προγραφές

Εξώφυλλο: Αντρέι Μπέλι, Πετρούπολη

'Ἀκούγονταν κουδουνίσματα.
Ἀπὸ τὸ χὸλ ἔμπαιναν στὴ σάλα πλάσματα ἀγγελόμορφα, μὲ φορέματα γαλάζια, ἄσπρα, ρόζ, ἀσημί, σπινθηροβόλα. Ἀνέμιζαν μουσελίνες, βεντάλιες, μετάξια, κι ὁλόγυρα ξεχυνόταν πλουσιοπάροχα τὸ ἄρωμα τῆς βιολέτας, τοῦ μαγιολούλουδου, τοῦ κρίνου καὶ τῆς ταμπερόριζας. Οἱ ὤμοι τους, ἁπαλὰ πουδραρισμένοι καὶ λευκοὶ σὰν μάρμαρο, σὲ μιὰ δυὸ ὧρες θὰ εἶχαν γίνει ὁλοπόρφυροι καὶ θὰ σκεπάζονταν ἀπὸ ἱδρώτα. Τώρα ὅμως, πρὶν ἀπὸ τὸν χορό, τὰ προσωπάκια τους, οἱ ὦμοι, τὰ ἀδύνατα γυμνὰ μπράτσα τους φαίνονταν ἀκόμα πιὸ ὠχρὰ καὶ ἀδύνατα ἀπ᾽ ὅ,τι τὶς ὑπόλοιπες μέρες. Ὡστόσο, ἡ ἐντονότερη γοητεία αὐτῶν τῶν πλασμάτων ἢταν οἱ σπίθες ποὺ τρεμόπαιζαν συγκρατημένα στὶς κόρες τῶν ματιῶν τους, καθὼς ὅλα μαζί, πραγματιστικὴ σύναξη ἄγγέλων, ἔμοιαζαν μὲ θροΐζοντα, πολύχρωμα σμήνη μουσελίνας ποὺ ἀμένιζε. Ἀνοιγόκλειναν τὶς λευκές τους βεντάλιες κάνοντας ἀέρα, τὰ παπουτσάκια τους χτυποῦσαν στὸ πάτωμα.
Ἀκούγονταν κουδουνίσματα.
Ἀπὸ τὸ χόλ ἕμπαιναν ὅλο ζωντάνια στὴ σάλα κάποια εὐρύστερνα τελώνια, ποὺ φοροῦσαν ἐφαρμοστά φράκα, στολὲς κῖ ἐπενδύτες· ἦταν φοιτητὲς τῆς Νομικῆς, οὐσάροι, γυμνασιόπαιδες καὶ κάθε λογῆς ἄνθρωποι, ἄλλοι ἀπ᾽ αὐτοὺς εἶχαν μουστάκια κι ἄλλοι ὄχι, κανείς τους ὅμως δὲν εἶχε γενειάδα. Ὅλοι τους σκορποῦσαν ὁλόγυρα ἀμείωτη χαρὰ καὶ αὐτοκυριαρχία. Χωρὶς νὰ γίνονται ἐνοχλητικοί, εἰσέδυαν στὸν ἀποστράπτοντα κύκλο τῆς μουσελίνας καὶ φαίνονταν στὶς κυρίες πιὸ εὐλύγιστοι κι ἀπὸ κερί. Ἐδῶ κι ἐκεῖ, μιὰ ἀνάλαφρη πουπουλένια βεντάλια ἄρχιζε ἤδη νὰ χτυπᾶ τὸ στῆθος ἑνὸς μυστακοφόρου τελώνιου, καὶ θαρροῦσες ὅτι πάνω σ᾽ αὐτὸ τὸ στῆθος εἶχε καθίσει τὸ φτερὸ μιᾶς πεταλούδας, καὶ ὁ γεροδεμένος οὐσάρος ἄρχιζε προσεκτικὰ νὰ ἀνταλλάσει μὲ τὴν κυρία ἐπιπόλαιους ὑπαινιγμούς, μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς προσοχὴ μὲ τὴν ὁποία γέρνουμε πάνω ἀπὸ μιὰ ἀνάλαφρη πεταλούδα ποὺ κάθισε τυχαῖα στὸ δάχτυλό μας. Καὶ στὸ κόκκινο φόντο τῆς χρυσοκέντητης στολῆς τοῦ οὐσάρου, λὲς καὶ ἦταν τὸ φόντο τῆς ἐντυπωσιακῆς ἀνατολῆς ἑνὸς πρωτόφαντου ἥλιου, διαγραφόταν ὁλοκάθαρα ἕνα ροδαλὸ προφίλ. Ἡ θύελλα τοῦ βὰλς ποὺ ἄρχιζε θὰ μετέτρεπε σύντομα τὸ ροδαλὸ προφίλ τοῦ ἀθώου ἀγγέλου σὲ προφὶλ φλεγόμενου δαίμονα.'

'Ὁ θάμνος κόχλαζε... Πάνω στὴν ἀμμώδη παραλία ἐδῶ κι ἐκεῖ ρυτίδιαζαν λιμνοῦλες μ᾽ ἁλμυρὸ νερό.
Ἀπὸ τὸν κόλπο ἔρχονταν πετώντας κορδέλες μὲ λευκὲς χαῖτες. Ἡ σελήνη τὶς φώτιζε καὶ οἱ κορδέλες ἔρχονταν ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη κι ἄφριζαν πέρα μακριὰ κι ἀχολογοῦσαν, κι ἔπειτα ἔφταναν ὥς τὴν παραλία σχηματίζοντας τοῦφες ἀφροῦ. Καὶ διάφανες ἁπλώνονταν ὑπάκουα πάνω στὴν ἐπίπεδη ὄχθη. Πιτσίλιζαν τὴν ἄμμο, τὴν κατέτρωγαν· σὰν λεπτὴ κρυστάλλινη λεπίδα περνοῦσαν πάνω ἀπὸ τὴν ἄμμο· τόπους τόπους οἱ κρυστάλλινες κορδέλες ἔφταναν παφλάζοντας ἴσαμε μιὰ ἀλμυρὴ λιμνούλα καὶ ξέχυναν μέσα της ἕνα ἁλμυρὸ διάλυμα.
Κι ἔφευγαν πάλι πίσω, γιὰ νὰ ξαναγυρίσουν σπρωγμένες ἀπὸ ἄλλες βουερές, ἀφρισμένες κορδέλες.
Ὁ θάμνος κόχλαζε...
Νὰ, κι ἐδῶ κι ἐκεῖ ὑπήρχαν ἑκατοντάδες θάμνοι. Σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ τὴ θάλασσα ἁπλώνονταν τὰ μαῦρα καὶ ξεραμένα μπράτσα τῶν θάμνων. Αὐτὰ τὰ μπράτσα, τὰ γυμνὰ ἀπὸ φύλλα, ἀνέβαιναν στὸ διάστημα μὲ τρελὰ φτερουγίσματα. Μιὰ μικρόσωμη μαυριδερὴ φιγούρα δίχως γαλότσες καὶ καπέλο ἔτρεχε φοβισμένη ἀνάμεσά τους. Τὸ καλοκαίρι ἔβγαιναν μέσα ἀπὸ τοὺς θάμνους γλυκὲς, ψυθυριστὲς πνοές. Πάει καιρὸς ποὺ οἱ πνοὲς ἔσβησαν, κι ἔτσι μονάχα τριξίματα καὶ βογκητὰ βγαίνουν πιὰ ἀπὸ τοῦτο τὸ μέρος. Ἀπὸ δῶ σηκώνεται ἡ καταχνιά, καὶ ἡ ὑγρασία ἐπίσης. Καὶ μέσ᾽ ἀπὸ τὴν καταχνιὰ καὶ τὴν ὑγρασία πρόβαλλαν κούτσουρα. Μέσα ἀπὸ τὴν καταχνιὰ καὶ τὴν ὑγρασία, ἐμπρὸς στὴ μικρὴ φιγούρα, πρόβαλλε ἕνα ροζιασμένο μπράτσο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔβγαιναν, σὰν τρίχες, τὰ κλαδιά.
Ἡ φιγούρα ἔγειρε σὲ μιὰ κουφάλα, μέσα στὴν πάχνη τῆς γκρίζας ὑγρασίας. Κι ἐκεῖ βυθίστηκε σὲ πικροὺς λογισμούς.'

Αντρέι Μπέλι, Πετρούπολη, μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Κίχλη

·

↑