
'ἐξ ἐμέθεν ῥηθέντα. μόνος δ’ ἔτι μῦθος ὁδοῖο
λείπεται ὡς ἔστιν˙ ταύτηι δ’ ἐπὶ σήματ’ ἔασι
πολλὰ μάλ’, ὡς ἀγένητον ἐὸν καὶ ἀνώλεθρόν ἐστιν,
ἐστι γὰρ οὐλομελές τε καὶ ἀτρεμὲς ἠδ’ ἀτέλεστον˙
οὐδέ ποτ’ ἦν οὐδ’ ἔσται, ἐπεὶ νῦν ἔστιν ὁμοῦ πᾶν,
ἕν, συνεχές˙ τίνα γὰρ γένναν διζήσεαι αὐτοῦ;
πῆι πόθεν αὐξηθέν; οὐδ’ ἐκ μὴ ἐόντος ἐάσσω
φάσθαι σ’ οὐδὲ νοεῖν˙ οὐ γὰρ φατὸν οὐδὲ νοητόν
ἔστιν ὅπως οὐκ ἔστι. τί δ’ ἄν μιν καὶ χρέος ὦρσεν
ὕστερον ἢ πρόσθεν, τοῦ μηδενὸς ἀρξάμενον, φῦν;
οὕτως ἢ πάμπαν πελέναι χρεών ἐστιν ἢ οὐχί.
οὐδέ ποτ’ ἐκ μὴ ἐόντος ἐφήσει πίστιος ἰσχύς
γίγνεσθαί τι παρ’ αὐτό˙ τοῦ εἵνεκεν οὔτε γενέσθαι
οὔτ’ ὄλλυσθαι ἀνῆκε Δίκη χαλάσασα πέδηισιν,
ἀλλ’ ἔχει˙ ἡ δὲ κρίσις περὶ τούτων ἐν τῶιδ’ ἔστιν˙
ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν˙ κέκριται δ’ οὖν, ὥσπερ ἀνάγκη,
τὴν μὲν ἐᾶν ἀνόητον ἀνώνυμον (οὐ γὰρ ἀληθής
ἔστιν ὁδός), τὴν δ’ ὥστε πέλειν καὶ ἐτήτυμον εἶναι.
πῶς δ’ ἂν ἔπειτ’ ἀπόλοιτο ἐόν; πῶς δ’ ἄν κε γένοιτο;
εἰ γὰρ ἔγεντ’, οὐκ ἔστ(ι), οὐδ’ εἴ ποτε μέλλει ἔσεσθαι.
τὼς γένεσις μὲν ἀπέσβεσται καὶ ἄπυστος ὄλεθρος.
οὐδὲ διαιρετόν ἐστιν, ἐπεὶ πᾶν ἐστιν ὁμοῖον˙
οὐδέ τι τῆι μᾶλλον, τό κεν εἴργοι μιν συνέχεσθαι,
οὐδέ τι χειρότερον, πᾶν δ’ ἔμπλεόν ἐστιν ἐόντος.
τῶι ξυνεχὲς πᾶν ἐστιν˙ ἐὸν γὰρ ἐόντι πελάζει.
αὐτὰρ ἀκίνητον μεγάλων ἐν πείρασι δεσμῶν
ἔστιν ἄναρχον ἄπαυστον, ἐπεὶ γένεσις καὶ ὄλεθρος
τῆλε μάλ’ ἐπλάχθησαν, ἀπῶσε δὲ πίστις ἀληθής.
ταὐτόν τ’ ἐν ταὐτῶι τε μένον καθ’ ἑαυτό τε κεῖται
χοὔτως ἔμπεδον αὖθι μένει˙ κρατερὴ γὰρ Ἀνάγκη
πείρατος ἐν δεσμοῖσιν ἔχει, τό μιν ἀμφὶς ἐέργει,
οὕνεκεν οὐκ ἀτελεύτητον τὸ ἐὸν θέμις εἶναι˙
ἔστι γὰρ οὐκ ἐπιδευές˙ [μὴ] ἐὸν δ’ ἂν παντὸς ἐδεῖτο.
ταὐτὸν δ’ ἐστὶ νοεῖν τε καὶ οὕνεκεν ἔστι νόημα.
οὐ γὰρ ἄνευ τοῦ ἐόντος, ἐν ὧι πεφατισμένον ἐστιν,
εὑρήσεις τὸ νοεῖν˙ οὐδὲν γὰρ <ἢ> ἔστιν ἢ ἔσται
ἄλλο πάρεξ τοῦ ἐόντος, ἐπεὶ τό γε Μοῖρ’ ἐπέδησεν
οὖλον ἀκίνητόν τ’ ἔμεναι˙ τῶι πάντ’ ὄνομ(α) ἔσται,
ὅσσα βροτοὶ κατέθεντο πεποιθότες εἶναι ἀληθῆ,
καὶ τόπον ἀλλάσσειν διά τε χρόα φανὸν ἀμείβειν.
αὐτὰρ ἐπεὶ πεῖρας πύματον, τετελεσμένον ἐστί
πάντοθεν, εὐκύκλου σφαίρης ἐναλίγκιον ὄγκωι,
μεσσόθεν ἰσοπαλὲς πάντηι˙ τὸ γὰρ οὔτε τι μεῖζον
οὔτε τι βαιότερον πελέναι χρεόν ἐστι τῆι ἢ τῆι.
οὔτε γὰρ οὐκ ἐὸν ἔστι, τό κεν παύοι μιν ἱκνεῖσθαι
εἰς ὁμόν, οὔτ’ ἐὸν ἔστιν ὅπως εἴη κεν ἐόντος
τῆι μᾶλλον τῆι δ’ ἧσσον, ἐπεὶ πᾶν ἐστιν ἄσυλον˙
οἷ γὰρ πάντοθεν ἶσον, ὁμῶς ἐν πείρασι κύρει.
ἐν τῶι σοι παύω πιστὸν λόγον ἠδὲ νόημα
ἀμφὶς ἀληθείης˙ δόξας δ’ ἀπὸ τοῦδε βροτείας
μάνθανε κόσμον ἐμῶν ἐπέων ἀπατηλὸν ἀκούων.
μορφὰς γὰρ κατέθεντο δύο γνώμας ὀνομάζειν˙
τῶν μίαν οὐ χρεών ἐστιν – ἐν ὧι πεπλανημένοι εἰσίν –
τἀντία δ’ ἐκρίναντο δέμας καὶ σήματ’ ἔθεντο
χωρὶς ἀπ’ ἀλλήλων, τῆι μὲν φλογὸς αἰθέριον πῦρ,
ἤπιον ὄν, μέγ’ [ἀραιὸν] ἐλαφρόν, ἑωυτῶι πάντοσε τωὐτόν,
τῶι δ’ ἑτέρωι μὴ τωὐτόν˙ ἀτὰρ κἀκεῖνο κατ’ αὐτό
τ’ ἀντία νύκτ’ ἀδαῆ, πυκινὸν δέμας ἐμβριθές τε.
τόν σοι ἐγὼ διάκοσμον ἐοικότα πάντα φατίζω,
ὡς οὐ μή ποτέ τίς σε βροτῶν γνώμη παρελάσσηι.'
*
'Ένας μόνο δρόμος μένει, ο δρόμος του «είναι».
Σ’ αυτόν υπάρχουν σημάδια πολλά ότι είναι αγένητο
το ον και άφθαρτο, ενιαίο, ακίνητο και τέλειο. Ούτε
ήταν ποτέ ούτε θα είναι γιατί είναι τώρα όλο μαζί,
ένα, συνεχές. Τι γέννα θα ψάξεις να βρεις γι’ αυτό;
Πώς κι από που ξεφύτρωσε; Δεν θα σ’ αφήσω
να πεις ή να σκεφτείς «εκ του μη όντος», γιατί
δε λέγεται και δε νοείται το «μη ον». Ποια άραγε
ανάγκη το έκανε αυτό να ξεφυτρώσει αργότερα
ή νωρίτερα, ξεκινώντας από το μηδέν; Άρα,
ή πρέπει να είναι ολότελα ή να μην είναι καθόλου.
Ποτέ δεν θ’ αφήσει της πειθώς η δύναμη να γεννηθεί
απ’ το μη ον κάτι δίπλα σ’ αυτό. Γι’ αυτό η Δίκη
δεν χαλάρωσε ποτέ τα δεσμά της, για να τ’ αφήσει
να γεννηθεί ή να χαθεί, μα το κρατάει. Η κρίση
σχετικά μ’ αυτά τα πράγματα έχει με τούτο
να κάνει: είναι ή δεν είναι; Αλλά αποφασίσαμε,
όπως ήταν ανάγκη, ν’ αφήσουμε τον ένα δρόμο,
να μην τον σκεφτούμε, να μην τον ονομάσουμε
(γιατί δεν είναι δρόμος της αλήθειας), μα για
τον άλλο λέμε ότι υπάρχει κι είναι γνήσιος.
Πώς θα μπορούσε το ον ύστερα να χαθεί;
Πώς να γεννηθεί; Γιατί, αν έγινε, τότε δεν είναι
ούτε και πρόκειται ποτέ να υπάρξει. Έτσι τη γένεση
ξεγράφτε τη και για φθορά να μιλάς είν’ ανήκουστο.
Ούτε είναι το ον διαιρετό, γιατί είναι όλο όμοιο·
ούτε είναι πιο πολύ εδώ ή εκεί, κάτι που θα διέλυε
τη συνοχή του, ούτε αλλού αραιότερο, παρά είναι
ολόκληρο γεμάτο από το είναι. Γι’ αυτό είν’ όλο
συνεχές· γιατί το είναι πάει με το είναι.
Αλλά ακίνητο, από γερά δεσμά σφιχτοδεμένο,
υπάρχει δίχως αρχή και τέλος, γιατί γένεση
και θάνατος μακριά εκδιώχτηκαν, σπρωγμένα από
την πίστη, την αλήθεια. Μένοντας ίδιο, στο ίδιο
μέρος, κείτεται μόνο του κι έτσι στεριωμένο
παραμένει. Γιατί η Ανάγκη η κραταιά
το κρατάει στα δεσμά των ορίων που μέσα τους
βρίσκεται. Σωστό λοιπόν είναι το όν να μην είναι
ατελές· γιατί δεν είναι ελλιπές· αν ήταν, θα είχε
ανάγκη από τα πάντα. Το ίδιο είναι να σκεφτόμαστε
κάτι και ο λόγος που το σκεφτόμαστε. Γιατί δεν
θα βρεις σκέψη καμιά, χωρίς το όν για το οποίο
γίνεται λόγος· τίποτα άλλο δεν υπάρχει ούτε θα
υπάρξει πάρεξ απ’ το ον, αφού η Μοίρα το ανάγκασε
ολόκληρο κι ακίνητο να είναι. Γι’ αυτό όλα θα είναι
κούφια ονόματα, όσα έδωσαν οι άνθρωποι, πιστεύο-
ντας πως είν’ αληθινά: πως τάχα γίνεται και χάνεται,
πως είναι και δεν είναι, μετακινείται και αλλάζει
το λαμπρό του χρώμα. Όμως, αφού έχει έσχατο
όριο, είναι ολοκληρωμένο προς κάθε κατεύθυνση,
όμοιο με ολοστρόγγυλης σφαίρας τον όγκο,
με ίση απόσταση απ’ το κέντρο προς κάθε μεριά.
Γιατί δεν πρέπει να είναι περισσότερο ή λιγότερο
από δω ή από κει. Ούτε είναι ανύπαρκτο, πράγμα
που θα το εμπόδιζε να φτάσει το όμοιό του, ούτε
υπάρχει να είναι περισσότερο εδώ και λιγότερο
εκεί, αφού είναι όλο απαραβίαστο· γιατί, ίσο
από παντού με τον εαυτό του, βρίσκεται ομοιόμορφο
μέσα στα όριά του. Εδώ σταματάω τις αξιόπιστες
κουβέντες και τις σκέψεις μου για την αλήθεια·
τις γνώμες μάθε από δω και πέρα των θνητών,
την τάξη την απατηλή ακούγοντας των λόγων
μου. Γιατί αποφάσισαν δυο μορφές να ονομάσουν,
ενώ τη μία δεν έπρεπε να ονομάζουν –τόσο είναι
πλανημένοι–, τις θεώρησαν αντίθετες σε όψη
και τους έβαλαν σημάδια διαφορετικά ανάμεσά τους:
η μία είναι η αιθέρια η φλόγα της φωτιάς,
ήπια, πανάλαφρη, ίδια παντού με τον εαυτό της
αλλά όχι με το άλλο· κι αυτό το άλλο είναι ακριβώς
το αντίθετο: η νύχτα η σκοτεινή, η πυκνή
και βαριά. Σου αναφέρω εγώ όλη αυτή τη διάταξη
την πιθανοφανή, για να μη σε παρασύρει ποτέ
μια γνώμη θνητού.'
από το 'Περί Φύσεως' του Παρμενίδη, Προσωκρατικοί, Ένατος Τόμος: Παρμενίδης, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος
