
'Βαθιά, ἀπροσμέτρητη ἡ ἀξία τοῦ ρεούμενου τούτου κόσμου: ἀπὸ αύτὸν πιάνεται ὁ Θεός κι ἀνεβαίνει· ἀπὸ αὐτὸν θρέφεται ὁ Θεὸς καὶ πληθαίνει.
Ἀνοίγει ἡ καρδιά μου, φωτίζεται ὁ νοῦς, καὶ μονομιᾶς τὸ φοβερὸ τοῦτο στρατόπεδο τοῦ κόσμου μοῦ ξεσκεπάζεται ἐρωτικιὰ παλαίστρα.
Δυὸ σφοδροὶ ἀντίθετοι ἄνεμοι, ὁ ἕνας ἀρσενικός, ὁ ἄλλος θηλυκός, συναντήθηκαν καὶ συγκρούονται σ’ ἕνα σταυροδρόμι. Σοζυγιάστηκαν μιὰ στιγμή, πύκνωσαν, γενῆκαν ὁρατοί.
Τὸ σταυροδρόμι τοῦτο εἶναι τὸ Σύμπαντο. Τὸ σταυροδρόμι τοῦτο εἶναι ἡ καρδιά μου.
Ἀπὸ τὸ πιὸ σκοτεινὸ μόριο ὕλης ὥς τὸν πιὸ μεγάλο στοχασμό, μεταδίνεται ὁ χορὸς τῆς γιγάντιας ἐρωτικιᾶς σύγκρουσης.
Ἡ ὕλη εἶναι ἡ γυναίκα τοῦ Θεοῦ μου· οἱ δυὸ μαζὶ παλεύουν, γελοῦν καὶ κλαῖνε, φωνάζουν μέσα στὸ θάλαμο τῆς σάρκας.
Γεννοβολοῦν, μελίζουνται. Γιομώνουν στεριὰ καὶ θάλασσα κι ἀγέρας ἀπὸ φυτολόι, ζωολόι, ἀνθρωπολόι καὶ πνεύματα, τὸ ἀρχέγονο ζευγάρι μέσα στὸ κάθε ζωντανὸ ἀγκαλιάζεται, διαμελίζεται καὶ πληθαίνει.
Ὅλη ἡ ἀγωνία τοῦ Σύμπαντου συμμαζωμένη ξεσπάει στὸ κάθε ζωντανὸ καὶ ὁ Θεὸς μέσα στὴ γλύκα, μέσα στὴν πίκρα τῆς σάρκας κιντυνεύει.
Μὰ τινάζεται, πηδάει ἀπὸ τὰ φρένα κι ἀπὸ τὰ λαγόνια, χιμάει, πιάνεται ἀπὸ καινούρια λαγόνια καὶ φρένα, καὶ ξεσπάει πάλι ἀπαρχῆς ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἐλευτερία.
Γιὰ πρώτη φορά, ἀπάνω στὴ γῆς ἐτούτη, μέσα ἀπὸ τὸ νοῦ κι ἀπὸ τὴν καρδιά μας, κοιτάζει ὁ Θεὸς τὸν ἀγώνα του.
Χαρά! Χαρά! Δὲν ἤξερα πὼς ὁ κόσμος τοῦτος εἶναι τόσο ἕνα μαζί μου, πὼς ὅλοι εἴμαστε ἕνας στρατός, πὼς οἱ ἀνεμῶνες καὶ τ’ ἄστρα μάχουνται, δεξὰ ζερβὰ μου, καὶ δὲ μὲ γνωρίζουν, μὰ ἐγὼ στρέφουμαι καὶ τοὺς γνέφω.
Θερμό, ἀγαπημένο, γνώριμο, μυρίζοντας σὰν τὸ κορμί μου, εἶναι τὸ Σύμπαντο. Ἔρωτας μαζί καὶ πόλεμος, σφορδὴ ἀνησυχία, ἐπιμονὴ κι ἀβεβαιότητα.
Ἀβεβαιότητα καὶ τρόμος. Σὲ μιὰ βίαιη ἀστραπὴ ξεχωρίζω: στὴν πιὸ ἀψηλὴ κορφὴ τῆς δύναμης ἀγκαλιάζουνται -τὸ πιὸ στερνό, τὸ πιὸ φοβερὸ ἀντρόγυνο- ὁ Τρόμος κι ἡ Σιγή. Κι ἀνάμεσά τους μιὰ Φλόγα.'
Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική: Salvatores Dei, εκδ. Καζαντζάκη
