'[...] σε τοπικό επίπεδο οι ουσίες κινούνται για διάφορους λόγους. Κατά πρώτον, για να εξασφαλίσουν τη διάρκεια και τη διατήρηση της ζωής τους που εξαρτάται από την κίνηση (καθώς, όπως προαναφέραμε, τα πράγματα κινούνται κυκλικά στην καθαυτό τους θέση χάρη στην έμφυτη ψυχή και το πνεύμα)· κατά δεύτερον, για να διαφύγουν το αντίθετό τους· κατά τρίτον, για να αποκτήσουν κάτι αγαθό ή ωφέλιμο· κατά τέταρτον, λόγω απομάκρυνσης ή απώθησης εξαιτίας μιας αντίθετης ώσης· κατά πέμπτον, λόγω βίαιης έλξης από ένα αντίθετο σε κατάσταση έλλειψης ή χρείας μιας ουσίας μετατρέψιμης σε αυτό το ίδιο· καθ' έκτον, λόγω ψυχικής επιλογής σε συμφωνία με την τάση μιας φυσικής δύναμης και, τέλος, λόγω μιας βίαιης δύναμης η οποία -διά της τέχνης ή ακόμη και της μελέτης- παρεμποδίζει τις φυσικές δυνάμεις και τις μεταστρέφει, είτε πάλι λόγω βίας που ασκεί η ίδια η φύση, η οποία -ενόσω είναι αρκετά δυνατή ώστε να κινήσει κάτι προς μία κατεύθυνση- παρεμποδίζει μια άλλη κίνηση μικρότερης ισχύος και την ανακόπτει.'
Τζορντάνο Μπρούνο, Περί Μαγείας, μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Εξάντας
Το χιόνι κάλυπτε το μισό πλέγμα από το παράθυρο και το άνοιξε για να κοιτάξει έξω στον κήπο. Ήταν μια νύχτα λευκή από το φεγγαρόφωτο και το χιόνι. Το χιόνι στροβιλιζόταν. Τα αποστεωμένα γκρίζα θηρία κουλουριάζονταν στα λαγόνια τους, στρέφοντας τα μυτερά τους ρύγχη στο φεγγάρι και ούρλιαζαν σαν να ήταν η καρδιά τους έτοιμη να σπάσει. Δέκα λύκοι, είκοσι λύκοι - πολλοί λύκοι, αμέτρητοι, ούρλιαζαν όλοι από κοινού σαν να τρελάθηκαν. Τα μάτια τους καθρέφτιζαν το φως από την κουζίνα και άστραφταν σαν εκατό κεριά. Τα καημένα, κάνει πολύ κρύο, να γιατί ουρλιάζουν έτσι. Έκλεισε το παράθυρο στο θρήνο των λύκων και αφαίρεσε το κόκκινο σάλι της, στο χρώμα της παπαρούνας, στο χρώμα της θυσίας, στο χρώμα των εμμήνων της, και, επειδή ο φόβος της δεν βοηθούσε, έπαψε να φοβάται. Τι να κάνω το σάλι μου; Να το ρίξεις στη φωτιά, καλή μου. Δε θα το χρειαστείς ξανά. Τύλιξε το σάλι της και το έριξε στις φλόγες που το καταβρόχθισαν αυτόματα. Μετά έβγαλε την μπλούζα της και τα μικρά, λευκά στήθη έλαμψαν, σαν να είχε το χιόνι εισβάλλει στο δωμάτιο. Τι να την κάνω τη μπλούζα μου; Στη φωτιά και αυτή γλυκιά μου. Η λεπτή μουσελίνα έγινε καπνός και πέρασε από την καπνοδόχο σαν μαγικό πουλί και βγήκε και η φούστα, οι μάλλινες κάλτσες, τα παπούτσια της, όλα ρίχτηκαν στη φωτιά, και χάθηκαν για πάντα. Η φωτιά φώτισε το ερεθισμένο της δέρμα, τώρα ήταν ντυμένη μονάχα με το ανέγγιχτο περίβλημα της σάρκας. Αυτή η εκθαμβωτική, γυμνή γυναίκα χτένισε τα μαλλιά της με τα δάκτυλά της, τα μαλλιά της έμοιαζαν λευκά σαν του χιονιού. Μετά πήγε κατευθείαν στον άντρα με τα κόκκινα μάτια και την αχτένιστη χαίτη με τις ψείρες. Στάθηκε στα δάκτυλα των ποδιών της και ξεκούμπωσε το κολάρο του πουκάμισου του. Τι μεγάλα χέρια που έχεις. Για να σε αγκαλιάζω καλύτερα. Όλοι οι λύκοι του κόσμου τώρα ούρλιαζαν έξω από το παράθυρο καθώς αβίαστα του έδινε το φιλί που του χρωστούσε.
Άντζελα Κάρτερ, από το διήγημα ‘Παρέα με τους Λύκους’, Η Ματωμένη Κάμαρα, μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Χατζηνικολή
'Το νεαρό της στήθος ξεπροβάλλει λείο και τέλειο, να σου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Αντιστέκομαι στην επιθυμία να την οσφρανθώ, να τη γλείψω, να τη δαγκώσω. Γρήγορα! Να γδυθεί. Τη θέλω όλη, ολόκληρη προτού αλλάξει γνώμη, ποτέ δεν ξέρεις μ’ αυτές τις εκκολαπτόμενες διαβόλισσες... Ανασήκωσε τα οπίσθια για να μου επιτρέψει να βγάλω το παντελόνι. Η κιλότα της βγήκε μαζί. Μέσα στο μισοσκόταδο, διακρίνω το νεαρό της εφήβαιο, που ξεγυμνώθηκε τυχαία με την κίνηση, τόσο κοντά μου... Απλώνω προσεκτικά ένα δάχτυλο, βρίσκω αμέσως την κλειτορίδα της, στο πιο ζεστό μυστικό της σημείο. Αναπήδησε νευρικά, λες και την έκαψα, και τώρα με κοιτά με το προσωπάκι της ξαναμμένο, απ’ την περιέργεια. Είναι η καλή θέληση προσωποιημένη, αυτό το κορίτσι, διαθέσιμο κι υπάκουο όσο λίγα. Άνοιξε ελαφρά τα γόνατα, δεν ξέρει καλά καλά τι να κάνει, τα μάτια της ζητούν οδηγίες, ένα κάλεσμα.'
'Ανασηκώνεται ελαφρά κι αγγίζω ένα κομμάτι ύφασμα· χώνομαι από κάτω του. Το εφήβαιό της είναι πυκνό σαν φθινοπωρινό χαμόδεντρο, η σχισμή της είναι ζεστή κι υγρή σαν καλοκαιρινή καταιγίδα. Το δάχτυλό μου ακουμπά το μπουμπούκι της κι εκείνη κουνάει απαλά το εφήβαιό της επάνω του αναστενάζοντας. Τελείωσε μέσα στα δάχτυλά μου, όμορφη άγνωστη, η ηδονή που σου προσφέρω είναι ένας ωραίος καρπός του έρωτα και της τύχης.'
'Όλο μου το πρόσωπο βρίσκεται μέσα στο μουνί της, η μύτη μου μέσα στις τρίχες, η γλώσσα μου πάνω στην κλειτορίδα και το πηγούνι μου στον κόλπο της, ώστε να κάνει τα δάχτυλά μου να προχωρήσουν προς τη σχισμή της. Γλιστρώ μέσα της τους δείχτες μου, καθώς οι αντίχειρές μου κάνουν βόλτες γύρω απ' το πτυχωτό δαχτυλίδι του κώλου της.'
'Απ’ το αίμα που η μάνα γης ερούφηξε, φόνος εκδικητής, αδιάλυτος στεριώνει και τον ένοχο σπαράζουν πλήθος οι συμφορές κι ο άγριος πόνος κι άλλους ατέλειωτη, πυκνή σκεπάζει νύχτα.
Γιατρειά δεν έχει η χαλασμένη παρθενιά, κι αν όλοι οι ποταμοί χυθούν στην ίδια κοίτη, δε θα μπορέσουν να ξεπλύνουν το μολυσμένο από το φόνο χέρι.'
'Πολλούς η γη τρόμους τεράτων θρέφει και πλήθος στου πελάγου τα βάθη ζουν αμέρωτα θεριά κι ανάμεσα ουρανού και γης μύριες ανάερες φλόγες. Κι όλα, πετούμενα κι αγρίμια της στεριάς, έχουν να πουν για τη μανία των ανεμοδαρμένων καταιγίδων.
Μα ποιος μπορεί για την παράτολμη να πει γενναία καρδιά του άντρα και των ξεφρενιασμένων γυναικών τον αχαλίνωτο έρωτα, που φέρνει τη δυστυχία στους θνητούς; Ο ακράτητος πόθος που κυβερνάει τα θηλυκά, σ’ ανθρώπους και σε ζώα, του γάμου την ένωση νικά και σπάζει.'
'Κι όποιος, χωρίς να τον σπρώχν’ η ανάγκη, μονάχος του στέργει το δίκιο, δυστυχίες δε θα ’χει η ζωή του· καμιά συμφορά ας μην τον έβρει. Όποιος όμως τα ενάντια τολμάει κι αδικώντας απ’ ολούθε σωρεύει κι αρπάζει με βία, σαν έρθει καιρός, θα σκιστούν τα πανιά του καθώς με κατάρτι σπασμένο το κακό θα τον ζώσει.
Βουλιαγμένος στην αντάρα του στρόβιλου φωνάζει, μα κανείς δεν ακούει· γελά ο θεός για τον άνομον άντρα που ποτέ δε θα το ’βαζε ο νους του πως σε τέτοια αξεδιάλυτα πάθη θα μπλεκόταν κι ανήμπορος θα ’ταν να περάσει τον κάβο· κι ο πλούτος που εσύναξε πριν στη ζωή του, στης Δίκης το βράχο χτυπώντας χάνεται κι ίδιος άκλαυτος πάει.'
'-και το κυνήγι τούτο που τελειώνει; -εκεί που τη χαρά ποτέ δε νιώθουν.'
'Είναι πανέμορφα ετούτα εδώ που έχεις, μπροστά, στο στέρνο σου. Τι όνομα τους έχουν δώσει οι ανθοκόμοι; -Τα λένε βυζιά. -Κι αυτή η μικρή προβιά κάτω από την κοιλιά σου; Είναι της μόδας τώρα να φοράνε γουναρικά στην καρδιά του Ιούλη; Κρυώνεις λιγουλάκι εκεί κάτω; -Α, μπα… Σπανίως.'
'-Έχεις ένα ψαλίδι; Τράβηξε από το «χαλάκι» της μια μεταξένια κλωστή και την ακούμπησε στην κοιλιά της. -Θέλω να σου χαρίσω ένα τσουλούφι από το παρθένο μου όργανο. Θα το κρατήσεις; -Για όλη μου τη ζωή. Διάλεξέ μου όμως μία καλή τούφα. Κι αν θέλεις να μην είναι ορατό, κόψε από τις πιο μακριές τρίχες. -Α, μα κι αυτό το ξέρεις; Σχολίασε απογοητευμένη. Μήπως έχεις καμιά συλλογή; Έκοψε ωστόσο μια θρυαλλίδα ή μάλλον μια μπούκλα, αχαλίνωτα στρογγυλεμένη. Ο κύριος Ντε Λα Φονταίν, της γαλλικής Ακαδημίας, έγραψε ένα ποίημα που λέγεται «Το απίστευτο πράγμα», θέλοντας να πληροφορήσει τη νεολαία ότι το χνούδι κάποιων γυναικών δε γίνεται με τίποτα να ισιώσει. Σίγουρα το είχε ο ίδιος προσπαθήσει. Τι πορνόγεροι που είναι αυτοί οι ακαδημαϊκοί! Με μια μεταξωτή πράσινη κλωστή, η Μωρισέτ έδεσε τις τρίχες μιας μαύρης μπούκλας κι ύστερα τις έκοψε από τη βάση. «Ένα φυλαχτό καρδιάς μουσκεμένο από τον έρωτα μιας παρθένας», είπε.'
'Αυτό που ανοίχτηκε μπρος στα μάτια μου, μου φάνηκε εκπληκτικό. Όλα τα ιδιαίτερά της σημεία ήταν ασυνήθιστα: μια κλειτορίδα προεξέχουσα, τεράστια χείλη λεπτά, κομψά, μαύρα και κόκκινα σαν πέταλα ορχιδέας, ένας κολπικός διάδρομος ευθύς, που σε σύγκριση με τα μεγάλα χείλη παρουσίαζε μια τερατώδη αναλογία. Ένα μαυριδερό άνοιγμα πρωκτού σε σχήμα κονκάρδας που διακρινόταν πάνω στο βυσσινί του φόντο. Όμως, γύρω απ’ όλες αυτές τις λεπτομέρειες, οι ιδιαιτερότητές της, οι πιο εξωπραγματικές, ήταν εκείνες που είχαν να κάνουν με το τρίχωμά της. Νομίζω ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχε ξανακοιμηθεί στο κρεβάτι μου γυναίκα με τόσο μαύρη κι έντονη τριχοφυΐα. Πυκνές τρίχες είχαν σκεπάσει τα πάντα, Την κοιλιά της, τους μηρούς της, το υπογάστριο. Αυξημένες ανάμεσα στα κωλομέρια, σκούραιναν τον πισινό της, ανέβαιναν μέχρι το… Ξαφνικά, δεν έβλεπα τίποτα πια. Η γλώσσα της Τερέζας άγγιζε το δέρμα μου. Οι τεταμένοι μου μύες σφίχτηκαν. Η γλώσσα περιπλανήθηκε, έκανε κύκλους, πέρασε από κάτω… Έτρεμα. Όλο αυτό κράτησε μονάχα μία αγωνιώδη στιγμή. Η Τερέζα ανασήκωσε το κεφάλι και πηδώντας από το κρεβάτι είπε: -Αρκετά γι’ απόψε.'
'Πήδηξε σβέλτα από το κρεβάτι, έτρεξε στην τουαλέτα, έκανε λίγη σαπουνάδα για να μου διανοίξει την οδό και αφού επέστρεψε σε μένα, κοιτάζοντάς με στα μάτια, κάθισε οκλαδόν και χούφτωσε με το δεξί της χέρι το όργανό μου. Ψηλάφηση ολίγων δευτερολέπτων της ήταν αρκετή για να επιτύχει το σκοπό της. Με επιδεξιότητα και με γλύκα κατάπιε από πίσω όλο αυτό που δεν είχε μπορέσει ποτέ να εισάγει από μπρος. Πλήρως! Μέχρι τη ρίζα του! Ακουμπώντας τον μικρό της κώλο πάνω στους όρχεις μου, ανυψώνοντας τα γόνατα, ανοίγοντας τον πισινό της, γονατιστή σαν μικρή διαβολίνα μπρος στον Άγιο Αντώνιο, παραμέρισε τα χοντρά χείλη του άτριχου και κόκκινου φύλου της και αυνανίστηκε μπροστά στα μάτια μου, όπως το κάνουν τα περισσότερα κορίτσια, βάζοντας μέσα της το δάχτυλο.'
'Η μαμά μου έλεγε πάντα ότι με έβαζε να θηλάζω τα υγρά της όσο και το γάλα της. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι κατά τη διάρκεια όλης της παιδικής μου ηλικίας την κοίταζα που αυνανιζότανε και ύστερα, όταν τελείωνε, πήγαινα και την έγλειφα. Και όσο πιο πολύ ζουμί είχε τόσο πιο ευχαριστημένη ήμουνα εγώ. Η μαμά επίσης μου είπε ότι ήμουνα πέντε χρονών την ημέρα που της έκανα γλειφομούνι με τέτοια επιτυχία ώστε την έκανα πραγματικά να τελειώσει. Δεν το θυμάμαι, αλλά ξέρω ότι πρέπει να ήμουνα πολύ μικρή. Δεν πρέπει να την κατηγορούμε τη μαμά για όλα αυτά. Βλέπεις; Σήμερα ακόμα είμαι είκοσι χρόνων, είμαι ελεύθερος άνθρωπος, κι όμως γλείφω ακόμα καθημερινά τη μαμά. Κι όταν τελειώνει, παίρνω τεράστια χαρά επειδή την αγαπώ. Φυσικά, ήμουν ακόμα μικρό κοτοπουλάκι όταν με έβαλε να δοκιμάσω τα χύσια του άντρα. Νομίζω ότι τα έπινα από πάντα Το έγλειφα πάνω της όταν της βρισκόταν στο τρίχωμα ή όπου αλλού.'
'Ύστερα απ' αυτό τι να έκανα το σπέρμα που είχε μείνει μέσα μου; Δεν υπάρχουν μπιντέδες στην εκκλησία και οι νιπτήρες είναι τοποθετημένοι πολύ ψηλά. Σηκώνοντας τυχαία το καπάκι ενός στασιδιού, βρήκα ένα ολοκαίνουργιο μαντίλι που κάποια πιστή ηλικιωμένη πρέπει να το είχε τοποθετήσει εκεί για να το βρει την επόμενη Κυριακή και να κλάψει μ’ αυτό για τις αμαρτίες της. Αντί για δάκρυα σφούγγισε χύσια το μαντίλι με το οποίο καθάρισα καταλλήλως τον πισινό μου. Θα σου άρεσε εσένα να με πάρεις σε εκκλησία; Θα το ξανάκανα αν ήθελες.'
Πιέρ Λουί, Τα Τρία Κοριτσάκια της Μαμάς Τους, μτφρ. Τζένη Κωστοπούλου, εκδ. Το Ποντίκι
Who art thou, White Face? (1959) - Leonora Carrington
'Μήπως ο Χρόνος είναι έξω μου, άρχισα να αναρωτιέμαι στο γυμνάσιο. Όταν τα πράγματα άρχισαν να τρέχουν. Ή μήπως ο Χρόνος είναι μέσα μου. Αν ΕΞΩ πρέπει να συμβαδίζεις με τα γαμημένα τα ρολόγια & τα ημερολόγια. Δεν μπορείς να λουφάρεις. Αν ΜΕΣΑ, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις εσύ. Οτιδήποτε. Δημιουργείς το δικό σου Χρόνο. Σαν να σπας τους δείκτες ενός ρολογιού όπως έκανα κάποτε & να μένει ο δίσκος με τις ώρες να σε κοιτάζει.'
'Να γιατί: βλέποντας το Σύμπαν έτσι -δηλαδή μια αναπαράσταση ενός πράγματος που έχει πεθάνει εδώ & δισεκατομμύρια χρόνια!- καταλαβαίνεις πόσο απίστευτα μάταιο είναι να πιστεύεις ότι έχει σημασία οποιοσδήποτε γαλαξίας πόσο μάλλον οποιοσδήποτε αστέρας οποιουδήποτε γαλαξία, ή οποιοσδήποτε πλανήτης όμοιος με κόκκο άμμου μέσα σε όλο αυτό το μελανόχρωμο κενό. Πόσο μάλλον οποιαδήποτε χώρα ή οποιαδήποτε πόλη ή οποιοσδήποτε άνθρωπος. Άλλος λόγος που η ιδέα μού ήρθε εκείνη τη στιγμή ήταν επειδή δυσκολευόμουν να μείνω καυλωμένος με όλους εκείνους τους τύπους να με κοιτάζουν από κοντά με τα ΑΓΡΥΠΝΑ ΜΑΤΙΑ τους.'
'Επιπλέουν τα κόκαλα; & αν επιπλέουν, αλλά δεν έχει μείνει πάνω τους καθόλου κρέας, & τα ίδια τα κόκαλα είναι σκορπισμένα & μακριά το ένα από το άλλο, τι απομένει από την ταυτότητα; Ποτέ δεν το σκέφτομαι.'