προγραφές

Το χιόνι κάλυπτε το μισό πλέγμα από το παράθυρο και το άνοιξε για να κοιτάξει έξω στον κήπο. Ήταν μια νύχτα λευκή από το φεγγαρόφωτο και το χιόνι. Το χιόνι στροβιλιζόταν. Τα αποστεωμένα γκρίζα θηρία κουλουριάζονταν στα λαγόνια τους, στρέφοντας τα μυτερά τους ρύγχη στο φεγγάρι και ούρλιαζαν σαν να ήταν η καρδιά τους έτοιμη να σπάσει. Δέκα λύκοι, είκοσι λύκοι - πολλοί λύκοι, αμέτρητοι, ούρλιαζαν όλοι από κοινού σαν να τρελάθηκαν. Τα μάτια τους καθρέφτιζαν το φως από την κουζίνα και άστραφταν σαν εκατό κεριά.
Τα καημένα, κάνει πολύ κρύο, να γιατί ουρλιάζουν έτσι.
Έκλεισε το παράθυρο στο θρήνο των λύκων και αφαίρεσε το κόκκινο σάλι της, στο χρώμα της παπαρούνας, στο χρώμα της θυσίας, στο χρώμα των εμμήνων της, και, επειδή ο φόβος της δεν βοηθούσε, έπαψε να φοβάται.
Τι να κάνω το σάλι μου;
Να το ρίξεις στη φωτιά, καλή μου. Δε θα το χρειαστείς ξανά.
Τύλιξε το σάλι της και το έριξε στις φλόγες που το καταβρόχθισαν αυτόματα. Μετά έβγαλε την μπλούζα της και τα μικρά, λευκά στήθη έλαμψαν, σαν να είχε το χιόνι εισβάλλει στο δωμάτιο.
Τι να την κάνω τη μπλούζα μου;
Στη φωτιά και αυτή γλυκιά μου.
Η λεπτή μουσελίνα έγινε καπνός και πέρασε από την καπνοδόχο σαν μαγικό πουλί και βγήκε και η φούστα, οι μάλλινες κάλτσες, τα παπούτσια της, όλα ρίχτηκαν στη φωτιά, και χάθηκαν για πάντα. Η φωτιά φώτισε το ερεθισμένο της δέρμα, τώρα ήταν ντυμένη μονάχα με το ανέγγιχτο περίβλημα της σάρκας. Αυτή η εκθαμβωτική, γυμνή γυναίκα χτένισε τα μαλλιά της με τα δάκτυλά της, τα μαλλιά της έμοιαζαν λευκά σαν του χιονιού. Μετά πήγε κατευθείαν στον άντρα με τα κόκκινα μάτια και την αχτένιστη χαίτη με τις ψείρες. Στάθηκε στα δάκτυλα των ποδιών της και ξεκούμπωσε το κολάρο του πουκάμισου του.
Τι μεγάλα χέρια που έχεις.
Για να σε αγκαλιάζω καλύτερα.
Όλοι οι λύκοι του κόσμου τώρα ούρλιαζαν έξω από το παράθυρο καθώς αβίαστα του έδινε το φιλί που του χρωστούσε.

Άντζελα Κάρτερ, από το διήγημα ‘Παρέα με τους Λύκους’, Η Ματωμένη Κάμαρα, μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Χατζηνικολή

·

↑