
'δι’ ἅιματ’ ἐκποθένθ’ ὑπὸ χθονὸς τροφοῦ
τίτας φόνος πέπηγεν οὐ διαρρύδαν.
διαλγὴς ἄτη διαφέρει
τὸν αἴτιον παναρκέτας νόσου βρύειν
τοὺς δ’ ἄκραντος ἔχει νύξ.
θιγόντι δ’ οὔτι νυμφικῶν ἑδωλίων
ἄκος, πόροι τε πάντες ἐκ μιᾶς ὁδοῦ
βαίνοντες τὸν χερομυσῆ
φόνον καθαίροντες ἴθυσαν μάταν.'
'πολλὰ μὲν γᾶ τρέφει
δεινὰ δειμάτων ἄχη,
πόντιαί τ’ ἀγκάλαι κνωδάλων
ἀνταίων βρύσουσι, πλά-
θουσι βλαστοῦσι καί παδαίχμιοι
λαμπάδες πεδάοροι,
πτανά τε καὶ πεδοβάμονα κἀνεμόεντ’ ἄν
αἰγίδων φράσαι κότον.
ἀλλ’ ὑπέρτολμον ἀν-
δρὸς φρόνημα τὶς λέγοι
καὶ γυναικῶν φρεσὶν τλημόνων
παντόλμους ἔρωτας, ἄ-
ταισει συννόμους βροτῶν;
συζύγους δ’ ὁμαυλίας
θηλυκρατὴς ἀπέρωτος ἔρως παρανικᾷ
κνωδάλων τε καὶ βροτῶν.'
*
'Απ’ το αίμα που η μάνα γης ερούφηξε,
φόνος εκδικητής, αδιάλυτος
στεριώνει και τον ένοχο σπαράζουν
πλήθος οι συμφορές κι ο άγριος πόνος
κι άλλους ατέλειωτη, πυκνή
σκεπάζει νύχτα.
Γιατρειά δεν έχει η χαλασμένη παρθενιά,
κι αν όλοι οι ποταμοί χυθούν στην ίδια
κοίτη, δε θα μπορέσουν να ξεπλύνουν
το μολυσμένο από το φόνο χέρι.'
'Πολλούς η γη τρόμους τεράτων
θρέφει και πλήθος στου πελάγου
τα βάθη ζουν αμέρωτα θεριά
κι ανάμεσα ουρανού και γης
μύριες ανάερες φλόγες. Κι όλα,
πετούμενα κι αγρίμια της στεριάς,
έχουν να πουν για τη μανία
των ανεμοδαρμένων καταιγίδων.
Μα ποιος μπορεί για την παράτολμη
να πει γενναία καρδιά του άντρα
και των ξεφρενιασμένων γυναικών
τον αχαλίνωτο έρωτα, που φέρνει
τη δυστυχία στους θνητούς; Ο ακράτητος
πόθος που κυβερνάει τα θηλυκά,
σ’ ανθρώπους και σε ζώα, του γάμου
την ένωση νικά και σπάζει.'
Αισχύλος, Χοηφόροι, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος
