προγραφές

Εξώφυλλο: Αλέξανδρος Ίσαρης, Εγώ Ένας Ξένος: Ποιήματα 1967-2011

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ [απόσπασμα]

Τὴν Ἀναγέννηση τὴ συνάντησα ἕνα ἀπόγευμα σ’ ἕνα μισοσκότεινο δρομάκι ποὺ λέγεται βία ντί Σὰν Λεονάρντο, ποὺ λέγεται βία Σιστίνα, ποὺ λέγεται Ἀλκαμένους. Ἐκεῖ ἡ Ἄλμπα χτένιζε τὰ μαλλιά της ἀκούγοντας μὲ μάτια κλειστά ναπολιτάνικες καντσονέτες. Ἡ κίνηση αὐτὴ σὲ συνδυασμὸ μ’ ἐκείνη τὴν ἀπίστευτα γλυκιὰ μουσικὴ τὴν ἀνακούφιζαν, καθὼς φαίνεται, γιατὶ, τραβώντας μὲ τὸ χτένι τὰ μακριὰ μαλλιά της πρὸς τὰ κάτω, πονοῦσε πολύ, κι ἐκεῖνος ὁ πόνος τὴ βοηθοῦσε νὰ πετάξει ὅλο τὸ βάρος ποὺ εἶχε συσσωρευτεῖ στὴν καρδιά της. Ζωγράφισα τὴν Ἄλμπα γυμνὴ ἀπὸ πίσω, νὰ προσπαθεῖ νὰ ἀκουμπήσει. Στὸ βάθος, πίσω ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο στεκόταν τὸ ὑγρὸ σῶμα τοῦ Μικέλε, σὰν ἐκεῖνα τὰ ἀπροσδόκητα βλέμματα τοῦ Τζοβάννι Ἀντόνιο Μπάτσι, τοῦ ἀποκαλούμενου Σόντομα. Στὴ Σιένα βρίσκεται ἕνας πίνακάς του, ποὺ μὲ ἀνάγκασε νὰ μείνω ἀκίνητος μέσα σ’ ἕνα νέφος δακρύων καὶ ἱδρώτα. Ἥ Ἄλμπα ξεστόμιζε ἀκατάληπτα προφητεῖες καὶ ἔμοιαζε κατάκοπη, γεγονός ποὺ ἔδινε στὸ δέρμα της ἐκείνη τὴ χρυσίζουσα λάμψη ποὺ ἀποκτοῦν οἱ ἅνρθωποι ὅταν ξεκολλοῦν ἀπὸ τὴ λάσπη. Αὐτὸ ποὺ ἔμεινε γιὰ πάντα αἰνιγματικὸ ἦταν πὼς ἡ λάμψη τῆς Ἄλμπα δὲν ἐπηρέαζε τὰ χρώματα τοῦ Ἀντόνιο, ποὺ παρέμειναν ἀναλλοίωτα ἀκόμα καὶ στῖς στιγμὲς τῆς παραφορᾶς.
Τὴν Ἀναγέννηση τὴ γνώρισα ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ κατέβω τὴ σκάλα. Μέσα σ’ αὑτὸ τὸ σπίτι μαζεύονται ὅλες οἱ μυρωδιὲς ποὺ ἀσφυκτιοῦν στὰ οὐρητήρια, στὰ μαγειρεῖα, στοὺς στάβλους, στοὺς φωταγωγοὺς καὶ στὰ νεκροτομεῖα. Τὸ ἀποκρουστικὸ ἄθροισμά τους συνοδεύεται ἀπὸ ἤχους δυσοίωνους, ἀπὸ κραυγὲς καὶ τριγμοὺς οἰκοδομήματος ποὺ καταρρέει, πλοίου ποὺ ραγίζει, καρδιᾶς ποὺ ἀνοίγει διάπλατα ἀποβάλλοντας μὲ ὁρμὴ τὸ σάπιο αἶμα. Ἡ ἔλλειψη παραθύρων μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀκολουθῶ ὡς διέξοδο μιὰ στενὴ σκάλα, ἀλλὰ οἱ παράφωνες μουσικὲς καὶ τὰ κλάματα μὲ ἐξουθενώνουν συνήθως σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν μπορῶ νὰ φτάσω ὥς τὸ τελευταῖο σκαλοπάτι.

*

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Πέρασε ἀπ’ τὸν ὀμφαλό του μὲ ὀρμὴ τοῦ κονταριοῦ ἡ μύτη
Καὶ βγῆκε μὲς στὰ αἴματα τρυπώντας τ’ ἄντερά του.
Τότε ἡ ψυχὴ τινάχτηκε στὰ χείλη
Κι ὁ Πάτροκλος τὴν ἕφτυσε πέφτοντας πάν’ στὸ χῶμα.
Τώρα λευκὰ γαρίφαλα φύτρωσαν κι εὐωδιάζουν.
Ὀρθώνεται ὁ νεκρὸς χλομὸς μὲ τρύπες στὴν κοιλιά του
Μὲ μάτια ὀρθάνοιχτα βαδίζει μαγεμένος
Βλέποντας τὴν εἰκόνα του στὰ κάτοπτρα τοῦ νοῦ του.
Διαβαίνει πόρτες καὶ στοές, ψηλώνει πρὸς τὸν ἥλιο
Λούζεται στῶν ὕμνων τὰ νερὰ καὶ στοῦ μεσημεριοῦ τὶς στάχτες.
Ἄξαφνα βλέπει σὰν σὲ ὄνειρο τὰ ἄλογα τοῦ Ἄχιλλέα.
Ἀκίνητα στέκουν ἐκεῖ καὶ τὸν κοιτοῦν θλιμμένα.
Ὅπως μιὰ στήλη στέκεται πάνω ἀπὸ τάφο
Ἔτσι στέκουν ἀσάλευτα στ’ ἀμάξι τους ζεμένα.
Ἡ φύση τους ἀθάνατη ἀγανακτοῦσε
Γιὰ τοῦ θανάτου αὐτὸ τὸ ἔργο ποὺ θωροῦσε.
Τὰ δάκρυα ἔτρεχαν στὴ γὴ κι ἐκείνη τὰ ρουφοῦσε.

Βουλιάζει τώρα ὁ Πάτροκλος
Σὲ πολυώροφες σπηλιὲς γεμάτες φύκια.
Τὸν σφίγγει ὁ Θάνατος καὶ εἰσχωρεῖ ἐντὸς του.
Τότε ἐκεῖνος ἔγειρε κι ἀποκοιμήθη
Μέσα σ’ ἕνα χαμόγελο μοναχιασμένο.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Εγώ Ένας Ξένος: Ποιήματα 1967-2011, εκδ. Κίχλη

·

↑