προγραφές

Εξώφυλλο: Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε

'Στὸ πεπρωμένο ἀρέσει νὰ ἐπινοεῖ σχέδια καὶ μορφές. Ἡ δυσκολία του βασίζεται στὴν πολυπλοκότητα. Ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι δύσκολη λόγω τῆς ἁπλότητάς της. Ἐλάχιστα στοιχεῖα της εἶναι δυσανάλογα ὡς πρὸς ἐμᾶς. Ὁ ἅγιος ἀπορρίπτει τὸ πεπρωμένο καὶ προτιμᾶ νὰ βρεθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ἐκείνη ποὺ ρυθμίζει τὸ πεπρωμένο τῶν ἐρωτικῶν σχέσεων εἶναι ἡ γυναίκα, ποὺ ἀκολουθώντας τὴ φύση της πρέπει νὰ κάνει τὶς ἴδιες ἐπιλογὲς ὑπολογίζοντας τὸν ἄνδρα: ἀνυποχώρητη καὶ ἄμοιρη, σὰν μιὰ αἰώνια ὕπαρξη, στέκει δίπλα στὸν ἄνδρα, ποὺ μεμαμορφώνεται σιγὰ σιγά. Ἡ ἐρωτευμένη γυναίκα πάντοτε ξεπερνᾶ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ μοίρα. Ἡ ἀφοσίωσή της φιλοδοξεῖ νᾶ εἶναι ἀπροσμέτρητη: αὐτὴ εἶναι ἡ φιλοδοξία της. Ὅμως ὁ ἀνώνυμος πόνος τῆς ἀγάπης της ἦταν πάντα τὸ ὅτι τῆς ζητοῦν νὰ περιστείλει αὐτὴν τὴν ἀφοσίωση.'

'Ἦταν στὸ θέατρο τῆς Ὀρἀγγης. Χωρὶς νὰ κοιτάζω προσεχτικά, μόνο μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ χοντροκομμένου ρήγματος, ποὺ τώρα ἀποτελεῖ τὴν πρόσοψή του, μπῆκα μέσα ἀπὸ τὴ γυάλινη πόρτα τοῦ φύλακα. Βρέθηκα ἀνάμεσα σὲ κολόνες ποὺ κείτονταν καταγῆς καὶ σὲ μικρὲς δεντρομολόχες, ποὺ γιὰ λίγο μοῦ ἔκρυβαν τὸ ἀνοιχτὸ κοχύλι τοῦ ἀμφιθεάτρου πού, ὅπως χωριζόταν ἀπὸ τοὺς ἴσκιους τοῦ ἀπογεύματος, ἔμοιαζε μὲ τεραστίων διαστάσεων κοῖλο ἡλιακὸ ρολόι. Προχώρησα γρήγορα πρὸς τὰ ἐκεῖ. Καθὼς ἀνέβαινα τὶς κερκίδες, ἔνιωθα νὰ μικραίνω σιγὰ σιγὰ σ’ ἐκεῖνο τὸ περιβάλλον. Ἐπάνω, κάπως ψηλότερα, στέκονταν σὲ ἄσχημους σχηματισμοὺς κάποιοι ξένοι ποὺ ἔμοιαζαν ἐπιπόλαια περίεργοι·τὰ ροῦχα τους ἦταν μὲ ἐνοχλητικὸ τρόπο φανταχτερά, ἀλλὰ ἡ κλίμακά τους ἦταν ἀνάξια λόγου. Γύρισαν καὶ μὲ κοίταξαν γιὰ λίγο μὲ ἕνα βλέμμα ποὺ μαρτυροῦσε ἀπορία γιὰ τὸ πόσο μικροκαμωμένος ἤμουν. Αὐτὸ μὲ ἀνάγκασε νὰ κάνω μεταβολὴ καὶ νὰ φύγω.
Ὤ, ἤμουν ἐντελῶς ἀπροετοίμαστος. Ἕνα θεατρικὸ ἕργο παιζόταν ἐκεῖ! Ἕνα θεόρατο, πραγματικὰ ὑπεράνθρωπο δράμα βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη, τὸ δράμα ἐκείνου τοῦ ἐπιβλητικοῦ παραπετάσματος, τοῦ ὁποίου ἦταν ὁρατὴ ἡ κάθετη τριμερὴς δομή, ποὺ μὲ τὸ βροντερό της μεγαλεῖο ἔμοιαζε συντριπτικὴ καὶ ἄξαφνα σύμμετρη στὴν ὑπερβολή της.
Ἤμουν τόσο εὐτυχισμένος καὶ κατάπληκτος ποὺ ἔπρεπε νὰ καθίσω. Αὐτὸ ποὺ ὑψωνόταν, μὲ τὶς σκιὲς μοιρασμένες ὅπως σὲ ἕνα πρόσωπο, μὲ τὸ συμπυκνωμένο σκοτάδι στὸ στόμα τοῦ κέντρου του, πλαισιωμένο ἀπὸ τὴ συμμετρικὰ βοστρυχωτὴ κόμμωση τοῦ θριγκοῦ: αὐτὸ ἦταν ἡ δυνατή, τὰ πάντα μεταμορφώνοντας ἄρχαϊκὴ μάσκα, πίσω ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἔσμιγε σὲ ἕνα πρόσωπο. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τὴν κυκλικὴ διάταξη τῶν καθισμάτων, βασίλευε μιὰ γεμάτη προσδοκίες, κενὴ, ἀπορροφητικὴ ὕπαρξη: κάθε δράση βρισκόταν ἀπέναντι: οἱ θεοὶ καὶ ἡ μοίρα. Καὶ ἀπὸ κεῖ, ὅταν κοίταζες ψηλά, πάνω ἀπὸ τὸν περιμετρικὸ τοῖχο, κατέβαινε ἡ αἰώνια εἶσοδος τῶν οὐρανῶν.
Τώρα καταλαβαίνω πὼς ἐκείνη τὴν ὥρα ἀποξενώθηκα γιὰ πάντα ἀπὸ τὰ θέατρά μας. Γιατὶ τί γυρεύω μπροστὰ σὲ μιὰ σκηνή, ἀπὸ ὅπου ἔχει ἀφαιρεθεῖ ἐκεῖνος ὁ τοῖχος (τὸ τέμπλο τῶν ρωσικῶν ἐκκλησιῶν), ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε πιὰ τὴ δύναμη νὰ διαπεράσουμε τὴν ἀέρινη δράση μέσα ἀπὸ τὴ σκληρότητά του, ἕως ὅτου ἐξέλθει σὲ γεμάτες, βαριὲς σταγόνες λαδιοῦ. Στὶς μέρες μας τὰ θεατρικὰ ἔργα πέφτουν σὰν θρύμματα μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες ἑνός χονδροειδοῦς κόσκινου τῶν θεάτρων μας καὶ συσσωρεύονται κάπου, μέχρις ὅτου πεταχτοῦν ἐπειδὴ δὲν χωρᾶνε πιά. Πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια στερεότυπη πραγματικότητα ποὺ συναντοῦμε στοὺς δρόμους καὶ μέσα στὰ σπίτια, μόνο ποὺ ἐκεῖ συσσωρεύονται πολὺ περισσότερα πράγματα ἀπὸ ὅσα χωροῦν σὲ μιὰ βραδιά.
(Ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς, δὲν ἔχουμε θέατρο, ὅπως δὲν ἔχουμε καὶ Θεό. Κάτι τέτοιο θὰ ἀπαιτοῦσε μιὰ ἀληθινὴ κοινότητα. Ὁ καθένας ἔχει τὶς δικές του ἰδέες καὶ τὶς δικές του φοβίες, ἐπιτρέποντας στοὺς ἄλλους νὰ δοῦν ὅσα χρειάζεται καὶ ὅσα τὸν βολεύουν. Ἀραιώνουμε διαρκῶς τὴν κατανόησή μας γιὰ νὰ ἐπαρκέσει, ἀντὶ νὰ θρηνοῦμε ἀναζητώντας τὸν τοῖχο τῆς κοινῆς μας ἔνδειας, πίσω ἀπὸ τὸν ὁποῖο τὸ ἀκατανόητο ἔχει χρόνο νὰ συγκεντρωθεῖ καὶ νὰ ἁπλωθεῖ.)'

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Κίχλη

·

↑