προγραφές

Εξώφυλλο: Λουί-Σαρλ Φουζερέ ντε Μονμπρόν, Μαργκώ, η Μανταρίστρα

‘Οποιοδήποτε θηλυκό που σκοπός του είναι να έχει καλά αποτελέσματα πρέπει, όπως ακριβώς ο έμπορος, να μην ασχολείται ειμή μόνον με το συμφέρον και τα κέρδη του. Η καρδιά της να παραμένει πάντα αλώβητη από τον πραγματικό έρωτα. Ας προσποιείται την ερωτευμένη και ας εμπνέει τον έρωτα μόνο στους άλλους.

Ας προτιμά πάντα τον καλοπληρωτή από τους ανταγωνιστές του.
Ας αποφεύγει όσο μπορεί τις συναλλαγές με τους υψηλά ιστάμενους κοινωνικά. Είναι ως επί το πλείστον υπερόπτες και απατεώνες. Οι καλοκρατούμενοι χρηματιστές είναι οι πιο σίγουροι και οι πιο εύκολοι να τους φέρει κανείς σε λογαριασμό. Η επιτηδειότητα είναι το απαραίτητο στοιχείο της επιχείρησης.
Αν τη χαρακτηρίζει η σύνεση, θα αποπέμψει τον πένητα αγαπητικό, διότι αυτού του είδους τα ζωντανά δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για τα καθημερινά και συχνά, μάλιστα, εγκαταλείπουν και τη γυναίκα που τους παρέχει τα προς το ζην.
Όταν παρουσιαστεί κάποια εξαιρετική ευκαιρία, ας μη διστάσει να κάνει και καμιά απιστία. Είναι τα τυχερά του επαγγέλματος.
Ας παραδειγματίζεται, όσο γίνεται, από τη λιτότητα της μαντεμουαζέλ Ντυροσέ και ας κυνηγά τη χοντρή μπουκιά μόνον όταν δεν της στοιχίζει τίποτα.
Ας φροντίζει να επενδύει, με έξυπνο τρόπο, όλα τα χρήματα που κερδίζει, κατά καιρούς, για να της αποφέρουν.
Αν ένας ξένος και ένας Γάλλος, της αυτής οικονομικής ευμάρειας, βρεθούν συνυποψήφιοι απέναντί της, ας μη διστάσει να δηλωθεί ανοιχτά υπέρ του πρώτου. Εκτός του ότι το απαιτεί η ίδια η ευγένεια, σίγουρο είναι πως θα τα βρει καλύτερα με τον ξένο. Ιδίως αν ο τελευταίος τυχαίνει να είναι κάποιος από τον κύκλο των μιλόρδων του Λονδρέζικου Σίτυ. Πρόκειται για άτομα που ακόμα και όταν δεν έχουν μία, από εγωισμό και μόνο για να δειχτούν πλουσιότεροι από όλους τους άλλους, είναι ικανοί να ξοδέψουν ό,τι έχουν και δεν έχουν.
Για το καλό της υγείας της θα ήτο φρόνιμο να αποφεύγει τους Αμερικανούς, τους Ισπανούς και τους Ναπολιτάνους, ενθυμούμενη πάντα το γνωστό: Timeo danaos et dona ferentes.
Τέλος, και ως συμπέρασμα, ας ξεχάσει τον χαρακτήρα της, αλλά ας μελετήσει μετά προσοχής εκείνον του εραστού της και ας τον ασπασθεί σαν να ήταν ο δικός της.’

Λουί-Σαρλ Φουζερέ ντε Μονμπρόν, Μαργκώ, η Μανταρίστρα, μτφρ. Μαρία Γυπαράκη, εκδ. Στιγμός

* * *

‘Οι φυσιολογικές απαιτήσεις, η δίψα των αισθήσεων και οι σχεδόν ανατομικές περιγραφές, παρά τις συχνές «ηθικές» παρεμβάσεις, αποκαλύπτουν την πένα του λιμπερτίνου από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Ένας πρωτογενής, σχεδόν «αρχαϊκός ματεριαλισμός» είναι η νυν θρησκεία της πρώην μανταρίστρας. Η τέχνη της ηδονής, σαφώς ανιχνεύσιμη, εντοπίζεται στην καθημερινότητά της, απλή, σίγουρη και χειροπιαστή: «Είχα πάντα στην υπηρεσία μου έναν νεαρό εύρωστο λακέ που τα βρίσκαμε μαζί». Η αστυνομία, μοναδική απειλή στη ζωή της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σταδιοδρομία της. Το επικίνδυνο χειρόγραφο του Φουζερέ ντε Μονμπρόν, που τον οδήγησε στη φυλακή το 1748, έφερε τον τίτλο: Η Μαργκώ η μανταρίστρα! Παραμονή στη φυλακή, διαμονή στα νοσοκομεία. Η Μαργκώ τα καταφέρνει να τυπωθεί στο Λονδίνο και να κυκλοφορήσει παράνομα στη Γαλλία, έχοντας γίνει πλέον περιζήτητη. Δικαίως άλλωστε γιατί, όπως και η ίδια πιστεύει: «Πόσοι και πόσοι αξιοκαταφρόνητοι φορομπήχτες θα έμεναν στην αφάνεια, αν δεν μας είχαν εκμυστηρευθεί τις αρπαγές και τις αισχροκέρδειές τους;»’

Μαρία Γυπαράκη, από την Ἑισαγωγή᾽ της έκδοσης

Εξώφυλλο: Θανάσης Χατζόπουλος, Υπό Κατασκευήν Σημαίες

ΕΣΧΑΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κυνηγημένοι, εκτός των άλλων, από το βοριά και τα στοιχεία της φύσης βρήκαμε έσχατο καταφύγιο στον πρόναο. Ζαρώσαμε σε μια γωνιά βαθύτερη κι απ’ το σκοτάδι. Εκεί μας βρήκανε οι κάννες, το σημάδι τους. Υπό τη σκέπη ενός Θεού να βρούμε θάνατο. Γυναίκες πέντε, τρεις γέροντες, κοπέλες τέσσερις και τα παιδιά επτά συν δύο βρέφη συναντηθήκαμε με τους δικούς μας στα ίδια μέρη, στην ίδια τη γωνιά, στον νάρθηκα του άλλου κόσμου.

*

ΠΑΙΔΩΜΗ

Με έριξε στο στρώμα. Με ξερίζωσε μ’ ό,τι φορούσα και μ’ ό,τι δεν. Με την παλάμη μού έφραζε το στόμα. Μην η φωνή μου πάει να βρει άλλον ουρανό. Και ακουστεί στο πέραν. Κι άρχισε να κουνιέται με ορμή ζώου που δεν του ’λειψε η δύναμη μα η ψυχή και μετράει στη βία το έχει του.

Με άφησε επί τόπου. Πέτρα μουγκομένη σε μέγκενη. Εκεί όπου δεν ήμουν πια. Εκεί με βρήκαν οι άλλες. Γι’ αυτό που δεν ξεπλένεται η ψυχή, το σώμα όλο γυρεύαμε να αποπλύνουμε. Κι από το βάρος του, που για τον αιώνα μιας στιγμής πλάκωνε το κορμί του, δεν αλάφρωσα. Μέχρι που με αλάφρωσε από αυτό κι από έναν ύστερο βίο ο θάνατος που έδωσα μονάχη με το σκοινί.

*

ΕΠΙΖΗΣΑΝΤΕΣ

Ξέρουν πως σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή τους
Θα βασανίζονται από έναν αδιόρατο κάψιμο

Που άλλοτε θα πνίγει την πνοή τους βαθιά στο στήθος
Και άλλοτε θα δίνει στην αλήθεια τους μιαν ώθηση ζωής.

Προς την ελευθερία

Θανάσης Χατζόπουλος, Υπό Κατασκευήν Σημαίες, εκδ. Πόλις

Εξώφυλλο: Ζοσέ Λεσάμα Λίμα, Paradiso

‘Οἱ ἐκδορὲς στοὺς μηροὺς τῆς Ιζόλδης, μὲ τὶς βραχώδεις φουντίτσες τοὺς καὶ τὴ χελιδονοφωλιὰ τούς, ἀναδύθηκαν ξανὰ στὴ φαντασία τοῦ, ὅμως αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο ἀλλὰ τὴν ἴδια ἀκριβῶς αἴσθηση ναυτίας. Στὸ ὄρος τῆς Ἀφροδίτης, τοῦ φαινόταν ὅτι ἔβλεπε μιὰ θρηνώδη μικρογραφία τοῦ προσώπου τῆς Λουσία, ἐνῶ ἄλλες φορὲς ἕνα ἀδιαμόρφωτο πρόσωπο ἐμβρύου, ἀποσυντεθειμένο, γεμάτο μαχαιριὲς κλεισμένες μὲ ράμματα. Αὐτὸ τὸ ἀποσυντεθειμένο θρηνῶδες πρόσωπο τοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι περιέπαιζε τὴν ἀναποφασιστικότητα τοῦ, μὲ μιὰ ἀδράνεια κοιλέντερου ποὺ τὸ σῶμα τοῦ σκληρυνόταν μὲ κερατοειδεῖς πλάκες. Τὰ δύο γυμνὰ σώματα στεκόντουσαν τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο σὲ μιὰ ἀνακωχὴ ποὺ δὲν ἤξεραν πὼς νὰ τὴν παραβιάσουν. Τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Φρόνησις ἄρχισε νὰ τρίβει ἀργὰ τὸ χορταράκι τοῦ ὄρους τῆς Ἀφροδίτης. Στὸ βαθμὸ ποὺ τὸ χέρι τοῦ χάιδευε ὁλοένα καὶ περισσότερο καὶ ἔσφιγγε τὸ αἰδοῖο, ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται τὴν κρυφὴ ὕγρανση τῆς γυναίκας. Ὑπόγειο, πλάι σ’ ἕνα σκοτεινὸ λειβάδι, μὲ ἕνα γαλακτῶδες ὑγρὸ ποὺ ἐκτείνει ἐπ’ ἄπειρον τὸν πορφυρὸ μανδύα ἑνὸς αὐτόχειρα γελωτοποιοῦ. Τὸ πηνίο ἀπὸ τὸ χρυσάφι τῆς ενέργειάς τοῦ δὲν ἦταν ἀκόμα σὲ θέση νὰ διατρέξει τὸ μέλι, τὸ γάλα, τὸ λάδι καὶ τὸ κρᾶσι ποὺ εἶχαν ἁπλωθεῖ στὸ αὐλάκι τῆς γυναίκας, δὲν μποροῦσε ἀκόμη νὰ φθάσει στὸ βαθμὸ τῆς στιλπνότητας ποὺ θὰ ἔδινε τὴν τελικὴ μορφὴ φιδιοῦ στὸ ραβδὶ τοῦ, ἕνα φίδι ποὺ δὲν ἀφήνεται νὰ κομματιαστεῖ ἀπὸ τὸν ὀδοντωτὸ τροχό. Ὁ πρωτογονισμὸς τῆς ἐμπειρίας τοῦ στηριζόταν στὴ διείσδυση μὲ τὸ δάχτυλο, ὄχι στὴν ἐνέργεια ποὺ διέτρεχε τὸν φαλλό. Ἐνόσω τὰ δάχτυλα τοῦ Φρόνησις εἰσχωροῦσαν στὸν κόλπο τῆς, τὸ χέρι τῆς Λουσία συναντοῦσε τὸ δικὸ τοῦ μέλος ἀρχίζοντας νὰ τὸ ἐρεθίζει, ὅμως ἡ δικὴ τῆς ὕγρανση διασταυρωνόταν μὲ τὴν ξηρασία τοῦ Φρόνησις, ἐπειδὴ ἡ βάλανος ἦταν ἀκόμα μαλακή, σὰν ἕνας βολβὸς ἀποξηραμένος στὸν ἥλιο. Καὶ ἡ ὅραση, σχηματισμένη ἀπὸ ἀναρίθμητα μάτια καθενὸς ἀπὸ τὰ δύο σώματα, δὲν εἰσχωροῦσε στὸ σκοτάδι τοῦ λάγνου προβοκάτορα. Ἔνιωθαν σὰν ἐμπόδιο ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο. Ἀναρίθμητες θάλασσες, ἀόρατες τήξεις πάγων, ἐμπόδιζαν νὰ βάλει ὁ ἕνας τὸ χέρι τοῦ στὸ μυστικὸ τῆς μεταμόρφωσης τοῦ ἄλλου, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ σπασμὸς ὅπου τὰ ἀντίθετα ἀλληλοαναιροῦνται ενωνόμενα στὸ Μοναδικὸ Ἕνα.’

‘Ὁ Νίτσε πίστευε» – συνέχισε ὁ Φρόνησις – «ὅτι στὸν πόνο ἐνυπάρχει μιὰ μορφὴ ὑποταγῆς, ἐξ οὒ καὶ ἡ περιφρόνησή του τὰ γιὰ τὴ συμπόνια πρὸς ὅποιον πάσχει. Αὐτὴ ἡ στάση ἀποκαλύπτει τὰ κενὰ τοῦ γιὰ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό, τὴν άγνοιά τοῦ γιὰ ὁλόκληρο τὸν Μεσαίωνα, τὸ ἀκριβὸ σφάλμα τοῦ τοποθετεῖ ὅλες τὶς εὐγενεῖς ἀξίες στὴν Ἀναγέννηση. Ὅμως ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι σὲ κάθε ἀνταρσία ὑπάρχει πόνος. Οἱ φιλιστεϊκές ἀξίες εἶναι ἐκεῖνες ποὺ ἀγνοοῦν ὅτι ὁ πόνος εἶναι προμηθεϊκός, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὑποφέρει ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεός, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀμετάβλητος. Ἡ ἐκπλήρωση κάθε πεπρωμένου εἶναι ὁ πόνος. Στὴν ἴδια τὴν ἔκσταση ενὸς ἐκπληρωνόμενου Ἔρωτα ἐνυπάρχει ἄπειρος πόνος. Ἐάν ἡ ἔκσταση εἶναι ὀδυνηρή, ἐὰν ἡ κόπωση ποὺ συνοδεύει τὴν ἔκσταση εἶναι πόνος ἐξουθενωτικός, ὀφείλουμε νὰ ἐξάγουμε συμπεράσματα διαμετρικὰ ἀντίθετα πρὸς αὐτὰ τοῦ Νίτσε, ὅτι δηλαδή, κάθε δημιουργὸς ποὺ χαρίζει τὴν ἐμπνοὴ τῆς ζωῆς στὸ δημιούργημα τοῦ αἰσθάνεται τὴν ενέργειά τοῦ νὰ πιέζει τοὺς πόρους, καὶ αὐτὴ ἡ συσσώρευση τῆς ἐνέργειας σὲ κάτι ποὺ δὲν διαθέτει τὴν παραμικρὴ διέξοδο προκαλεῖ ἕναν πόνο σὲ ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ ἀγωγούς, κυκλοφοριακό, ὀργανικὸ κύκλο. Ὁ πόνος δὲν εἶναι παρὰ ἡ ρήξη τοῦ κύκλου στὸν ὁποῖο ἐγγράφεται κάθε ἀνθρώπινο πλάσμα. Ὁ ὀμφάλιος λῶρος, σύμβολο ὁλόκληρης τῆς μεσογειακῆς ἀκτῆς, ὁ λῶρος ποὺ ὑποστηρίζει, κρατάει καὶ κόβεται ἐναγωνίως. Τὰ χέρια, ὅταν συσπῶνται γιὰ νὰ προστατεύσουν ἡ γιὰ νὰ φθάσουν κάτι, εἶναι σύμβολα τοῦ πόνου. Κάθε λέξη, λέει ὁ Κάφκα, στρεβλωμένη στὰ χέρια τῶν πνευμάτων, μεταμορφώνεται σὲ μιὰ μακριὰ λόγχη ἐναντίον ἐκείνου ποὺ ὁμιλεῖ. Αὐτὴ ἡ στρέβλωση τῶν χεριῶν ἀποτελεῖ τὴ χαρακτηριστικὴ χειρονομία τούς. Ἡ τάση, τὸ βάρος ποὺ ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἕνα λεπτὸ στρῶμα, ἐκεῖνος ποὺ σκαρφαλώνει μὲ ἕνα σχοινὶ καὶ ξέρει ὅτι στὴν ἄλλη τοῦ ἄκρη καίγεται, ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ εἶναι πόνος.’

‘Ἡ ἐνάσκηση στὴν ποίηση, ἡ γλωσσικὴ ἀναζήτηση ἑνὸς ἀγνώστου σκοποῦ, καλλιεργοῦσαν μέσα τοῦ μιὰ παράξενη πρόσληψη τῶν λέξεων, οἱ ὁποῖες ἀποκτοῦσαν μιὰ ἔμψυχη μορφὴ ομαδοποιούμενες στὸν χῶρο, καθισμένες σὰν Σίβυλλες σὲ μιὰ συνέλευση πνευμάτων. Ὅταν τὰ μάτια τοῦ πέφτανε πάνω σὲ μιὰ λέξη, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ σχέση τοῦ μποροῦσε νὰ ἔχει μὲ τὴν πραγματικότητα, ἐκείνη ἡ λέξη τοῦ φαινόταν ὅτι περνοῦσε στὰ χέρια τοῦ καί, παρότι ἡ λέξη παρέμεινε ἀόρατη, ἀπελευθερωμένη ἀπὸ τὴν ὅραση ἀπ’ ὅπου εἶχε εκκινήσει, μεταμορφωνόταν σιγά-σιγά σὲ ἕναν τροχό, ὅπου γύριζαν ἀκατάπαυστα τὸ ἀόρατο μόρφωμα καὶ τὸ ἁπτὸ ἐκμαγεῖο τοῦ, καὶ μετὰ γύριζε ἀνάποδα, ἀπὸ τὸ μὴ ἁπτὸ μόρφωμα πρὸς ἕνα σχεδὸν ἀόρατο ἐκμαγεῖο, καθὼς ὁ Σεμί πίστευε ὅτι κατόρθωνε νὰ ἀγγίξει τὶς μορφὲς τῶν λέξεων, κλείνοντας λίγο τὰ μάτια. Ἔτσι, συνέλαβε σιγά-σιγά τὴν ἀμφισημία ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν γνωστικὸ χῶρο (τὸν χῶρο ποὺ γνωρίζει, τὸν χῶρο τῆς διαφορὰς πυκνότητας ποὺ συστέλλεται γιὰ νὰ γεννήσει) καὶ τὴν ποσότητα, ἡ ὁποία, στὴ χρονικὴ ἑνότητα, ἀναζωογονεῖ τὸ βλέμμα, τὸν ἱερὸ χαρακτήρα αὐτοῦ ποὺ περνᾶ μέσα σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπὸ τὴν ὅραση ἡ ὁποία πάλλεται στὸ βλέμμα ποὺ σταθεροποιεῖται. Γνωστικὸς χῶρος, δέντρο, ἄνθρωπος, πόλη, χωρικὲς συναθροίσεις, ὅπου ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἐνδιάμεσο σημεῖο μεταξὺ τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ ὑπερφυσικοῦ. Ἡ χάρις τοῦ βλέμματος, σύμμαχος τῆς ποσότητας τῆς ἐνσαρκωμένης στὸν χρόνο, ὅπως καὶ ὁ χρόνος, σύμμαχος τῆς φωτιᾶς γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ ἀφομοιώσιμου, κάνει νὰ ἐξατμισθεῖ καὶ νὰ χαθεῖ ἕνα νόημα γιὰ τὴ χωρικὴ συνάθροιση. Μιὰ συμπίπτουσα ἐξαέρωση, ἀνοδικὴ ἐπίσης, σὰν νὰ ἀποδίδει φόρο τιμῆς στὸν πατέρα οὐρανό. Ἄλλες φορές, αὐτὴ ἡ γήινη ἐξαέρωση πραγματοποιοῦνταν πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση τῆς ἀναπνοῆς, ἕνα σημεῖο ἐπίσης ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τοὺς θεοὺς στὶς ἀπέραντες ἐκτάσεις τῆς ἐπικράτειας τῆς νύχτας.’

Ζοσέ Λεσάμα Λίμα, Paradiso, μτφρ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης, εκδ. Ίνδικτος

Εξώφυλλο: Φρίντριχ Χέλντερλιν, Ποιήματα

ΤΑ ΜΙΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Μὲ ἀχλάδια κίτρινα
Καὶ μ’ άγριες τριανταφυλλιὲς γεμάτος
Κρέμεται ὁ τόπος μὲς στὴ λίμνη.
Κύκνοι ὅλο χάρη ἐσεῖς
Καὶ μεθυσμένοι ἀπὸ φιλιὰ
Τὸ κεφάλι βυθίζετε
Στὰ ἱερὰ νηφάλια νερά.

Ἀλίμονο μοῦ, ποὺ θὰ βρῶ,
Ὅταν εἶναι χειμώνας, λουλούδια,
Ποὺ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου,
Καὶ μέρη σκιερὰ τῆς γῆς;
Οἱ τοῖχοι στέκουν βουβοὶ
Καὶ παγωμένοι, στὸν ἀέρα
Χτυπᾶν δυνατὰ σημαῖες.

*

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ
Τρίτο σχεδίασμα

Ὥριμοι εἴμαστε, βαφτισμένοι στὴ φωτιὰ
Οἱ καρποὶ ἔβρασαν καὶ πάνω δοκιμάστηκαν στὴ γῆ, κι εἶναι νόμος
Ὅλα νὰ ἐπιστρέφουν ἐκεῖ μέσα, ὅπως φίδια, προφητικά,
Ποὺ ὀνειρεύονται πάνω στοὺς λόφους τ’ οὐρανοῦ.
Πολλὰ πρέπει νὰ κρατήσεις
Ὅπως ἕνα δεμάτι ξύλα
Πάνω στοὺς ὤμους. Ἄσκημα εἶναι
Τὰ μονοπάτια. Γιατὶ
Δὲν πᾶνε ἴσια, ὅπως ἄλογα, τὰ φυλακισμένα
Στοιχεῖα καὶ οἱ ἀρχαῖοι νόμοι τῆς γῆς. Καὶ πάντα
Μιὰ νοσταλγία σκορπίζει. Πολλὰ πρέπει
Νὰ κρατήσεις. Καὶ ἀνάγκη νὰ ἔχεις πίστη μέσα σοῦ.
Δὲν θέλουμε οὔτε πίσω νὰ κοιτάζουμε οὔτε μπροστά.
Νὰ λικνιστοῦμε, ὅπως ἡ λίμνη πάνω σὲ βάρκα ἐλαφρά.

Ἡ ἀγάπη ὅμως πώς;
Τὸ φῶς τοῦ ἥλιου βλέπουμε στὸ χῶμα
Καὶ σκόνη στεγνὴ καὶ τῆς πατρίδας
Τοὺς ἴσκιους τῶν δασῶν κι ἀνθίζει στὶς στέγες ὁ καπνός.
Πλάι στὶς παλαιὲς ἐπάλξεις τῶν πύργων, εἰρηνικὰ
Δηλαδὴ εἶναι καλὰ
Κι ἐνάντια μιλώντας ἡ ψυχὴ
Τὸ οὐράνιο στοιχεῖο τὴν πλήγωσε, τὰ σημάδια τῆς μέρας.
Ὅτι τὸ χιόνι, ὅπως τὰ λουλούδια τοῦ Μαγιοῦ,
Ἡ εὐγένεια σπουδαία,
Ὅπου κι ἂν εἶναι
Ἀστράφτει τῶν Ἄλπεων τὸ πράσινο λιβάδι
Ἐκεῖ μιλώντας γιὰ τὸν σταυρὸ
Ποὺ στήθηκε κάποτε
Γιὰ τοὺς ἀλλοτινοὺς αποθαμένους
Ἕνας στρατοκόπος
Βαδίζει ὀργισμένος σὲ δρόμο
Ποὺ τράβαγε ψηλὰ προαισθανόμενος
Ἀπὸ μακριὰ μὲ τὸν ἄλλον, τί εἶναι κι ἐτοῦτο;

Ὁ Ἀχιλλέας πλάι στὴ συκιὰ
Μοῦ πέθανε ἐμένα,
Κι ὁ Αἴας εἶναι
Στὶς θαλασσινὲς σπηλιὲς
Στὰ ρυάκια ποὺ γειτονεύουν μὲ τὸν Σκάμανδρο.
Στοὺς κροτάφους ἕνα μάνιασμα ἄλλοτε, κατὰ
Τὴν ἀκίνητη Σαλαμίνα διαρκὴς
Συνήθεια, στὴν ξενιτιά, ὅλο μεγαλεῖο
Ὁ Αἴας ἔσβησε.
Ὁ Πάτροκλος ὡστόσο φορώντας τὴν πανοπλία τοῦ βασιλιά.
Καὶ πέθαναν κι ἄλλοι πολλοί. Στὸν Κιθαιρώνα ὅμως βρίσκονταν
Οἱ Ἐλεύθερες, ἡ πόλη τῆς Μνημοσύνης. Κι ὅταν
Ἀπόθεσε τὸ πανωφόρι ὁ θεός, τὸ βράδυ μετὰ ἔλυσε
Τὰ μαλλιά. Γιατὶ ἀπρόθυμοι
Εἶναι οἱ Οὐράνιοι
Ὅταν ἕνας δὲν φυλάξει συγκέντρωση προστατεύοντας τὴν ψυχὴ τοῦ.
Πρέπει ὡστόσο ἔτσι νὰ πράξει
Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ θλιβόμαστε γι’ αὐτόν.

*

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΕΝΑ ΦΥΛΛΩΜΑΤΑ…

Πάνω στὰ κιτρινισμένα φυλλώματα ἡσυχάζει
Τὸ σταφύλι, ἡ προσδοκία τοῦ κρασιοῦ, ἔτσι ἡσυχάζει πάνω στὸ μάγουλο
Ἡ σκιὰ ἀπ’ τὰ χρυσὰ ἐνώτια ποὺ κρέμονται
Στὸ αὐτὶ τῆς παρθένας.

Κι ἐλεύθερος πρέπει νὰ μείνω
Εὔκολα πιάνεται
Μὲς στὸ σκοινὶ ποὺ ἔκοψε
Τὸ νέο μοσχάρι

Συχνὰ

Ὅμως ἀγαπᾶ ὁ γεωργὸς
Μία νὰ δεῖ,
Τὴ μέρα πάνω ἀπ’ τὶς κάλτσες
Ποὺ πλέκει νὰ κοιμᾶται.

Τὸ γερμανικὸ στόμα
Δὲν θέλει νὰ ἠχεῖ ὡραία
Ὅμως γλυκὰ
Τὰ γένια ποὺ ἀγκυλώνουν
Ἀγγίζουν τὰ φιλιά.

Φρίντριχ Χέλντερλιν, Ποιήματα, μτφρ. Θανάσης Λάμπρου, εκδ. Αρμός

‘Τὸ τελευταῖο φῶς πότε φώτιζε τὸ ἄνοιγμα μιᾶς χαράρδρας μὲ μιὰ σιδηροδρομικὴ γραμμή, πότε ἕνα ἀπομονωμένο ξωκλήσι, καὶ ὅλα μᾶς κοίταζαν ἄλλη μιὰ φορὰ βιαστικὰ μέσα ἀπὸ τὸν Ρήνο, προτοῦ χαθοῦν στὸ σούρουπο.
Μέσα στὸ γαλήνιο φῶς εἴχαμε μείνει ὅλες σιωπηλές, ἔτσι ποὺ ἀκουγόταν τὸ κράξιμο μερικῶν πουλιῶν καὶ τὸ βογκητὸ τῶν ἐργοστασίων ἀπὸ τὸ Αμένεμπουργκ. Ἀκόμα καὶ ἡ Λόρε εἶχε σωπάσει ἐντελῶς. Ἡ Μαριάννε, ἡ Λένι κι ἐγὼ εἴχαμε μπλέξει τὰ χέρια μᾶς σὲ ἕνα δεσμὸ ποὺ ἦταν μόνο ἕνα μέρος τοῦ μεγάλου δεσμοῦ ποὺ ἑνώνει ὅλα τὰ ἐπίγεια κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἡ Μαριάννε εἶχε ἀκόμη γερμένο τὸ κεφάλι τῆς στὴ Λένι. Πὼς μπόρεσε ἀργότερα νὰ τρυπώσει στὸ μυαλὸ τῆς ἡ πλάνη, ἡ τρέλα πὼς μόνο αὐτὴ καὶ ὁ ἄντρας τῆς εἶχαν μονοπωλήσει τὴν ἀγάπη γιὰ τούτη τὴ χώρα καί, συνεπῶς, δίκαια περιφρόνησαν καὶ κατέδωσαν τὸ κορίτσι, πάνω στὸ ὁποῖο τώρα ἐκείνη ἀκουμποῦσε. Ποτὲ δὲν μᾶς θύμισε κανείς, ὅσο ἦταν ἀκόμα καιρός, αὐτὸ τὸ κοινὸ μᾶς ταξίδι. Ὅσες ἐκθέσεις κι ἂν γράφτηκαν γιὰ τὴν πατρίδα καὶ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς πατρίδας καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα, ποτὲ δὲν ἔγινε νύξη πὼς πάνω ἀπ’ ὅλα τὸ δικὸ μᾶς σμάρι ἀγκαλιασμένα κορίτσια ποὺ ἀνέβαινε τὸν Ρήνο στὸ χαμηλὸ ἀπογευματινὸ φῶς ἦταν ἕνα κομμάτι τῆς πατρίδας.’

‘Ἡ Λένι καὶ ἡ Μαριάννε πῆραν πιασμένες ἀγκαζὲ τὴ λεωφόρο τοῦ Ρήνου. Ἡ Μαριάννε κρατοῦσε ἀκόμα ἀνάμεσα στὰ δόντια τῆς ἕνα κόκκινο γαρίφαλο. Ἕνα ἴδιο γαρίφαλο εἶχε στερεώσει στὴν κορδέλα τῆς κοτσίδας τῆς Λένι. Πάντα βλέπω τὴ Μαριάννε μὲ τὸ κόκκινο γαρίφαλο ἀνάμεσα στὰ δόντια, ἀκόμα καὶ ὅταν ἀποκρίνεται μὲ κακία στὶς γειτόνισσες τῆς Λένι, ἀκόμα κι ὅταν κεῖται μὲ τὸ κορμὶ σχεδὸν ἀπανθρακωμένο μὲ τὰ ροῦχα μισοκαμμένα, κάτω ἀπὸ τὶς στάχτες τοῦ πατρικοῦ τῆς. Γιατὶ ἡ πυροσβεστικὴ ἔφτασε πολὺ ἀργὰ γιὰ νὰ τὴ σώσει, ὅταν ἡ φωτιὰ ἀπὸ τὰ σπίτια ποὺ εἶχαν βομβαρδιστεῖ μεταδόθηκε καὶ στὴ λεωφόρο τοῦ Ρήνου, ὅπου ἡ Μαριάννε βρισκόταν ἐκείνη τὴν ὥρα σὲ μία ἐπίσκεψη μὲ τοὺς γονεῖς τῆς. Δὲν εἶχε πιὸ εὔκολο θάνατο ἀπὸ τὴ φίλη τὴν ὁποία εἶχε ἀπαρνηθεῖ καὶ ἡ ὁποία πέθανε στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὶς ἀρρώστιες. Ὡστόσο χάρη σ’ αὐτὴ τὴν προδοσία, τὸ παιδὶ τῆς Λένι γλίτωσε τὸ βομβαρδισμό. Γιατὶ ἡ Γκεστάπο τὸ εἶχε στείλει σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο ἐθνικοσοσιαλιστικὸ οἰκοτροφεῖο.
Ἐγὼ περπάτησα λίγο μὲ μερικὲς συμμαθήτριες στὴν κατεύθυνση τῆς Κρίστοφστράσσε. Στὴν ἀρχὴ ἔνιωσα ἀγωνία. Μόλις στρίψαμε ἀπὸ τὴν ὄχθη τοῦ Ρήνου γιὰ τὸ κέντρο τῆς πόλης, ἔνιωσα ἕνα βάρος νὰ μοῦ πλακώνει τὴν καρδιά, σὰν νὰ μὲ περίμενε κάτι παράλογο, κάποιο κακό, ἴσως μιὰ τρομερὴ εἴδηση ἢ μιὰ συμφορά, ποὺ ἐπιπόλαια τὴν εἶχα λησμονήσει στὴ διάρκεια τῆς ἡλιόλουστης ἐκδρομῆς. Ὕστερα σκέφτηκα πὼς ἡ ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Κρίστοφ ἦταν ἀδύνατον νὰ ἔχει καταστραφεῖ ἀπὸ μιὰ νυχτερινὴ ἀεροπορικὴ ἐπίθεση, γιατὶ ἀκούσαμε τὶς καμπάνες τῆς γιὰ τὸν ἑσπερινό. Ἄδικα λοιπὸν ἔτρεμα νὰ γυρίσω στὸ σπίτι μοῦ ἀπ’ αὐτὸν τὸ δρόμο, γιατὶ εἶχε καρφωθεῖ στὸ μυαλὸ μοῦ ἡ σκέψη πὼς ἡ κεντρικὴ ἀρτηρία τῆς πόλης εἶχε καταστραφεῖ τελείως ἀπὸ τὶς βόμβες. Μοῦ πέρασε μάλιστα ἀπὸ τὸ μυαλὸ πὼς ἐκείνη ἡ φωτογραφία στὴν ἐφημερίδα, ὅπου ὅλα τὰ σοκάκια καὶ οἱ πλατεῖες εἶχαν ἐξαφανιστεῖ ἢ καταστραφεῖ, δὲν ἦταν ἀληθινή. Ὕστερα σκέφτηκα πώς, γιὰ νὰ ἀποκρύψουν ἴσως τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς, εἶχαν στήσει μὲ ἐξαιρετικὴ ταχύτητα κατὰ διαταγὴ τοῦ Γκαίμπελς μιὰ ψεύτικη πόλη, ὅπου καμία πέτρα δὲν βρισκόταν στὴν παλιὰ τῆς θέση, κι ὡστόσο ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς ἦταν τελείως γερὴ καὶ ἑλκυστική. Ἄλλωστε, ὅλοι εἴχαμε συνηθίσει ἀπὸ καιρὸ τέτοιου εἴδους διαστρεβλώσεις καὶ παραποιήσεις τῆς πραγματικότητας, ὄχι μόνο σὲ σχέση μὲ τοὺς βομβαρδισμούς, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες περιστάσεις ὅπου ἦταν δύσκολο νὰ διακρίνουμε τὴν ἀλήθεια.’

Άννα Σέγκερς, Η Εκδρομή των Κοριτσιών που Χάθηκαν, μτφρ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Μπαλτάσαρ Γκρασιάν, Χρησμολόγιο και Τέχνη της Φρόνησης

Φύση και τέχνη, ύλη και κατεργασία. Δεν υπάρχει ωραιότητα δίχως καλλωπισμό, ούτε τελειότητα που να μην ξεπέφτει σε βαρβαρότητα αν δεν την αναδεικνύει η τέχνη: στο κακό, η τέχνη υποβοηθάει· στο καλό, δίνει τελειότητα. Συνήθως η φύση μας εγκαταλείπει ξαφνικά· προστρέχουμε στην τέχνη. Το καλύτερο φυσικό είναι ακαλλιέργητο δίχως την τέχνη· και λείπει το μισό από τις τελειότητες αν δεν τους λείπει η καλλιέργεια. Κάθε άνθρωπος δίνει την αίσθηση αγροίκου δίχως την τέχνη, και του χρειάζεται να στιλβώνει τον εαυτό του σε κάθε τάξη τελειότητας.

*

Γνώση μ’ ευθύτητα φρονήματος εξασφαλίζει γονιμότητα των επιτυχιών. Τερατώδης βιασμός υπήρξε πάντα μια ορθή νόηση να παντρεύεται στραβή θέληση. Η δόλια πρόθεση είναι δηλητήριο της τελειότητας και, με τη συμπαράσταση της γνώσης, απλώνει το κακό με περισσότερη επιτηδειότητα. Δυστυχές το τάλαντο που ξοδεύεται σε ποταπότητες! Γνώση δίχως συνείδηση, τρέλα διπλή.

*

Φαινόμενα και πραγματικότητα. Τα πράγματα δε γίνονται αποδεκτά γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που φαίνονται· ελάχιστοι είναι εκείνοι που κοιτάζουν κατά μέσα και πολλοί εκείνοι που αρκούνται σε ό,τι βλέπουν έξω έξω. Δεν φτάνει να έχεις δίκιο με όψη που έχει άδικο.

*

Τέχνη ν’ αφήνεις τα πράγματα όπως πάνε, κυρίως όταν η λαϊκή οικογενειακή θάλασσα είναι για τα καλά τρικυμισμένη. Υπάρχουν σίφουνες στην επαφή με τους ανθρώπους, θύελλες συναισθημάτων: τότε είναι φρόνιμο ν’ αποτραβιέσαι στο ασφαλές λιμάνι που δημιουργείται όταν αφήνεις τα πράγματα η φύση εδώ, η διάθεση εκεί. Ο σοφός γιατρός πρέπει εξίσου να ξέρει να δίνει ένα φάρμακο, όπως και να μην το δίνει· και συχνά η τέχνη έγκειται περισσότερο στο να μην μεταχειρίζεται καταπραϋντικά. Ο τρόπος να κατασιγάζουν οι ανεμοστρόβιλοι ας είναι να τους αφήνεις να περνούν και να περιμένεις να κατασιγάσουν: η έγκαιρη υποχώρηση σήμερα θα είναι αυριανή νίκη. Μια πηγή που το νερό της λίγο ταράζεται, θολώνει· ούτε θα ηρεμήσει πάλι αν το ανακατέψουμε, αλλά αν το αφήσουμε στην ησυχία του. Δεν υπάρχει καλύτερη γιατριά στις αταξίες παρά να τις αφήσεις να περάσουν, μια κι έτσι γκρεμίζονται αυτές οι ίδιες.

*

Να κοιτάζεις προς τα μέσα. Βρίσκει κανείς τα πράγματα πολύ διαφορετικά συνήθως απ’ ό,τι του φαίνονταν· κι η άγνοια που δεν πήγε πέρα από τον φλοιό, απαλλάσσεται της απάτης, όταν εισχωρήσει στο εσωτερικό. Το Ψεύδος είναι πάντα πρώτο σε όλα: παρασύρει τους ανόητους με τις χυδαιότητες των κουτσομπολιών που περνούν από στόμα σε στόμα. Η Αλήθεια πάντα φτάνει τελευταία κι αργοπορημένη, κουτσαίνοντας και παρέα με το Χρόνο. Οι φρόνιμοι διατηρούν το άλλο μισό της δύναμης της αλήθειας, το οποίο σοφά η μητέρα φύση έδωσε δύο φορές. Η Πλάνη είναι πολύ επιπόλαιη και πάνω της σκουντουφλούν μεμιάς όσοι είναι κι αυτοί επιπόλαιοι. Η Γνώση ζει αποτραβηγμένη στο εσωτερικό της για ν’ απολαμβάνει μεγαλύτερης εκτίμησης από τους σοφούς και τους εχέφρονες.

*

Να ξεχωρίζεις αυτούς που λένε από εκείνους που κάνουν: διάκριση εξίσου θεμελιώδης με τη διαφορά ανάμεσα στο φίλο του ατόμου και στο φίλο του λειτουργήματος, που είναι πράγματα πολύ διαφορετικά. Κακό είναι, δίχως να κάνεις κακές πράξεις, να μην έχεις ωραία λόγια· χειρότερο να μην έχεις άσχημα λόγια, δίχως να κάνεις καλά έργα. Ο άνθρωπος δεν τρέφεται με λέξεις, οι οποίες είναι αέρας, ούτε ζει με κοσμιότητες, οι οποίες είναι φιλοφρονητική εξαπάτηση: το κυνήγι των πουλιών με φακό είναι το πραγματικό θάμπωμα. Οι ματαιόδοξοι πληρώνονται με αέρα. Οι λέξεις πρέπει να είναι το εχέγγυο των έργων και, υπό αυτή την έννοια, πρέπει να έχουν την αξία τους. Τα δέντρα που δίνουν καρπούς αλλά φύλλα, δεν έχουν συνήθως καρδιά. Ταιριάζει πάντως να τα γνωρίζεις όλα: τα μεν για ωφέλεια, τα δε για τη σκιά τους.

*

Ν’ αφήνεις κάθε τι στην πείνα του. Πρέπει ν’ αφήνουμε κάθε τι με τη γεύση του νέκταρ στα χείλη. Η επιθυμία είναι μέτρο της εκτίμησης. Ακόμα και την υλική δίψα είναι λεπτότητα καλογουστιάς να την ερεθίζεις, όχι όμως να την φέρνεις στον κορεσμό: αν λίγο το καλό, δύο φορές καλό. Η μείωση της δεύτερη φοράς είναι μεγάλη. Η πληρότητα στην απόλαυση είναι επικίνδυνη, γιατί προκαλεί την υποτίμηση της πιο αθάνατης τελειότητας. Μοναδικός κανόνας για ν’ αρέσεις, είναι ν’ αδράχνεις την ξαναμμένη όρεξη με την πείνα που της έμεινε. Αν πρέπει να ερεθίσεις, ας είναι μάλλον με την ανυπομονησία της επιθυμίας παρά με την πλήρωση της απόλαυσης: διπλή είναι η ικανοποίηση από μιαν επίμονη ευτυχία.

Μπαλτάσαρ Γκρασιάν, Χρησμολόγιο και Τέχνη της Φρόνησης, μτφρ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, εκδ. Opera

* * *

Το φαινόμενο της ανάδειξης του ιδιωτικού έχει ιδιαίτερη ισχύ στην Ισπανία. Κορύφωσή του θα πρέπει να θεωρηθεί ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, όπου το εγώ, ετεροχρονισμένο —επειδή έτσι θέλει— με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, εξεγείρεται και εξέρχεται του οίκου, σ’ ένα είδος εξέγερσης, αντίστασης και στάσης για τη διόρθωση του κόσμου. Από τα ανώνυμα αφηγήματα (π.χ. Λασαρίγιο δε Τόρμες) και θεατρικά έργα (π.χ. Σελεστίνα), στην επώνυμη δημιουργία —από τον Δον Ζουάν Του Τίρσο δε Μολίνα και του Λόπε δε Βέγκα— η Ισπανία παράγει ανθρώπινα πρότυπα που πράττουν το μη αναμενόμενο αλλά και το ηρωικό και υψηλόφρονο. Κοινός παρανομαστής ο ιδαλγός (hilgado), παραφθορά του hijo de alguien, !γιος κάποιου!, γιος του οποιουδήποτε, ικανός όμως ν’ αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του.
Αυτή η παραγωγή προτύπων δεν είναι άμοιρη της αντίληψης και της θέσης που η Ισπανία επιφυλάσσει στον εαυτό της. Στην περίοδο του Χρυσού Αιώνα της (1580-1680), η Ισπανία ζει τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι το σύνολο της υπόλοιπης Ευρώπης: συγκροτημένο κράτος, απέραντη αυτοκρατορία από τον Νέο Κόσμο ως τις Φιλιππίνες, γεωγραφικός χώρος που τα Πυρηναία απομονώνουν από τους κραδασμούς της Γαλλίας, Ιταλίας, Γερμανίας, με απόλυτη επιβολή του καθολικισμού χάρη στην Ιερά Εξέταση και την Κοινωνία του Χριστού του Ιγνάσιο δε Λογιόλα (ιησουιτισμός), με κοινή γλώσσα τα καστιλιάνικα, με σαφείς και αδιάτρητες κοινωνικές διαστρωματώσεις, με διαφυγή του πλεονάσματος δύναμης και ανατροπής προς τις αποικίες της, είναι αυτάρκης και αλαζονική.
Αυτή η «ασπίδα», που προσφέρει ασφάλεια και την αίσθηση της αθανασίας του κόσμου, γίνεται ταυτόχρονα αντιληπτή και ως αγκύλωση. Είναι τόσο ισχυρή και απρόσβλητη, ώστε δεν επιδέχεται την παραμικρότερη προσαρμογή στα γεγονότα, πόσο μάλλον στα διαφαινόμενα. Η χειραγώγηση της Ιεράς Εξέτασης είναι τέτοια, ώστε ένας χρονικογράφος της εποχής προβλέπει: «…και θα έρθει οπωσδήποτε μεγάλη μείωση των γραμμάτων στην Ισπανία… γιατί “όσοι θέλουν να μιλήσουν” δεν τολμούν να μιλήσουν». Παράλληλα, η θρησκεία υπογραμμίζει: «η μελέτη ήταν υπόθεση της Ιεράς Εξέτασης». Θα πρέπει λοιπόν να θεωρήσουμε ηρωικές τις μορφές εκείνες που τολμούν να θίξουν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, από την ‘Εισαγωγή’ της έκδοσης

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑