προγραφές

Εξώφυλλο: Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κείμενα για τη Μουσική

Ὅταν δύο ἢ τρεῖς ἄνθρωποι στέκονται δίπλα δίπλα δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ μαζί. Εἶναι σὰν μαριονέτες, τὰ νήματα τῶν ὁποίων βρίσκονται σὲ διαφορετικὰ χέρια. Μόνο ὅταν εἶναι ἕνα τὸ χέρι ποὺ τὶς καθοδηγεῖ δημιουργεῖται ἕνα κοινὸ ἔδαφος, ὅπου ἀνταλλάσσουν ὑποκλίσεις ἢ μαλώνουν. Καὶ οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου βρίσκονται ἐπίσης ἐκεῖ ποὺ καταλήγουν τὰ νήματα, στὸ στιβαρὸ χέρι ποὺ τὰ κρατάει.

*

Τὸ πρωταρχικὸ στοιχεῖο βρίσκεται στὸν παφλασμὸ τῶν κυμάτων τοῦ ἀπείρου καὶ ἡ μουσικὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ τελειότερη ἔκφρασή του. Σχεδὸν μὲ ὅλο τοῦ τὸ πλάτος ἐκφράζεται τὸ κινούμενο βάθος στὴ μουσικὴ — ἐνῶ στὴν τελευταία ἐφαρμογή, στὸ δράμα καὶ τὶς μικρὲς τοῦ μορφές, χωράει μονάχα ἕνα μικρὸ κομμάτι ἐκείνου τοῦ βάθους, ἀσκώντας ὅμως μιὰ τέτοια ἐπίδραση ἔτσι ὥστε ἀπὸ τοὺς θεατὲς νὰ γεννιέται πάλι ἕνα ἀντίστοιχο ἄπειρο, δηλαδὴ ἕνα στιγμιαῖο θέατρο μέσα στὸ ὁποῖο λαμβάνει χώρα ὁ παφλασμὸς ἐκείνου τοῦ ἀρχέγονου κύματος.

*

Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ραφὴ τῆς στεφάνης τοῦ κρανίου (αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσουμε πρῶτα) ἔχει μιὰ κάποια ὁμοιότητα μὲ τὴν πυκνὴ κουβαριαστή γραμμὴ ποὺ χαράζει ἡ ἀκίδα τοῦ φωνογράφου πάνω στὸν στρεφόμενο κύλινδρο. Ἐὰν τώρα ἀντικαθιστοῦσε κανεὶς τὴν ἀκίδα καὶ τὴν ἔκανε, ἐκεῖ ποὺ ἐπιστρέφει, νὰ ἀφήσει ἕνα ἴχνος ποὺ δὲν θὰ προερχόταν ἀπὸ τὴν γραφικὴ μετάφραση ἑνὸς ἤχου, ἀλλὰ θὰ ἦταν ἕνα αὐτούσιο καὶ μὲ φυσικὸ τρόπο ὑπάρχον — καλὰ λοιπόν, ἂς τὸ ποῦμε ξεκάθαρα: καὶ πάλι, ἐὰν ἦταν (π.χ.) ἡ στεφάνη τοῦ κρανίου — τί θὰ συνέβαινε; Θὰ ἔπρεπε νὰ βγει ἕνας ἦχος, μιὰ ἀκολουθία ἤχων, μιὰ μουσική...
Συναισθήματα —, ποιά; Δυσπιστία, συστολή, φόβος, δέος —: ναι, καὶ τώρα ποιὸ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἐδῶ τὰ πιθανὰ συναισθήματα; Δυσκολεύομαι ἀφάνταστα νὰ προτείνω ἕνα ὄνομα γιὰ τὴν ἀρχέγονη βουὴ ποὺ θὰ ἐρχόταν στὸν κόσμο...
Ἂς σταθοῦμε ἐδῶ μιὰ στιγμὴ: Τί εἴδους γραμμὲς θὰ μποροῦσε νὰ τραβήξει κανεὶς ἐκεῖ δοκιμαστικά; Τί περίμετρο θὰ ἔπρεπε νὰ χαράξει μέχρι τέλους γιὰ νὰ τὴ δεῖ ἔπειτα μεταμορφωμένη νὰ ἔχει διεισδύσει σὲ μιὰ νέα περιοχὴ τῶν αἰσθήσεων;

*

[...] Αὐτὸ ποὺ ἠχοῦσε μέσα ἀπὸ τὶς φυλλωσιὲς τῶν ἐλαιώνων δὲν ἦταν χριστιανικὸ τραγούδι. Φωνὲς βαριές, γεμάτες ἀπὸ τὶς δονήσεις ἀρχαίων θρήνων, παρατεταμένες στὸν χρόνο, δίχως ἀρχή, σὰν νὰ μὴν εἶχαν ἀρχίσει κάποτε ξαφνικὰ: Σὰν νὰ ἦταν τὸ αὐτὶ αὐτὸ ποὺ εἰσέβαλε ξαφνικὰ στὴν παντοτινὴ διάρκεια τοῦ ἤχου τους· φωνές, σὰν νὰ τὶς εἶχε φέρει ὁ ἀέρας ἀπομακρυσμένων βουνῶν· φωνές, ποὺ θὰ ’λεγε κανεὶς ὅτι ὑπῆρχαν ἀπὸ μόνες τοὺς σὰν νὰ ἄρχιζε νὰ φυσάει ἄνεμος βραδινὸς στὴν ψυχὴ ἑνὸς ζώου· παρατεταμένες φωνές, βαριές, διαδοχικὰ καλέσματα μιᾶς πανάρχαιης μέθης τῆς φύσης, ὑπόκωφες, ἀσυνείδητες, σὰν νὰ ὑπέμεναν, καὶ ὄχι ἀπαραίτητα σὰν νὰ ἤθελαν τὴν ὕπαρξή τους [...]

*

Ἐγὼ ποὺ ἤμουν ἤδη ἀπὸ παιδὶ τόσο δύσπιστος ἀπέναντι στὴ μουσική, ὄχι ἐπειδὴ μὲ ἀνύψωνε περισσότερο ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀλλὰ ἐπειδὴ συνειδητοποίησα ὅτι δὲν μὲ ἄφηνε ποτὲ πάλι ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου μὲ εἶχε πάρει, ἀλλὰ κάπου πιὸ βαθιά, σὲ κάτι ποὺ δὲν ἔβρισκε τὴν ὁλοκλήρωσή του.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κείμενα για τη Μουσική, μτφρ. Μάνος Περάκης, εκδ. Περισπωμένη

·

↑