προγραφές

Εξώφυλλο: Στέλιος Ξεφλούδας, Εσωτερική Βιογραφία

Ἡ μοναξιά μου ἧταν μιά συναισθηματική κατάσταση, ὅπως εἶναι ἡ θλίψη. Μέ κατακτούσε ὁλόκληρο, ἤμουνα ἕνας φυλακισμένος. Ὅ,τι βρισκόταν ἔξω ἀπό μένα καταντοῦσε ἀνύπαρκτο. Νέκρωναν οἱ αἰσθήσεις μου. Ζοῦσα μόνο αὐτό πού ἡπῆρχε μέσα μου. Παραδινόμουνα στη μνήμη καί τή φαντασία. Στούς κόσμους πού κυκλοφοροῦσα κανείς δέν μέ ρωτοῦσε ποιος εἶμαι, ποῦ πήγαινα, τί ζητοῦσα, κυκλοφοροῦσα σ’ αὐτούς έλεύθερος. Ἔκλεινα κάθε πύλη στά τείχη πού ὕψωνα γύρω μου, χωρίς ἐπάλξεις καί φρουρούς, γιά νά μήν περάσει κανείς, ἤμουνα μέσα τούς χωρίς νόμους καί ἀπαγορεύσεις. Δέν εἶχα ἀνάγκη νά μέ προστατέψουν τά ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Ἀποχωριζόμουνα ἀπ’ τῆ μονοτονία τῆς καθημερινότητας, τῆ θρυμμάτιζα καί τῆ σκορποῦσα στούς τέσσερις ἀνέμους. Ζωντάνευα ὅ,τι ἔφερνα μαζί μου ἀπό τότε πού ὑπάρχω: γεγονότα πού ἔμειναν στό βάθος τοῦ χρόνου ἐρειπωμένα, μοναδικές στιγμές πού δέν μποροῦν ποτέ νά ξεχαστοῦν, πρόσωπα ἀγαπημένα, θαμμένα στό βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἄκουγα τά βήματα τους, βάδιζα πλάι τους, τούς μιλοῦσα. Βρισκόμουνα ἔξω ἀπό ὅρια καί σύνορα. Ἡ μοναξιά γινόταν ἡ χώρα τῶν θαυμάτων, ὅπου ζοῦσα τῆ μαγεία τῆς αὐταπάτης.
Ἀνάμεσα στούς τέσσερις τοίχους πού ἔμεναν ἀσάλευτοι φρουροί μου, καταργοῦσα τίς ἀποστάσεις. Μεταφερόμουνα στό παρελθόν καί ζοῦσα τῆ φθαρμένη παρουσία τοῦ. Δέν εἶχα μέ κανένα νά μιλήσω παρά μοναχά μέ νεκρούς καί ἄψυχα. Οἱ τοῖχοι πού μ’ ἄκουγαν ἔμεναν βουβοί. Ὁ χρόνος ἔχανε τίς διαιρέσεις του. Τόν διέτρεχα χωρίς νά μετρῶ ὧρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, διέγραφα, στήν πορεία μου κύκλους, εὐθεῖες, τεθλασμένες, παλινδρομοῦσα, προχωροῦσα, ἔφτανα σέ περιοχές χωρίς ὄνομα, ἀνάμεσα σέ σκιές καί ὁράματα. Ὁλοκληρωτική ἀπογύμνωση ἀπό κάθε ζωντανή ὕπαρξη. Τά λόγια μοῦ ἦταν ἡ «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Μόνος μου μέ ποιόν ἄλλον θά μιλοῦσα ἀπ’ τόν ἑαυτό μου; Ὁ λόγος μου θά ’μένε ἕνας ἀτελείωτος μονόλογος, ἴδια φωνή, ἴδιος τόνος χωρίς ἔνταση, πάθος, εἰρωνεία, δραματικότητα. Ἤμουνα χωρίς κανένα σκοπό, ἕνας ἀπροσάρμοστος, ἐπαναστάτης δίχως ἐπανάσταση, αὐτοεξόριστος, αυτοέγκλειστος, καθηλωμένος στόν ἐλάχιστο χῶρο ἑνός τετραγώνου, γυμνός ἀπό ἐντυπώσεις, ἀνησυχίες, συναισθηματικές ἀντιδράσεις, ζωντανός μέσα στήν ἀπονέκρωσή μου. Ἄκουγα τόν ἑαυτό μου κι ἀπαντοῦσα μέ τῆ σιωπή μου. Ὁ ἐξομολογητής μου πού περίμενε ἀπάντηση ἤμουνα ὁ ἴδιος. Κι ἄν μποροῦσε κάποιος νά μ’ ἀκούσει θά ’ταν σά νά μήν ἄκουγε τίποτα. Ἤμουνα ἕνας παρείσακτος μέσα σ’ ἕναν κόσμο νεκρό, πού ἤθελα νά ζωντανέψω. Ὁ ἴσκιος μου πλάι μου μέ εἰρωνευόταν, ὅπως μετροῦσα τά βήματα μου στό δάπεδο τοῦ μικροῦ μου δωματίου καί ζοῦσα τίς αὐταπάτες μου.
Ἡ μοναξιά μου καταντοῦσε ἡ αὐτοκαταδίκη μου. Δέ μου ἔδινε καμιά δυνατότητα νά ξεπεράσω τό ἀδιέξοδο μου, ἦταν σάν νά ’μουνα ἄρρωστος, ὁ πυρετός νά ’καῖγε τό σῶμα μου, νέκρωναν τό θάρρος μου, ἡ βούλησή μου, οἱ δυνάμεις μου. Μένοντας «ἐνώπιος ἐνωπίω» καταντοῦσα ἕνας ἀρνητής τῆς ζωῆς, ἀποχωρισμένος ἀπό κάθε ἀντικειμενική πραγματικότητα σ’ ἕναν κόσμο χωρίς ἀνθρώπους, ἀναγκασμένος νά σωπαίνω ἤ νά μονολογῶ. Ἔφτανα σέ μιά τραγική ἀπομόνωση, σ’ ἕνα κενό ἀπό σκιές, ὁράματα καί νεκρούς, πού ποτέ δέ θά ζωντάνευαν. Ἀρνιόμουνα τό σῶμα μου. Ἡ ἀπομόνωση γίνεται ἕνας ζωντανός θάνατος. Ὅμως γιά νά ὑπάρχω πρέπει νά βρίσκομαι μ’ ὅ,τι ὑπάρχει, μέ καθετί πού συλλαμβάνουν οἱ αἰσθήσεις. Διαφορετικά ἐξαφανίζομαι στόν ἑαυτό μου, μένω γυμνός ὅπως τήν ὥρα πού γεννήθηκα. Δέν περιμένω κανένα οὔτε μέ περιμένει κανείς. Θέλω νά βγω ἀπ’ τό ἀδιαχώρητο, νά συναντήσω τόν ἄλλον ἑαυτό μοῦ, πού ἐγκατέλειψα χωρίς νά μπορεῖ νά μέ καλέσει. Ἡ φωνή πού πρέπει νά διασχίσει τό σῶμα μοῦ γιά νά φτάσει στήν ἐρημιά μου, γιά νά φτάσει στήν ἀκοή μοη. Ποιός θά τόν ἄκουγε ἄν δέν τόν ἄκουγα ὁ ἴδιος; Κι ἄν τόν ἄκουγαν οἱ ἄλλοι πώς θά πίστευαν κάποιον πού καλεῖ τόν χαμένο ἑαυτό του;
Ἀναρωτιόμουνα ἄν γιά νά εἶμαι ἄνθρωπος, ἔπρεπε νά εἶχα τῆ δύναμη νά μείνω μόνος. Ἴσως ἔτσι θά μποροῦσα νά διατηρήσω τήν ἀκεραιότητα μου. Κάθε μέρα βρισκόμουνα ἀντιμέτωπος μέ διαταγές καί ἀπαγορεύσεις. Ὑπῆρχαν ὅρια πού δέν εἶχα δικαίωμα νά τά ξεπεράσω, περιθώρια πού δέν ἐπιτρεπόταν νά βγω ἔξω ἀπ’ αὐτά. Ὅμως καί ἡ μοναξιά μου εἶχε τά δικά τῆς ὅρια, ἦταν μιά κατάσταση αὐτοπεριορισμοῦ. Ἐξακολουθοῦσε νά συγκρούεται μέσα μου ὁ ἄγγελος μέ τόν δαίμονα, ὑπῆρχε ὁ Θεός κι ἔπρεπε νά ὑπακούσω στίς ἐντολές του. Καί στήν ἔρημο ἄν κατάφευγα θά ξυπνοῦσαν οἱ ἐπιθυμίες μου, θά ἐπαναστατοῦσαν οἱ αἰσθήσεις μου, θά ζητοῦσε νά γυρίσω κοντά στούς ἀνθρώπους.

Στέλιος Ξεφλούδας, Εσωτερική Βιογραφία, εκδ. Φιλιππότη

Εξώφυλλο: Ρότζερ Ρόμπινσον, Ένας Φορητός Παράδεισος

Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΚΑΜΒΑΣ

Για τον Μαρκ Ρόθκο

Το φως της μέρας εισέρχεται μέσ’ απ’ τα βλέφαρά σου
κι είσαι εγκλωβισμένος και θες να ξεκολλήσεις.
Αίμα είναι, φωτιά είναι, η τρυφερή λεπίδα ενός εφιάλτη είναι·
μια χαίνουσα πληγή, το βρομερό έντερο ενός πεδίου μάχης.
Μια ιερή κακία, μια ταινία θρίλερ·
ένα γδαρμένο λαρύγγι, μια κραυγή, ή άκρη της γλώσσας·
μια θανάσιμη κηλίδα που ποτίζει τα ολόλευκα σεντόνια.
Είναι μια χαίνουσα πληγή, ένας καμβάς από δέρμα που αποκολλήθηκε
από διάσπαρτα τριχοειδή αγγεία και τα μεγάλα κομμάτια λίπους.
Ένα σκοτεινό χρώμα καφέ από το κεφάλι και την καρδιά,
το κερασί χρώμα της μήτρας που γεννάει,
το βελούδινο κόκκινο που καλύπτει τα φέρετρα,
μια σχισμένη αρτηρία που αναβλύζει σαν πετρελαιοπηγή.
Μες στην καταπακτή της μνήμης σου
υπάρχει κάτι που ξεχνάς
βαθιά στο DNA σου, μια τελευταία σκέψη.
Το μόνο που μένει στο τέλος είναι η γεύση,
μια μεταλλική γεύση που γεμίζει το στόμα σου.

*

ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΣ

Δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι περισσότερο αποστολή παρά επάγγελμα. Η θλίψη της νυχτερινής βάρδιας που διακόπτεται από έναν τυχαίο, σχεδόν θανάσιμο, τραυματισμό καθώς ασκούνε πίεση πάνω σε μιαν ανοιχτή πληγή. Το κλαπ κλαπ των νοσοκομειακών τους παπουτσιών στους διαδρόμους, η εικόνα των βασανισμένων αρρώστων ή των νεκρών που τις ακολουθεί μέχρι το σπίτι τους. Ξέρουν πολύ καλά πως όλοι ζούμε από σύμπτωση και πως ο θάνατος μπορεί στα ξαφνικά να βρει κάθε αθώο. Μα εκείνο τους το ένστικτο πώς κάποτε τα καταφέρνει να τραβάει από το χείλος του θανάτου πίσω στο σώμα της μία ψυχή. Σαν να ’ναι οι μαίες των ψυχών. Εκείνη την ώρα, ξεχνάνε άραγε την εκπαίδευσή τους και σκέφτονται μήπως, αν κάνω αυτό, ζήσει; Μπορείς να εκπαιδεύσεις το ένστικτο; Δεν είμαι σίγουρος. Τα βλέπουν όλα: τη γέννηση, τον θάνατο, τα ξερατά, το αίμα, τον κλονισμό, την αρρώστια, την αναστάτωση, τον πόνο, τα χαμόγελα. Τις βλέπω να σιδερώνουν τις στολές τους για την επόμενη βάρδια, να πλένουν τα χέρια τους μ’ ένα σαπούνι που κάνει τις παλάμες τους να ξεφλουδίζουν.

Ρότζερ Ρόμπινσον, Ένας Φορητός Παράδεισος, μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδ. Κείμενα

Εξώφυλλο: Άγγελος Αλετράς, Χώροι του Ανοίκειου: Η Ποιητική του Αντρέα Ταρκόφσκι

Ο Αντρέι και ο Ντομένικο, οι δύο αλλόγλωσσοι χαρακτήρες της Νοσταλγίας, καταφέρνουν τελικά να γνωριστούν και να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο μέσα από την αμοιβαία δέσμευση σε μια πράξη (τη μεταφορά του αναμμένου κεριού κατά μήκος των λουτρών της Αγίας Αικατερίνης). Η ιδέα ότι η δέσμευση σε μια συγκεκριμένη τελετουργική πράξη (ασχέτως αν αυτή τίθεται με όρους οικειότητας ή ξενότητας σε σχέση με την εμπειρική φαινομενικότητα) είναι ικανή να επιβάλλει στον χώρο καινούργιες αρθρώσεις και παράλληλα να δημιουργήσει νέες μορφές υποκειμενικοτήτων συναντάται επίσης στο Στάλκερ (ο οδηγός συνοδεύει τους δύο συνοδοιπόρους του προς το Δωμάτιο των Επιθυμιών για να τους εμφυσήσει, όπως λέει ο ίδιος, την ιδέα της πίστης) και ακόμα περισσότερο στη Θυσία (αρκεί να θυμηθεί κανείς την προφορική ιστορία με τον μοναχό που ποτίζει καθημερινά ένα δέντρο μέχρι αυτό να ανθίσει και την υλοποίηση της πράξης αυτής από το Μικρό Αγόρι στο τελικό πλάνο της ταινίας).
Ακολουθώντας την παραπάνω προβληματική –τουλάχιστον έτσι όπως αυτή αναπτύσσεται στο ύστερο έργο του Ταρκόφσκι– γίνεται αντιληπτό ότι μέσα από την παρέμβαση της ανθρώπινης πράξης ο χώρος όχι μόνο μπορεί να μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο αλλά μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως ένα εκφραστικό μέσο που δίνει την δυνατότητα να επικοινωνηθεί ή να νοηματοδοτηθεί κάτι. Ο χώρος νοείται λοιπόν ως ένα πεδίο στο οποίο δεν εγγράφονται απλώς μόνο δράσεις, αλλά και τελετουργικές επιτελέσεις, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να τον επανανοηματοδήσουν εκεί όπου αυτές εμφανίζονται.
Για να κατανοηθεί καλύτερα ο τρόπος με τον οποίο οι παραπάνω επιτελεστικές πράξεις συνδέονται με την έννοια της πίστης, όπως και η ιδιαιτερότητα με την οποία ο Ταρκόφσκι μεταχειρίζεται την έννοια αυτή, θα σχολιαστει ένα απόσπασμα του Ντελέζ που επίσης αναφέρεται σε μια ανάλογη προβληματική.
Σκιαγραφόντας τους τρόπους που χρησιμοποιεί ο σύγχρονος κινηματογράφος για να αναπτύξει νέες σχέσεις με τη σκέψη, ο Ντελέζ αναφέρει μεταξύ άλλων, την «εξάλειψη της ενότητας ανθρώπου και κόσμου, χάριν μιας ρήξης που δεν μας αφήνει τίποτε άλλο πέρα από μια πίστη σε τούτον εδώ τον κόσμο». Σε ένα άλλο απόσπασμα που αναφέρεται στο ζήτημα της πίστης συνεχίζει ως εξής: «Ο δεσμός του ανθρώπου με τον κόσμο έχει διαρραγεί. Εφεξής τούτος ο δεσμός θα πρέπει να καταστεί αντικείμενο πίστης: είναι το αδύνατο που μπορεί να ξαναδοθεί μόνο στο πλαίσιο μιας πίστης. Η πίστη δεν απευθύνεται πλέον σ’ έναν άλλο ή μεταμορφωμένο κόσμο. Ο άνθρωπος είναι στον κόσμο σαν σε μια αμιγή οπτική και ηχητική κατάσταση. Η αντίδραση την οποία έχει αποστερηθεί ο άνθρωπος μπορεί να επανασυνδέσει τον άνθρωπο με ό,τι βλέπει και ακούει. Πρέπει ο κινηματογράφος να κινηματογραφήσει όχι τον κόσμο αλλά την πίστη σε τούτο τον κόσμο, τον μοναδικό μας δεσμό. Συχνά αναρωτηθήκαμε για τη φύση της κινηματογραφικής ψευδαίσθησης. Μας ξαναδίνει πίστη στον κόσμο – αυτή είναι η δύναμη του σύγχρονου κινηματογράφου».
Από το παραπάνω απόσπασμα σκιαγραφείται ξεκάθαρα η θέση του Ντελέζ: υποστηρίζει την τάση του σύγχρονου κινηματογράφου που σκοπεύει, αναδεικνύοντας τη ρήξη του ανθρώπου με τον κόσμο, να ξαναβρεί την πίστη του σε αυτόν. Σε έναν κόσμο όχι ενιαίο αλλά πολλαπλό, έναν κόσμο που είναι ανοιχτός στο απρόβλεπτο και που έχει τη δυνατότητα της εμμενούς μεταμόρφωσης.
Δεδομένου ότι η πίστη και η ρήξη του ανθρώπου με τον κόσμο είναι κεντρικές προβληματικές στον κινηματογράφο του Ταρκόφσκι, αξίζει να αναδειχτεί ότι ο τρόπος με τον οποίο αυτές διαπραγματεύονται στις ταινίες του παρουσιάζει ορισμένα ενδιαφέροντα σημεία σύγκλισης με την προηγούμενη θέση του Ντελέζ. Στον κινηματογράφο του Ταρκόφσκι η έννοια της πίστης δεν αναφέρεται ούτε σε έναν άλλο κόσμο ούτε όμως και σε τούτον εδώ. Αντιθέτως, μοιάζει να προσανατολίζεται προς έναν κόσμο, ο οποίος είναι δυνατόν να μετασχηματιστεί μέσα από τους όρους της ίδιας της υλικότητάς του.
Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Ρόμπερτ Μπερντ, ο σκηνοθέτης Ταρκόφσκι δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ταυτίζεται με τους χαρακτήρες των ταινιών του, όπως για παράδειγμα ο Αλεξάντερ, ο οποίος, στο τέλος της Θυσίας, αποκηρύσσει ό,τι πιο πολύτιμο κατέχει ώστε να αποτρέψει τη συντέλεια του κόσμου (που ο ίδιος διαισθάνεται) ή με τον Ντομένικο της Νοσταλγίας που επίσης έχει ως όραμα να σώσει έναν κόσμο που οδεύει προς την καταστροφή μέσω μιας βίαιης αυτοθυσιαστικής πράξης. «Ο Ταρκόφσκι», γράφει εύστοχα ο Μπερντ, «δεν καλλιεργεί μια τυφλή πίστη, η οποία αποστρέφει τη ματιά της από τον υλικό κόσμο, μάλλον καθιστά ενεργό ένα οξύ βλέμμα, το οποίο ανανεώνει τον κόσμο, αλλά μάλλον καθιστά ενεργό ένα οξύ βλέμμα, το οποίο ανανεώνει τον κόσμο μέσα στην ίδια την υλικότητά του». Έτσι, στη σύγχρονη συνθήκη ασυμφωνίας ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, είναι η πίστη στη δυνατότητα του ίδιου του κινηματογραφικού μέσου που καθιστά δυνατό ένα βλέμμα, το οποίο μας φέρνει σε επαφή, αλλά ταυτόχρονα μας κρατά σε απόσταση, με τις περιοχές εμπειρίας μεταξύ των οποίων μεσολαβεί.
Εν κατακλείδι, ο Ταρκόφσκι δεν επιδιώκει τη δημιουργία ουτοπικών κόσμων αλλά στοχεύει στην επανάσταση του βλέμματος προς τον υπάρχοντα. Τα υλικά αντικείμενα που συγκροτούν το κινηματογραφικό του σύμπαν δεν αναφέρονται σε μια άλλη πραγματικότητα πέραν της φιλμικής τους παρουσίας. Μπορεί μεν να αποσταθεροποιούν τους παγιωμένους τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκουν τη δημιουργία μιας ριζικής ξενότητας.
Για αυτόν ακριβώς το λόγο υποστηρίζεται ότι η ποιητική του Ταρκόφσκι έχει ως επίκεντρο την έννοια του ανοίκειου. Διότι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται ο κινηματογραφικός συσχετισμός του οικείου με αυτό που συγκροτεί κάθε φορά το «έξω» του (το ξένο, το ονειρικό, το φαντασιακό κ.λπ.) καταλήγει εντέλει να περιγράφει τις διαφορετικές όψεις του ίδιου πράγματος. Μόλις φανεί κάτω από ένα απρόσμενο φως, το οικείο μετατρέπεται σε κάτι άλλο, χωρίς όμως ποτέ να απορροφάται απολύτως από το αντίθετό του. Τα αναγνωρίσιμα υπολείμματα του οικείου που διατηρούνται ακόμα και στις πιο ασυνήθιστες σκηνές καλούν τον θεατή να βιώσει με διαφορετικό τρόπο τον υλικό κόσμο, τον καλούν να ανανεώσει τη σχέση με τον χώρο του.

Άγγελος Αλετράς, Χώροι του Ανοίκειου: Η Ποιητική του Αντρέα Ταρκόφσκι, εκδ. Νήσος

Εξώφυλλο: Μαργκερίτ Ντιράς, Η Αρρώστια του Θανάτου

Ἐπιστρέφετε στό δωμάτιο. Ἔμεινε ἀκίνητη μέσα στό λευκό τέλμα τῶν σεντονιῶν. Τήν κοιτάζετε, αὐτήν πού δέν πλησιάσατε ποτέ, ποτέ, οὔτε τἠν ἴδια οὔτε κάποιαν ἄλλη.
Κοιτάζετε αὐτό τό σχῆμα, πού ὑποπτεύεστε ἐδῶ καί αἰῶνες. Παρατεῖστε.

Δέν κοιτάζετε πιά. Δέν κοιτάζετε πιά τίποτε. Κλείνετε τά μάτια γιά νά βρεθεῖτε ξανά στη διαφορά σας, στό θάνατό σας.
Ὅταν ἀνοίγετε τά μάτια, εἶναι πάντα ἐκεῖ, ἀκόμα ἐκεῖ.
Ἔρχεστε πάλι στό ξένο σῶμα. Κοιμᾶται.
Κοιτάζετε τήν ἀρρώστια τῆς ζωῆς σας, τήν ἀρρώστια τοῦ θανάτου. Τήν βλέπετε πάνω της, πάνω στό κοιμισμένο της σῶμα. Κοιτάζετε τά σημεῖα τοῦ σώματος, τό πρόσωπο, τά στήθη, τό συγκεχυμένο σημεῖο τοῦ αἰδοίου της.
Κοιτάζετε τή θέση τῆς καρδιᾶς. Βρίσκετε τόν χτύπο διαφορετικό, ἀπόμακρο, σᾶς ἔρχεται ἡ λέξη, πιό ξένο. Εἶναι κανονικός, δείχνει σάν νά μην πρόκειται ποτέ νά σταματήσει. Ἀκουμπάτε τό κορμό σας στό κορμί της. Ἕνα ἀντικείμενο. Εἶναι χλιαρό, εἶναι δροσερό. Εἶναι πάντα ζωντανή. Ἐπικαλεῖται τή δολοφονία ἐνῶ εἶναι ζωντανή. Ἀναρωτιέστε, πῶς θά σκοτωθεῖ, ποιος θά τή σκοτώσει. Δέν ἀγαπᾶτε τίποτε, κανέναν, κι αὐτή τή διαφορά πού νομίζετε πώς ζῆτε, δέν τήν ἀγαπᾶτε.
Δέν γνωρίζετε παρά τή χάρη τοῦ κορμιοῦ τῶν νεκρῶν, τῶν ὅμοίων σας. Ξαφνικά σᾶς φανερώνεται ἡ διαφορά, ἀνάμεσα σ’ αὐτήν ἐδῶ μπροστά σας, γεμάτη ἀπό ἔσχατη ἀδυναμία, μπορεῖ κανείς νά τή συνθλίψει μέ μιά χειρονομία αύτή τή μεγαλειότητα.

Ἀνακαλύπτετε ὄτι ἐκεῖ μέσα της, ὑποθάλπτει ἡ άρρώστια τοῦ θανάτου, ὅτι αὐτό ἐδῶ τό σχῆμα ξαπλωμένο μπροστά σας, θεσπίζει τήν ἀρρώστια τοῦ θανάτου.

Ἀπό τό μισάνοιχτο στόμα μιά ἀνάσα βγαίνει μπαίνει, άποτραβιέται, ξαναγυρίζει. Ἡ μηχανή τῆς σάρκας εἶναι ἐκπληκτικά ἀκριβής. Σκυμένος ἐπάνω της, ἀκίνητος τήν παρατηρεῖτε. Ξέρετε ὅτι μπορεῖτε νά τήν ὁρίσετε μέ ὅποιο τρόπο θέλετε, καί τόν πιό ἐπικίνδυνο. Δέν τό κάνετε. Ἀντίθετα χαϊδεύετε τό σῶμα μέ τόση γλύκα σά νά διέτρεχε τόν κίνδυνο τῆς εὐτυχίας. Τό χέρι σας πάνω στό αἰδοῖο της, ἀνάμεσα στα χείλη πού σχίζονται. Τήν χαϊδεύετε ἐκεῖ. Κοιτάζετε τή σχισμή ἀπό τά χείλη, κι ὁλόγυρά τους τό κορμί, ὁλόκληρο. Δέν βλέπετε τίποτε.
Θά θέλατε νά δεῖτε τά πάντα ἀπό μιά γυναίκα, ὅσο εἶναι δυνατό. Δέν καταλαβαίνετε ὅτι αὐτό σᾶς εἶναι ἀδύνατο.
Κοιτάζετε τό κλειστό σχῆμα.

Μαργκερίτ Ντιράς, Η Αρρώστια του Θανάτου, μτφρ. Κυβέλη Μαλαμάτη, εκδ. Εξάντας

Εξώφυλλο: Ζορζ Ρόντενμπαχ, Μπρυζ, Η Νεκρή

Στὴ βουβὴ ἀτμόσφαιρα τῶν νεκρῶν ὑδάτων καὶ τῶν ἄψυχων δρόμων, ὁ Υγκ ἔνιωθε λιγότερο τὸν πόνο στὸ στῆθος του καὶ σκεφτόταν μὲ μεγαλύτερη γλυκήτητα τὴ νεκρή. Τὰ μάτια του ἔβλεπαν τὴν εἰκόνα τῆς καλύτερα, τὰ αὐτιὰ του ἄκουγαν τὴ φωνὴ τῆς πιὸ καθαρά. Στὴ γαλήνια ροὴ τῶν καναλιῶν μὲ τὶς ἀλέες, ξαναβρήκε τὸ πρόσωπο τῆς Οφηλίας του, ἀφουγκραζόταν τὴ φωνὴ τῆς στὸν μακρινὸ ἦχο ἀπὸ τὶς κωδωνοκρουσίες.
Ἡ πόλη, ποὺ ὑπῆρξε κι αὐτὴ ἀγαπημένη κι ὡραία, ἔγινε ἡ ἐνσάρκωση τῆς νοσταλγίας τοῦ. Ἡ Μπρυζ ἦταν ἡ νεκρὴ τοῦ. Ἡ νεκρὴ τοῦ ἦταν ἡ Μπρυζ. Τὰ πάντα ἑνώνονταν σὲ μιὰ κοινὴ μοίρα. Ἦταν ἡ Νεκρὴ Μπρυζ, θαμμένη καὶ ἡ ἴδια μέσα στοὺς λίθινους τάφρους ἀπὸ τὶς προκυμαῖες της, καὶ μὲ τὶς ἀρτηρίες τῶν καναλιῶν της παγωμένες, ὅταν σβήστηκε ὁ μεγάλος παλμὸς τῆς θάλασσας.

*

Αὐτὸ τὸ βράδυ, ἐνῶ βάδιζε στὴν πόλη, περισσότερο ἀπὸ ποτὲ τὸν στοίχειωσε ἡ θλιβερὴ ἀνάμνηση ποὺ ἀναδύθηκε κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες ὅπου θρηνοῦν τὰ πρόσωπα τῶν ἀθέατων πηγῶν. Ἀπὸ τὰ κλειδωμένα σπίτια ποὺ τὰ παράθυρα τοὺς κοίταζαν σὰν μάτια θολωμένα ἀπὸ τὴν ἀγωνία, ἀπὸ τὰ βαθμιδωτὰ τους ἀετώματα ποὺ αντανακλώνταν στὸ νερὸ σὰν νὰ φοροῦσαν πένθιμα κρέπια, ἀναδυόταν μιὰ θανάσιμη ἀτμόσφαιρα. Περπάτησε κατὰ μῆκος τῆς Κὲ Βερ καὶ τῆς Κὲ ντὲ Μιρουάρ, καὶ ἀπομακρύνθηκε μέχρι τὴν Πὸν ντὲ Μουλέν στὰ μελαγχολικὰ περίχωρα μὲ τὶς δενδροστοιχίες ἀπὸ λεῦκες. Καὶ παντοῦ ἔπεφταν στὸ κεφάλι του οἱ παγωμένες στάλες, οἱ λεπτὲς ἁλμυρὲς νότες ἀπὸ τὶς καμπάνες τῆς ἐνορίας ποὺ θαρρεῖς καὶ χύνονταν ἀπὸ μιὰ ἁγιαστούρα γιὰ κάποια ἑσπερινὴ δέηση. Μέσα στὴ μοναξιὰ τοῦ φθινοπωρινοῦ ἀπόβραδου, ὅταν ὁ ἄνεμος σαρώνει τὰ τελευταία φύλλα, αἰσθανόταν περισσότερο ἀπὸ ποτὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ θέσει τέρμα στὴ ζωὴ τοῦ, τὴν ἀνυπομονησία γιὰ ἕναν τάφο. Εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἔπεφτε στὴν ψυχὴ του ἡ σκιὰ ἀπὸ τὰ καμπαναριά, σὰν νὰ ἔφτανε μέχρι τὸν ἴδιο μιὰ παραίνεση ἀπὸ τὰ παλιὰ τείχη, σὰν νὰ ἀνέβαινε μιὰ ψιθυριστὴ φωνὴ ἀπὸ τὸ νερὸ — τὸ νερὸ ποὺ ἔρρεε στὰ πόδια του, ὅπως ἔρρεε μπροστὰ στὰ πόδια τῆς Οφηλίας, καθὼς διηγοῦνται οἱ νεκροθάφτες τοῦ Σαίξπηρ.

*

Καὶ μπορεῖ ἡ ὑπερχείλιση τῶν ὑδρορροῶν νὰ κατέβαινε σὰν χείμαρρος τὶς στοές, μπορεῖ οἱ στοὲς ποὺ σχημάτιζαν οἱ γέφυρες νὰ ἑστίαζαν παγωμένα δάκρυα καὶ οἱ λεῦκες στὶς ὄχθες τους νὰ παραπονοῦνταν καὶ νὰ ἀναστέναζαν σὰν νὰ μουρμούριζε μιὰ ἀδύναμη καὶ ἀπαρηγόρητη πηγή, ὅμως ὁ Υγκ δὲν αἰσθανόταν πιὰ τὸν πόνο αὐτῶν τῶν πραγμάτων· δὲν ἔβλεπε πιὰ τὴν ἄκαμπτη πόλη ποὺ ἔμοιαζε φασκιωμένη μὲ τοὺς χίλιους ἐπιδέσμους τῶν καναλιῶν τῆς.
Ἡ ἀλλοτινὴ πόλη, αὐτὴ ἡ Νεκρὴ Μπρυζ τῆς ὁποίας ἔνιωθε ἐπίσης τὴ χηρεία, τὸν περιέζωνε πιὰ μόνο μὲ μιὰ μελαγχολία ποὺ καὶ αὐτὴ ἔφθινε σιγὰ σιγὰ· διέσχιζε παρηγορημένος τὴ σιωπὴ τῆς σὰν νὰ εἶχε ἀναδυθεῖ καὶ ἡ ἴδια ἀπὸ τὸν τάφο της καὶ τοῦ προσφερόταν σὰν νέα πόλη ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὴν παλιά.

*

Ὦ, ἡ μελαγχολία τῶν γκρίζων δρόμων τῆς Μπρυζ, ὅπου ὅλες οἱ μέρες μοιάζουν μὲ τὴν ἡμέρα τῶν Ἁγίων Πάντων! Αὐτὸ τὸ γκρὶ ποὺ εἶναι σὰν νὰ φτιάχτηκε ἀπὸ τὴν ἀνάμειξη τοῦ λευκοῦ χρώματος ποὺ ἔχουν οἱ καλύπτρες τῶν μοναχῶν καὶ τοῦ μαύρου ἀπὸ τὰ ράσα τῶν ἱερέων, ἁπλώνεται καὶ μεταδίδεται ἀσταμάτητα! Μυστήριο γκρὶ ἑνὸς σχεδὸν αἰώνιου πένθους!
Γιατὶ παντοῦ, στὶς προσόψεις κατὰ μῆκος τῶν δρόμων καὶ μέχρι ἐκεῖ ποὺ δὲν φτάνει τὸ μάτι, ἐναλλάσσονται οἱ ἀποχρώσεις του: κάποιες ἔχουν ἕνα ἐπίχρισμα ἁπαλοῦ πράσινου χρώματος, ἄλλες τὸ χρῶμα ξέθωρων κεραμιδιῶν μὲ λευκοὺς ἀσβεστόλιθους ἀνάμεσα τους. Ἀλλὰ ἀκριβῶς δίπλα τους, κάποιες εἶναι μαῦρες σὰν νὰ εἶναι ζωγραφισμένες μὲ κάρβουνο, καμένες χαλκογραφίες ποὺ οἱ μελάνες τοὺς ἁπαλύνουν τὴ χρωματικὴ κλίμακα καὶ ἰσορροποῦν τὰ κάπως πιὸ φωτεινὰ χρώματα τῶν γειτονικῶν σπιτιῶν. Καὶ παρόλα αὐτά, ὑπάρχει ἡ ἐντύπωση ὅτι ὅλο αὐτὸ τὸ σύνολο εἶναι βυθισμένο μέσα στὸ γκρί, τὸ ὁποῖο ἐπιπλέει καὶ ἐπεκτείνεται κατὰ μῆκος τῶν τοίχων στὶς προκυμαῖες.
Ἐπίσης καὶ ὁ ἦχος ἀπὸ τὶς καμπάνες δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι μαῦρος. Ἀλλὰ ἁπαλὸς λιώνει μέσα στὸν χῶρο, σβήνει σιγὰ σιγὰ καὶ γίνεται γκρίζος ἦχος, περνᾶ ξυστὰ πάνω ἀπὸ τὸ νερὸ τῶν καναλιῶν, ἐξοστρακίζεται καὶ αἰωρεῖται πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια του.
Καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ νερό, παρὰ τὶς τόσες ἀντανακλάσεις του: τὸ γαλάζιο ἀπὸ τὰ κομμάτια τοῦ οὐρανοῦ, τὸ κόκκινο τῶν κεραμιδιῶν ἀπὸ τὶς στέγες, τὸ χιονόλευκο τῶν κύκνων ποὺ ἀρμενίζουν, τὸ πράσινο ἀπὸ τὶς περιφραγμένες λεῦκες στὶς ὄχθες, ἑνοποιεῖται καὶ σχηματίζει σιωπηλοὺς καὶ ἄχρωμους δρόμους.
Ἐκεῖ, θαρρεῖς ἀπὸ ἕνα θαῦμα τοῦ κλίματος, ὑπάρχει μιὰ αλληλοδιείσδυση τῶν χρωμάτων, κύριος οἶδε ποιὰ ἀτμοσφαιρικὴ χημεία ἐξουδετερώνει τοὺς πολὺ ζωηροὺς χρωματικοὺς τόνους καὶ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ὀνειρικὴ μονοχρωμία, σ’ ἕνα ἀμάλγαμα μιᾶς μάλλον γκρίζας ὑπνηλίας.

Ζορζ Ρόντενμπαχ, Μπρυζ, Η Νεκρή, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Σαιξπηρικόν

Εξώφυλλο: Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κείμενα για τη Μουσική

Ὅταν δύο ἢ τρεῖς ἄνθρωποι στέκονται δίπλα δίπλα δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ μαζί. Εἶναι σὰν μαριονέτες, τὰ νήματα τῶν ὁποίων βρίσκονται σὲ διαφορετικὰ χέρια. Μόνο ὅταν εἶναι ἕνα τὸ χέρι ποὺ τὶς καθοδηγεῖ δημιουργεῖται ἕνα κοινὸ ἔδαφος, ὅπου ἀνταλλάσσουν ὑποκλίσεις ἢ μαλώνουν. Καὶ οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου βρίσκονται ἐπίσης ἐκεῖ ποὺ καταλήγουν τὰ νήματα, στὸ στιβαρὸ χέρι ποὺ τὰ κρατάει.

*

Τὸ πρωταρχικὸ στοιχεῖο βρίσκεται στὸν παφλασμὸ τῶν κυμάτων τοῦ ἀπείρου καὶ ἡ μουσικὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ τελειότερη ἔκφρασή του. Σχεδὸν μὲ ὅλο τοῦ τὸ πλάτος ἐκφράζεται τὸ κινούμενο βάθος στὴ μουσικὴ — ἐνῶ στὴν τελευταία ἐφαρμογή, στὸ δράμα καὶ τὶς μικρὲς τοῦ μορφές, χωράει μονάχα ἕνα μικρὸ κομμάτι ἐκείνου τοῦ βάθους, ἀσκώντας ὅμως μιὰ τέτοια ἐπίδραση ἔτσι ὥστε ἀπὸ τοὺς θεατὲς νὰ γεννιέται πάλι ἕνα ἀντίστοιχο ἄπειρο, δηλαδὴ ἕνα στιγμιαῖο θέατρο μέσα στὸ ὁποῖο λαμβάνει χώρα ὁ παφλασμὸς ἐκείνου τοῦ ἀρχέγονου κύματος.

*

Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ραφὴ τῆς στεφάνης τοῦ κρανίου (αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσουμε πρῶτα) ἔχει μιὰ κάποια ὁμοιότητα μὲ τὴν πυκνὴ κουβαριαστή γραμμὴ ποὺ χαράζει ἡ ἀκίδα τοῦ φωνογράφου πάνω στὸν στρεφόμενο κύλινδρο. Ἐὰν τώρα ἀντικαθιστοῦσε κανεὶς τὴν ἀκίδα καὶ τὴν ἔκανε, ἐκεῖ ποὺ ἐπιστρέφει, νὰ ἀφήσει ἕνα ἴχνος ποὺ δὲν θὰ προερχόταν ἀπὸ τὴν γραφικὴ μετάφραση ἑνὸς ἤχου, ἀλλὰ θὰ ἦταν ἕνα αὐτούσιο καὶ μὲ φυσικὸ τρόπο ὑπάρχον — καλὰ λοιπόν, ἂς τὸ ποῦμε ξεκάθαρα: καὶ πάλι, ἐὰν ἦταν (π.χ.) ἡ στεφάνη τοῦ κρανίου — τί θὰ συνέβαινε; Θὰ ἔπρεπε νὰ βγει ἕνας ἦχος, μιὰ ἀκολουθία ἤχων, μιὰ μουσική...
Συναισθήματα —, ποιά; Δυσπιστία, συστολή, φόβος, δέος —: ναι, καὶ τώρα ποιὸ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἐδῶ τὰ πιθανὰ συναισθήματα; Δυσκολεύομαι ἀφάνταστα νὰ προτείνω ἕνα ὄνομα γιὰ τὴν ἀρχέγονη βουὴ ποὺ θὰ ἐρχόταν στὸν κόσμο...
Ἂς σταθοῦμε ἐδῶ μιὰ στιγμὴ: Τί εἴδους γραμμὲς θὰ μποροῦσε νὰ τραβήξει κανεὶς ἐκεῖ δοκιμαστικά; Τί περίμετρο θὰ ἔπρεπε νὰ χαράξει μέχρι τέλους γιὰ νὰ τὴ δεῖ ἔπειτα μεταμορφωμένη νὰ ἔχει διεισδύσει σὲ μιὰ νέα περιοχὴ τῶν αἰσθήσεων;

*

[...] Αὐτὸ ποὺ ἠχοῦσε μέσα ἀπὸ τὶς φυλλωσιὲς τῶν ἐλαιώνων δὲν ἦταν χριστιανικὸ τραγούδι. Φωνὲς βαριές, γεμάτες ἀπὸ τὶς δονήσεις ἀρχαίων θρήνων, παρατεταμένες στὸν χρόνο, δίχως ἀρχή, σὰν νὰ μὴν εἶχαν ἀρχίσει κάποτε ξαφνικὰ: Σὰν νὰ ἦταν τὸ αὐτὶ αὐτὸ ποὺ εἰσέβαλε ξαφνικὰ στὴν παντοτινὴ διάρκεια τοῦ ἤχου τους· φωνές, σὰν νὰ τὶς εἶχε φέρει ὁ ἀέρας ἀπομακρυσμένων βουνῶν· φωνές, ποὺ θὰ ’λεγε κανεὶς ὅτι ὑπῆρχαν ἀπὸ μόνες τοὺς σὰν νὰ ἄρχιζε νὰ φυσάει ἄνεμος βραδινὸς στὴν ψυχὴ ἑνὸς ζώου· παρατεταμένες φωνές, βαριές, διαδοχικὰ καλέσματα μιᾶς πανάρχαιης μέθης τῆς φύσης, ὑπόκωφες, ἀσυνείδητες, σὰν νὰ ὑπέμεναν, καὶ ὄχι ἀπαραίτητα σὰν νὰ ἤθελαν τὴν ὕπαρξή τους [...]

*

Ἐγὼ ποὺ ἤμουν ἤδη ἀπὸ παιδὶ τόσο δύσπιστος ἀπέναντι στὴ μουσική, ὄχι ἐπειδὴ μὲ ἀνύψωνε περισσότερο ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀλλὰ ἐπειδὴ συνειδητοποίησα ὅτι δὲν μὲ ἄφηνε ποτὲ πάλι ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου μὲ εἶχε πάρει, ἀλλὰ κάπου πιὸ βαθιά, σὲ κάτι ποὺ δὲν ἔβρισκε τὴν ὁλοκλήρωσή του.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κείμενα για τη Μουσική, μτφρ. Μάνος Περάκης, εκδ. Περισπωμένη

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑