
'Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ἀρχίζει ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια ἀπὸ τὴν ἐπικίνδυνη, ἀδηφάγα λεύκα, ποὺ μὲ ὑπόγειο τρόπο διοχετεύει ρίζεις πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις ὑποσκάπτοντας τὰ θεμέλια τοῦ σπιτιοῦ, ὥς τὸν μεγάλο σταυρὸ ποὺ φαίνεται ἀπὸ πολὺ μακριά, γιατί, ἔτσι ποὺ ὀρθώνεται σὲ ἕνα ὕψωμα, γυαλίζει τόσο ἔντονα ὅταν πέφτει τὸ φῶς ἐπάνω στὶς μεταλλικές του ἐπιφάνειες, ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν ἀγνοήσεις. Αὐτὸς ὁ περίπατος, ποὺ ἔχω κάνει ἄπειρες φορὲς μόνος μου ἤ μὲ τὴν Μ., πάντοτε μὲ τὴν ἴδια λαχτάρα, κρύβει ἀμέτρητες ἐκπλήξεις, καινούργια θαύματα καὶ νέες ἐμπειρίες. Ὅταν τὸν φέρνω στὴ σκέψη μου, δημιουργεῖται ἕνα παλίμψηστο ἀποχρώσεων καὶ σχημάτων, ὅπου συνωθοῦνται τὰ σύννεφα, τὰ χιόνια, τὰ λουλούδια, οἱ μυρωδιές, οἱ βροχές, τὰ ἡλιοβασιλέματα, τὸ χῶμα καὶ κυρίως τὸ σκοτάδι, ποὺ μέσα του προχωρῶ ἀγγίζοντας νοερὰ τὰ πανύψηλα τείχη τῆς νύχτας καὶ ἀκούγοντας τὴ σιωπὴ τοὺ ἀπείρου. Ὅταν δὲν ἔχει φεγγάρι, ὁ ἔναστρος οὐρανὸς χαμηλώνει τόσο πολύ, ποὺ νομίζω πὼς σηκώνοντας τὸ χέρι μου θὰ ἄγγίξω τοὺς ἀσημένιους γαλαξίες ποὺ διασχίζουν τὶς ἀπέραντες ἐκτάσεις του, σὰν ποταμοὶ πλαισιωμένοι ἀπὸ φωτεινὲς ἀπολήξεις μακρινῶν οὐρανίων σωμάτων.
Τὸ σούροπο ὁ ἥλιος κατεβαίνει μὲ βραδύτατους ρυθμοὺς πρὸς τὰ ἄλλοτε ρόδινα, ἄλλοτε μενεξεδένια καὶ ἄλλοτε ἀχνογάλαζα βουνά, ποὺ ἀπὸ διάφανα γίνονται συμπαγῆ, καὶ ἡ φύση γύρω μου γεμίζει θροΐσματα ἀγγέλων, πνευμάτων ἤ φυλλωμάτων, ὄπου ζεῖ αἰωρούμενος ἕνας ἀθέατος, ποικιλόμορφος κόσμος. Μιὰ μελωδία ποὺ βασανίζει τὸ μυαλό μου τὴ στιγμὴ τῆς ἐκκίνησης διαγράφει φωτεινὲς γραμμὲς φανερώνοντας ἐκλάμψεις, ρίγη καὶ σπαραχτικὰ ξεσπάσματα, καθὼς ξετυλίγεται ἀνερχόμενη ἤ κατερχόμενη μέσα στοὺς λαβυρίνθους τῆς ὕπαρξής μου. Αὐτὴ ἡ μελωδία βυθίζεται ὕστερα ἀπὸ λίγο σ’ ἕνα πηχτὸ ἕλος ἤ διασχίζει τὸ μυαλό μου καὶ ξεχύνεται στὸν ἀέρα, γιὰ νὰ ἐξαερωθεῖ μέσα στὶς συγχορδίες τῶν κελαηδισμῶν καὶ τῶν ὑδάτων.
[...]
Μετὰ τὸ μοναστήρι ὁ δρόμος γίνεται ἀνηφορικὸς, καί, ὅταν ἔχει βρέξει ἤ χιονίσει, εἶναι γλιστερὸς καὶ ἐπικίνδυνος. Σὲ λίγα λεπτὰ βρίσκομαι στὴν κορυφὴ ἑνὸς πυκνοφυτεμένου ὑψώματος, ποὺ τὴν ἄνοιξη εἶναι γεμάτο μὲ μαργαρίτες, σπαρτὰ καὶ παπαροῦνες. Ἐδῶ, ἀνάμεσα στὰ πεύκα, ὑπάρχει ἕνα παγκάκι, ἕνα τραπέζι καὶ Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος τοῦ Λεονάρντο ντὰ Βίντσι, ποὺ εἶναι στερεωμένος ἀνάμεσα σὲ σιδερένια δοκάρια. Κάθομαι στὸ παγκάκι καὶ παρατηρῶ ἐπὶ πολλὴ ὥρα αὐτὸν τὸν πίνακα, ποὺ εἶναι ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὶς βροχές, τὸ χαλάζι, τὰ χιόνια καὶ τοὺς ἀνέμους. Ἀνάλογα μὲ τὸ φῶς, οἱ παραμορφωμένες μορφὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν μαθητῶν παίρνουν ἀλλόκοτες στάσεις ἐνῶ ἡ ὅλη σύνθεση θυμίζει περισσότερο σύγχρονη ζωγραφικὴ παρὰ ἀναγεννησιακή. Τὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ διασχίζουν ἀστραπές, οἱ μαθητὲς καὶ ἡ Μαγδαληνὴ θυμίζουν ὄντα βγαλμένα ἀπὸ ἐφιάλτη καὶ ἡ ὀροφὴ εἶναι κατακερματισμένη, ἕτοιμη νὰ καταρρεύσει στὰ κεφάλια τῶν εἰκονιζομένων. Ἕνας κοῦκος ἀκούγεται ἀπὸ μακριὰ καὶ τὸ βλέμμα μου βυθίζεται στὴν παράξενη ἐκείνη σύνθεση καὶ τὴ διαπερνᾶ, γιὰ νὰ συναντήσει γεγονότα τοῦ παρελθόντος ποὺ ἔχουν ξεθωριάσει, ἤ εἶναι ἀκόμα ζωντανά, χωρὶς ὅμως νὰ θυμίζουν σὲ τίποτα τῆν ἀρχική τους μορφή.
Ἡ ψυχή μου σιγὰ σιγὰ γαληνεύει, νιώθω νὰ κολυμπάω στὸ σύμπαν, οἱ δυσάρεστες σκέψεις ὑποχωροῦν καὶ σὰν ὑπνωτισμένος προχωρῶ πρὸς τὸ σταυρό, ἀπ’ ὅπου φαίνεται ὁ Ὀξύλιθος, ποὺ λάμποντας σκαρφαλώνει νωχελικὰ στὸ ἄντικρινὸ βουνό. Ἀνεβασμένος σ’ ἐκείνη τὴ μυρωμένη κορυφή, νιώθω διάφανος, σχεδὸν γυάλινος, μὲ μιὰ κατακόκκινη καρδιά νὰ χτυπάει ἀκόμα.'
Αλέξανδρος Ίσαρης, Έξι Περίπατοι. Προσκέφαλο με Φύλλα Λεμονιάς, εκδ. Κίχλη
