμπρο ήλιο της δεύτερης πετάει ελεύθερη η Ελπίδα, κι όλο κελαηδά στους ναούς της επιτυχίας, κι όλο τιτιβίζει γλυκά στους κήπους της απόλαυσης. Κι όμως, το Παρελθόν είναι το Μέλλον του χθες και το Μέλλον είναι το Παρελθόν του αύριο. Το ίδιο πράγμα: γνώση και όνειρο.
Προσεύχομαι ρ. Ζητώ να καταργηθούν οι νόμοι του σύμπαντος για χάρη ενός μόνο αιτούντος που, συν τοις άλλοις, είναι ομολογουμένως ανάξιος.
Υπερβολή ουσ. Στην ηθική, έτσι ονομάζεται η απόλαυση που ενισχύει, με τις κατάλληλες παραβάσεις, το νόμο της μετριοπάθειας.
Άμπροουζ Μπιρς, από το Αλφαβητάρι του Διαβόλου, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ηλέκτρα

'Βαθιά, ἀπροσμέτρητη ἡ ἀξία τοῦ ρεούμενου τούτου κόσμου: ἀπὸ αύτὸν πιάνεται ὁ Θεός κι ἀνεβαίνει· ἀπὸ αὐτὸν θρέφεται ὁ Θεὸς καὶ πληθαίνει.
Ἀνοίγει ἡ καρδιά μου, φωτίζεται ὁ νοῦς, καὶ μονομιᾶς τὸ φοβερὸ τοῦτο στρατόπεδο τοῦ κόσμου μοῦ ξεσκεπάζεται ἐρωτικιὰ παλαίστρα.
Δυὸ σφοδροὶ ἀντίθετοι ἄνεμοι, ὁ ἕνας ἀρσενικός, ὁ ἄλλος θηλυκός, συναντήθηκαν καὶ συγκρούονται σ’ ἕνα σταυροδρόμι. Σοζυγιάστηκαν μιὰ στιγμή, πύκνωσαν, γενῆκαν ὁρατοί.
Τὸ σταυροδρόμι τοῦτο εἶναι τὸ Σύμπαντο. Τὸ σταυροδρόμι τοῦτο εἶναι ἡ καρδιά μου.
Ἀπὸ τὸ πιὸ σκοτεινὸ μόριο ὕλης ὥς τὸν πιὸ μεγάλο στοχασμό, μεταδίνεται ὁ χορὸς τῆς γιγάντιας ἐρωτικιᾶς σύγκρουσης.
Ἡ ὕλη εἶναι ἡ γυναίκα τοῦ Θεοῦ μου· οἱ δυὸ μαζὶ παλεύουν, γελοῦν καὶ κλαῖνε, φωνάζουν μέσα στὸ θάλαμο τῆς σάρκας.
Γεννοβολοῦν, μελίζουνται. Γιομώνουν στεριὰ καὶ θάλασσα κι ἀγέρας ἀπὸ φυτολόι, ζωολόι, ἀνθρωπολόι καὶ πνεύματα, τὸ ἀρχέγονο ζευγάρι μέσα στὸ κάθε ζωντανὸ ἀγκαλιάζεται, διαμελίζεται καὶ πληθαίνει.
Ὅλη ἡ ἀγωνία τοῦ Σύμπαντου συμμαζωμένη ξεσπάει στὸ κάθε ζωντανὸ καὶ ὁ Θεὸς μέσα στὴ γλύκα, μέσα στὴν πίκρα τῆς σάρκας κιντυνεύει.
Μὰ τινάζεται, πηδάει ἀπὸ τὰ φρένα κι ἀπὸ τὰ λαγόνια, χιμάει, πιάνεται ἀπὸ καινούρια λαγόνια καὶ φρένα, καὶ ξεσπάει πάλι ἀπαρχῆς ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἐλευτερία.
Γιὰ πρώτη φορά, ἀπάνω στὴ γῆς ἐτούτη, μέσα ἀπὸ τὸ νοῦ κι ἀπὸ τὴν καρδιά μας, κοιτάζει ὁ Θεὸς τὸν ἀγώνα του.
Χαρά! Χαρά! Δὲν ἤξερα πὼς ὁ κόσμος τοῦτος εἶναι τόσο ἕνα μαζί μου, πὼς ὅλοι εἴμαστε ἕνας στρατός, πὼς οἱ ἀνεμῶνες καὶ τ’ ἄστρα μάχουνται, δεξὰ ζερβὰ μου, καὶ δὲ μὲ γνωρίζουν, μὰ ἐγὼ στρέφουμαι καὶ τοὺς γνέφω.
Θερμό, ἀγαπημένο, γνώριμο, μυρίζοντας σὰν τὸ κορμί μου, εἶναι τὸ Σύμπαντο. Ἔρωτας μαζί καὶ πόλεμος, σφορδὴ ἀνησυχία, ἐπιμονὴ κι ἀβεβαιότητα.
Ἀβεβαιότητα καὶ τρόμος. Σὲ μιὰ βίαιη ἀστραπὴ ξεχωρίζω: στὴν πιὸ ἀψηλὴ κορφὴ τῆς δύναμης ἀγκαλιάζουνται -τὸ πιὸ στερνό, τὸ πιὸ φοβερὸ ἀντρόγυνο- ὁ Τρόμος κι ἡ Σιγή. Κι ἀνάμεσά τους μιὰ Φλόγα.'
Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική: Salvatores Dei, εκδ. Καζαντζάκη

Ό,τι υπήρξε
οριζόντια
πριν τη μέρα
υιοθετώντας τις παράξενες
συνήθειες ερπετού
κάτω απ’ την πέτρα
ζώντας τον χειμώνα
μέσα στα δέντρα
εικόνες της μικρής ζωής
επαληθεύοντας
την κλειδωμένη άνθηση
επαληθεύοντας
τη ραγισμένη αίσθηση
ό,τι υπήρξε πριν
τον κάθετο ίλιγγο.
*
Μέρα κι όπως έρωτας
το έρεβος μαραίνει
μέρα το ρημαγμένο
χέρι λειτουργεί.
*
Φύλλα ραγίζοντας γυρίζουν στον αγέρα
φύλλα γυρίζοντας ραγίζουν τον αγέρα
φύλλα χορεύοντας διαγράφουν την άνοιξη
την άνοιξη γδύνοντας δείχνοντας
πάλι το γυμνό
πεπερασμένο σώμα.
Νίκος Βιολάρης, Πέρα απ’ τη Μέρα, εκδ. Γαβριηλίδης

'Η μνήμη έχει μια παράδοξη σημασία για μένα, μια σημασία που έλπιζα πως θα βρεθούν κάποιοι να τη μοιραστούν μαζί μου. Πάντα με άφηνε έκπληκτο το πώς οι άνθρωποι κρύβονται από τις προγονικές αναμνήσεις τους, απομονώνοντας τους εαυτούς τους πίσω από τα χείλη του μύθου. Ω, δε θα περίμενα από αυτούς να αναζητήσουν ποτέ την τρομερή αμεσότητα κάθε ζωντανής μνήμης που είμαι εγώ υποχρεωμένος να βιώνω. Καταλαβαίνω πως ίσως να μη θέλουν να βυθιστούν σε μια θάλασσα ασήμαντων προγονικών αναμνήσεων. Επιπλέον, έχετε κάθε λόγο να φοβάστε ότι μπορεί οι ζωντανές στιγμές σας να καταληφθούν από άλλους. Παρ’ όλα αυτά, η ουσία βρίσκεται εκεί, ανάμεσα σ’ αυτές τις μνήμες. Κουβαλάμε την κληρονομιά του παρελθόντος μας προς το μέλλον σαν ένα ζωντανό κύμα, όλες τις ελπίδες, τις χαρές και τις λύπες, τις αγωνίες και τους θριάμβους του παρελθόντος. Τίποτα ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις μνήμες δεν είναι κενό νοήματος, τίποτε δε στερείται επιρροής - όχι, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει ανθρώπινο είδος. Έχουμε τούτη τη λαμπρή Αιωνιότητα ολόγυρά μας, το Χρυσό Μονοπάτι του πάντοτε, στο οποίο μπορούμε διαρκώς να καταθέτουμε την ασήμαντη αλλά εμπνευσμένη μας αφοσίωση.'
'Σε ολόκληρο το σύμπαν μου, ποτέ δε συνάντησα ένα νόμο της φύσης σταθερό και αναλλοίωτο. Το μόνο που έχει να παρουσιάσει το σύμπαν είναι μεταβαλλόμενες σχέσεις, που κάποτε εκλαμβάνονται ως νόμοι από βραχύβιες συνειδήσεις. Αυτές οι σαρκικές συναθροίσεις αισθήσεων τις οποίες αποκαλούμε άτομα δεν είναι παρά εφήμερα φαινόμενα, που λιώνουν στη φλόγα της αιωνιότητας και γνωρίζουν για μια φευγαλέα στιγμή κάποιες πρόσκαιρες συγκυρίες που τους περιορίζουν τις δραστηριότητες και μεταβάλλονται μαζί τους. Αν πρέπει να δώσουμε όνομα στο απόλυτο, τότε καλό θα ήταν να χρησιμοποιήσουμε το σωστό όρο: Εφήμερο.'
Φρανκ Χέρμπερτ, Dune: Ο Θεϊκός Αυτοκράτορας του Ντιουν, μτφρ. Νικήτας Τουρβάς, εκδ. Anubis







