προγραφές

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 1975
Ο Σάμιουελ Μπέκετ μου έστειλε γράμμα ζητώντας μου να ψαρέψω στη λιμνούλα της πίσω αυλής του. Και να τον συνοδεύσω στην εκδρομή του για κολύμπι στη βαθιά του θάλασσα Θα χρειαζότανε βοήθεια.
Ένας Άραβας ζητιάνος σ’ ένα τραπέζι στο Παρίσι. Του προσέφερα μηλόπιτα την οποία αρνήθηκε. Είπα «Χτύπα το».
Συντριβή αεροσκάφους σε βουνά καλυμμένα με χιόνι· αποκαΐδια;
1. Έριξα το πινέλο του ξυρίσματος που αναπήδησε στην κοχυλένια θήκη του.
2. Πήγα να σκοτώσω μια σαρανταποδαρούσα με σφυράκι, απ’ το προσκυνητάρι του Τρούνγκπα. Η σαρανταποδαρούσα εξαφανίστηκε. Με τον ήλιο: 11:45 πμ. Αργότερα είδα τη σαρανταποδαρούσα πίσω από κάτι πέτρες.
Πράγματα που χρειάζομαι. Καθρέφτη για το ξύρισμα. Οποιοσδήποτε ξυρίζεται νιώθει πως εξαχρειώνεται όταν δεν μπορεί! Ο καθρέφτης επίσης απαραίτητος σε περίπτωση που κάτι σου μπει στο μάτι. Μυγοσκοτώστρα. Πυροσβεστήρας κάτω απ’ τη θερμάστρα πίσω απ’ τον κάδο σκουπιδιών. Αν η θερμάστρα αρπάξει φωτιά, επικίνδυνη πρόσβαση. Αντικαταστάθηκε με ξυλόσομπα. Συμπυκνωμένο γάλα. Καλύτερα καθόλου παρά γάλα σε σκόνη.
Δύο φορές έχασα το μονοπάτι περπατώντας ανάμεσα στα δέντρα για να βρω λουλούδια για το πράσινο μπουκάλι.

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 1975
Χάος και οπλομαχίες. Συγκεχυμένοι συναγερμοί πάλης και έξαρσης. Πυροβολισμός αστυνομικού. Εκεί όπου ανύποπτες στρατιές συγκρούονται τη νύχτα.
Ο Κίκι κανόνισε συνέντευξη στο «Playboy». Φτάνω έφιππος. Στρατιωτική σέλα. «Playboy» του Δυτικού Κόσμου, κιθάρα σημαίνει σ’ αγαπώ. Οι λέξεις φτιάχνονται απ’ την ανάσα. Την ανάσα σου. Οι λέξεις σε χρειάζονται. Εσύ δε χρειάζεσαι τις λέξεις. Η ανάσα από παρθένα είναι λέξεις. Οι λέξεις είναι ό,τι δεν είναι, Κόμπος είναι οι λέξεις. Οι λέξεις κόμποι είναι ό,τι είναι; Ποιες λέξεις κόμποι; Δικές μας είναι; Τι είναι οι κόμποι; Οι λέξεις μας; Ποιες λέξεις γρομπιάζουν το είναι μας; Τι; Ούτε οι λέξεις μας; Είναι; Τι γρομπιάζει τις λέξεις μας; Οι λέξεις μας δεν είναι τι;
Είδα ένα ελάφι στις 12 το μεσημέρι στον ήλιο. Η λέξη είναι εναντιόμορφο είδωλο του ανύπαρκτου; Δοκιμάστε τα Κινέζικα και Αιγυπτιακά ιερογλυφικά σε καθρέφτες. Είδα τον Ίαν σαν μικρό δαίμονα με κόκκινα μαλλιά και τεντωμένα αυτιά.

(Προς Παρασκευή, 4 Απριλίου):

«Evening News», 14 Αυγούστου 1975. Στην Κίνα μπλε ημισέληνος στον ουρανό του δειλινού. Σημείωμα για τον Γ. Φέργκιουσον συνημμένο στο ζοχό. Το σχοινί μ’ ένα σβώλο λάσπης από ελκυστήρα. (8.2.7.6 στο χαρτί της τουαλέτας) Κάθομαι. Μπράντμπερι. Το ελάφι. Μονοπάτι στ’ αριστερά γύρω απ’ τη λασπωμένη λιμνούλα. Περπάτησα ως τον τοίχο. Έμενε ανάμεσα στους απάτητους δρόμους μα μικρή η διαφορά για μένα. Πίσω στη θέση μου. Ο έλεγχος απαιτεί χρόνο. Και λίγοι μπορούσαν να ξέρουν πότε η Λούσι έπαψε να υπάρχει. Καθάρια σαν αστέρι όταν μονάχα ένα λάμπει στον ουρανό. Μια βιολέτα κρυμμένη από πέτρα με βρύα, σχεδόν αθέατη. Γυρίζω αριστερά. Κάθομαι. Ο ήλιος πέφτει. Ιστορία με LSD. Θάνατος. Η μέρα έφυγε. Ο ήλιος έπεσε. Από τη λίμνη απ’ το λόγο απ’ τον ουρανό. Όλα καλά γενναίε στρατιώτη, ο Θεός είναι κοντά. Πίσω πάνω απ’ τις πευκοβελόνες. Στριφογυρίζοντας το ρόπαλό του στους λιθόστρωτους δρόμους ο ουρανός σβήνει πίσω από την πλάτη του.

Ουίλιαμ Μπάροουζ, Τα Ημερολόγια απ’ το Ησυχαστήριο, μτφρ. Χριστός Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliothèque

Εξώφυλλο: Μισέλ Ονφρέ, Η Θρησκεία του Στιλέτου: Εγκώμιον Σαρλότ Κοντραί

Καημένη Σαρλότ! Η πράξη της υπήρξε μεν πολιτικώς μηδαμινή, πλην όμως ηθικώς μεγαλειώδης. Ενσαρκώνει την ανταρσία, την αντίσταση, την εξέγερση, την άρνηση της αδικίας, την πρωτοκαθεδρία της ηθικής πνευματικότητας ενάντια στην πολιτική βαναυσότητα, την υποταγή της πράξης όχι στον κυνικό πραγματισμό ή στον ανήθικο ωφελιμισμό, αλλά στην εκ πεποιθήσεως ηθική∙ εκφράζει την αψηφισιά και το ανάστημα, το θάρρος και την αρετή, την ενεργητικότητα, τη θέληση και τον χαρακτήρα, τη σθεναρότητα και το ταπεραμέντο∙ εκδηλώνει το ρομαντικό μεγαλειώδες το οποίο, γνωρίζοντας ως πιθανά τόσο τη χαμένη υπόθεση όσο και τον απελπισμένο αγώνα, δρα παρ’ όλα αυτά διότι έτσι πρέπει...

Η πράξη της Σαρλότ θεωρήθηκε από ορισμένους ιστορικούς, γοητευμένους από την κομμουνιστική ιστοριογραφία, ως το πρελούδιο στα επερχόμενα χειρότερα: είδαμε όμως ότι τα χειρότερα προηγούνταν, εφόσον αυτά είναι που δίνουν το κίνητρο στη Σαρλότ Κορνταί… Κάτι που δεν εμπόδισε τα χειρότερα να συνεχιστούν. Δεν ανήκω σε αυτούς που καταρρακώνουν τη Σαρλότ και κρίνουν την πράξη της ως άχρηστη∙ πιστεύω, απεναντίας, ότι εκείνη δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για το τι έκαναν οι άλλοι την πράξη της, δηλαδή τίποτα. Τι θα ήταν η έκκληση της 18ης Ιουνίου εάν κανείς δεν είχε ακολουθήσει τα βήματα του στρατηγού Ντε Γκωλ;
Διότι η Σαρλότ Κοντραί έκανε αυτό που πίστεψε ότι όφειλε να κάνει, σκεπτόμενη, αδίκως βέβαια, ότι η συμπεριφορά της ως Ρωμαίας θα υπαγόρευε διά μιμήσεως πανομοιότυπες ενέργειες στον λαό, ο οποίος θα γαλβανιζόταν από την πράξη της που θυμίζει Πλούταρχο. Κανείς όμως δεν ευαισθητοποιήθηκε με τη θυσία της. Στις 12 Ιουλίου 1973 γράφει η Δημηγορία προς τους Γάλλους φίλους των νόμων και της ειρήνης: «Σας έδειξα το δρόμο, γνωρίζετε τους εχθρούς σας, σηκωθείτε πάνω, βαδίστε και χτυπήστε». Τελειώνει την επιστολή της παραθέτοντας ένα απόσπασμα από τον μονόλογο του Βρούτου στον Θάνατο του Καίσαρα του Βολταίρου:

Ταύτη η μεγάλη πράξις, προκαλούσα του σύμπαντος τον αιφνιδιασμόν / είτε την φρίκην επιφέρει είτε τον θαυμασμόν∙ / το πνεύμα μου, ολίγον επιθυμώντας να ζει εις την μνήνην, / διόλου δεν υπολογίζει την δόξαν ή την μήνιν∙ πάντοτε ανεξάρτητος και πολίτης πάντοτε, / το καθήκον μού αρκεί, τα άλλα δεν είναι τίποτε. / Άντε, συλλογιστείτε πλέον μόνο πώς θα βγείτε απ’ τη σκλαβιά.

Κανείς δεν την ακολούθησε∙ ο καθένας συνέχισε τη ζωή του λες και δεν έγινε τίποτα∙ όλοι κοίταζαν τις μύτες των παπουτσιών τους∙ οι δολοφόνοι συνέχισαν να δολοφονούν, εδώ στο όνομα του λαού, αλλού στο όνομα του βασιλιά∙ οι κερδοσκόποι, οι τραπεζίτες, οι έμποροι, οι οπορτουνιστές, δούλεψαν για να μαζέψουν χρυσάφι∙ οι κιοτήδες, οι καιροσκόποι, οι λιγόψυχοι, ελίχθηκαν σαν τα φίδια∙ οι ξερόλες με τα καθαρά χέρια εκφώνησαν δεκάρικους σε όσους γύρευαν φούμαρα∙ οι εξαθλιωμένοι, οι διακονιάρηδες, οι φτωχοί, οι απόκληροι, οι αναγκεμένοι, πείνασαν και λίμασαν∙ και η Σαρλότ Κορνταί είχε γράψει: «Μπορώ μονάχα να χαρίσω τη ζωή μου». Οι άλλοι ποδοπάτησαν τη θυσία της. Αν η πράξη της Σαρλότ υπήρξε άχρηστη, αυτό οφείλεται στην ποταπότητα εκείνων που δεν έκαναν τίποτα ─ αλλά όχι στην ίδια.
Η Σαρλότ δεν εννοούσε να ταυτιστεί με τους εγκληματίες! Η έκθεση της νεκροψίας μετά την πράξη της διευκρινίζει: ότι το μαχαίρι εισχώρησε κάτω από την κλείδα, από τα δεξιά∙ ότι άνοιξε δρόμο ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη γνήσια πλευρά∙ ότι η πληγή είναι τόσο βαθιά που μπορεί κανείς να βάλει ολόκληρο το δάχτυλό του και να αγγίξει το άνω μέρος του πνεύμονα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρωτά τη Σαρλότ μήπως εξασκήθηκε τελειοποιώντας την κίνησή της για να αποβεί τόσο αποτελεσματική. Αγανακτισμένη απάντηση της υπόδικης: «Α! Το τέρας, με παίρνει για δολοφόνο». Και πάλι ο πρόεδρος: «Η έκθεσις των αρμοδίων ιατροδικαστών αποδεικνύει εντούτοις ότι εάν είχατε καταφέρει το πλήγμα εις μήκος δεν θα τον είχατε σκοτώσει». Νέα απάντηση: «Χτύπησα όπως μπορούσα. Ήταν τυχαίο…»
Στην ερώτηση του δικαστηρίου: «Πιστεύετε ότι σκοτώσατε άπαντες του Μαρά;», εκείνη αποκρίνεται: «Αφού πέθανε αυτός, οι άλλοι θα φοβηθούν, ίσως». Ίσως, πράγματι… Δεν συνέβη έτσι όμως. Μέσα στο κελί της, εκείνη θα δει πως δεν κουνιέται φύλλο, πως κανείς δεν αδράχνει την σπίθα της πράξης της για να βάλει φωτιά στον κάμπο όπου θα θρασομανούν οι αγχόνες, οι φούρκες, οι λαιμητόμοι, τα ικριώματα, οι κύφωνες, και όπου σαπίζουν τα ακρωτηριασμένα, πετσοκομμένα, σφαγιασμένα πτώματα. Μετά το σάλο και τη φρενίτιδα της πράξης, η σιωπή των δειλών, το εκκωφαντικό πανδαιμόνιο που προκαλεί η σιωπή των δειλών.

 

Μισέλ Ονφρέ, Η Θρησκεία του Στιλέτου: Εγκώμιον Σαρλότ Κοντραί, μτφρ. Σαπφώ Διαμάντη, εκδ. Εξάντας

Εξώφυλλο: Κώστας Νασίκας, Εξορίες της Γλώσσας

Το να θεωρείς την ντροπή ως ασυνείδητο ίχνος της εμπειρίας της αποϋποκειμενοποίησης και της καταστροφής των γλωσσικών δεσμών του υποκειμένου με τους άλλους είναι κάτι τελείως διαφορετικό από το να την τοποθετείς στη σιωπή από όπου προέρχεται ο λόγος. Στο σημείο αυτό μού φαίνεται ότι η σκέψη του Τζόρτζιο Αγκάμπεν για το «υπόλοιπο» χάνει την ουσία της καταστροφικής διάστασης που έχει η Σοά. Πράγματι, το να λες ότι «δεν είναι ποτέ δυνατόν να καταστραφεί τελείως το ανθρώπινο, ότι πάντα κάτι μένει. Ο μάρτυρας είναι αυτό το υπόλειμμα» είναι μια στατική γενικότητα που χάνει τις διαστάσεις της ενεργητικής και καταστροφικής διαδικασίας της ανθρώπινης συνθήκης την οποία έθεσε σε λειτουργία η Σοά. Αυτή η στατική γενικότητα οδηγεί τον συγγραφέα σε γλωσσικές αναπτύξεις του λακανικού απ-είναι του τύπου: «Ο άνθρωπος συμβαίνει στο μη συμβάν του ανθρώπου, στη χαμένη συνάρθρωση του ζώντος με το λόγο […]. Ο άνθρωπος βρίσκεται, συνεπώς, πάντα ένθεν ή εκείθεν του ανθρώπινου, είναι η κρησάρα από την οποία περνούν ασταμάτητα τα ρεύματα του ανθρώπινου και του μη ανθρώπινου, ρεύματα υποκειμενοποίησης και αποϋκειμενοποίησης, του γίγνεσθαι ομιλών του ζώντος, του γίγνεσθαι ζων του λόγου. Αυτά τα ρεύματα είναι συν-εκτατικά, αλλά δεν συμπίπτουν, κι αυτή η μη σύμπτωση, αυτή η λεπτή κορυφογραμμή που τα χωρίζει, συνιστά ακριβώς τον τόπο της μαρτυρίας». Οι ισχυρισμοί αυτοί χάνουν τον αγώνα του μάρτυρα «να μην εξοριστεί από τη γλώσσα» και να διατηρήσει έτσι τους δεσμούς του με τους ομοίους του. Εντάσσονται πιθανότατα στον πολιτικό προβληματισμό του συγγραφέα για τον μάρτυρα ως αντιπρόσωπο της «γυμνής ζωής» και για «το στρατόπεδο ως νόμο της σύγχρονης ζωής», όπου εξομοιώνει τα στρατόπεδα της Σοά με τα στρατόπεδα των «εθνοκαθάρσεων» στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Αυτή η εξομοίωση, από ορισμένες απόψεις, ασφαλώς ισχύει∙ αλλά ο «μουσουλμάνος» των ναζιστικών στρατοπέδων είναι μία πρωτότυπη παραγωγή. Ο συγγραφέας αναφέρει μεν τα λεγόμενα των «μουσουλμάνων» που επέζησαν, χωρίς, ωστόσο, να σταματήσει στην καταστροφή του δεσμού τους με τον όμοιο, όπως πιστοποιούν οι ίδιοι: «Δεν μπορεί πια να μιλήσει για τίποτα, ούτε καν να προσευχηθεί, δεν πιστεύει πια ούτε σε Κόλαση ούτε σε Παράδεισο. Δεν σκέφτεται πια το σπίτι του, την οικογένειά του, ούτε τους συντρόφους του». Με τον ίδιο τρόπο, η σκέψη του συγγραφέα δεν σταματά στο μίσος που αισθάνονται οι άλλοι σύντροφοι για τους «μουσουλμάνους» των στρατοπέδων. Πώς να καταλάβουμε αυτό το μίσος, αν όχι ως αγώνα ενάντια στην καταστροφή του δεσμού με τον όμοιο, την οποία μαρτυρούσαν οι ίδιοι οι «μουσουλμάνοι»; Ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται, ωστόσο, ότι αυτή η καταστροφή του δεσμού με τον όμοιο συνδέεται με την καταστροφή της γλώσσας: «Το να δίνεις τη μαρτυρία σου σημαίνει ότι τοποθετείσαι, στους κόλπους της ίδιας της γλώσσας σου, στη θέση εκείνων που την έχασαν, ότι εγκαθίστασαι σε μία ζωντανή γλώσσα σαν να ήταν νεκρή…» Αλλά δεν καταφέρνει να επερωτήσει αυτόν το θάνατο της γλώσσας, που επέφερε ο ναζισμός, Ακριβώς αυτό το αδιέξοδο εκφράζεται με το ερώτημά του: «Τι θα πει: “Μιλάω σε μια γλώσσα που έχει απομείνει”;» αφού έχει παραθέσει την περίφημη φράση της Χάνα Άρεντ: «Έχει απομείνει η μητρική γλώσσα» (από την προχιτλερική Ευρώπη στην οποία είχε ζήσει).
Το παράδειγμα του Κάφκα, του Πάουλ Τσέλαν και πολλών άλλων δείχνει ότι η αντίσταση στην καταστροφή του ανθρώπου τοποθετείται και συμβαίνει μέσα στη γλώσσα. Με τη γλώσσα μπορούν οι «μάρτυρες» να περιχαράξουν το άφατο και μέσα της μπορούν να συγκεντρωθούν και, ίσως, να συνδεθούν τα ίχνη της καταστροφής, όπως η ντροπή και άλλα αποτυπώματα μαζί με τα αντιληπτικά θραύσματα. Εδώ η ομιλία παλινδρομεί προς το ρόγχο και το παιδικό ψέλλισμα, για τα οποία μιλάει ο Πρίμο Λέβι, ή προς την απλή σκηνή που συγκεντρώνει αντιληπτικά ίχνη.

Κώστας Νασίκας, Εξορίες της Γλώσσας, μτφρ. Τερέζα Βεκιαρέλλη, εκδ. Γαβριηλίδης

Εξώφυλλο: Αγγελική Μαλακασιώτη, Η Ποιητική του Μελαγχολικού Χώρου

Η σκιά

Εκείνο που οι άνθρωποι λένε ίσκιο του δώματος δεν είναι ίσκιος του σώματος, μα το σώμα της ψυχής.

Ο μελαγχολικός χώρος κατακλύζεται από σκιές, άλλοτε ενός φυσικού εμποδίου, κι άλλοτε ενός φυσικού εμποδίου, κι άλλοτε ενός αποκυήματος του νου. «Μια σκιά είναι έλλειψη φωτός. Όμως, τα αρνητικά πράγματα είναι αλλόκοτα. Οι ηθοποιοί και οι υπηρέτες καταγράφονται στο βιβλίο εξόδων του θεάτρου. Ακόμη και τα αγάλματα μετριούνται στην απογραφή. Οι σκιές δεν απαριθμούνται πουθενά». Η αβεβαιότητα της φύσης τους φέρει στο μυαλό σύγχυση και ανησυχία, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που συσκοτίζεται ο μελαγχολικός νους. Παράλληλα, η αναπόδραστη φύση τους ─κανείς άλλωστε δεν μπορεί να ξεφύγει από τη σκιά του─ προσομοιάζει στα γνωρίσματα της καταθλιπτικής συνθήκης από την οποία το υποκείμενο νιώθει πως είναι αδύνατο να απομακρυνθεί.
Η σκιαγράφηση του μελαγχολικού χώρου λαμβάνει χώρα μέσα από μνήμες, φορείς νοημάτων, χειρονομίες ατμοσφαιρικού σχεδιασμού. Η σκιερότητα συνδέεται ενίοτε με την ιεροτελεστία, την εσωτερικότητα, την ησυχία, την ακινησία, με ένα σύνολο χαρακτηριστικών τα οποία σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνδιαλέγονται με τη μελαγχολική συνθήκη. Κατά τον Τανιζάκι (Tanizaki), «και όμως, όταν κοιτάζουμε το σκοτάδι που συγκεντρώνεται πίσω από τον σταυρό, γύρω από το βάζο λουλουδιών, κάτω από τα ράφια, αν και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι είναι απλή σκιά, μας ξεπερνάει η αίσθηση ότι στη μικρή αυτή γωνία της ατμόσφαιρας βασιλεύει πλήρης και απόλυτη σιωπή. Ότι εδώ στο σκοτάδι κυριαρχεί αμετάβλητη ηρεμία». Η μεταχείριση της συμβατικότητας του σκιώδους είναι απαραίτητο συστατικό του μελαγχολικού σχεδιασμού.
Ειδικότερα οι σκιές στο πλαίσιο της αρχιτεκτονικής, είναι στοιχεία δυναμικά, με δικά τους μοτίβα και χαρακτηριστικά, ενώ προσδίδουν στο κτίσμα, όπως ο Λούις Καν (Louis Kahn) αναφέρει, την αίσθηση του μυστηρίου. Όμοια το μελαγχολικό αρχιτεκτόνημα, αποκτάει με τη χρήση της σκίασης νέες διαστάσεις στον χώρο ─οι σκιές, οι οποίες μπορεί να προκύπτουν επιπλέον από συμβολικά αντικείμενα, μνημονικές αναφορές, εμμονικές ιδέες, κ.ά., συνθέτουν εικόνες, αύρες και διαθέσεις στα υποκείμενα που το κατοικούν, χαρακτηριστικά τα οποία αλλάζουν, μετατίθενται και ολισθαίνουν διαρκώς χωρίς όμως να υφίσταται πραγματική μετακίνηση των πραγμάτων στο δωμάτιο, ή των κτηρίων στην πόλη. Το φως και η κίνησή του φέρει μια υπόσχεση πλαστικότητας. Άλλωστε η λοιπή ακινησία του κτιστού περιβάλλοντος είναι αυτή που οδηγεί στην απόλαυση μιας ακτίνας του ήλιου που μπαίνει δειλά από το παράθυρο. Έτσι και το γλίστρημα των σκιάσεων του μελαγχολικού νου, είναι ζωντανό, ακατάπαυστο και συχνά γοητευτικό, ακόμη και αν το σώμα δεν έχει μετατοπισθεί. Άλλωστε οι σκιές, υποδηλώνουν μια αρνητική παρουσία στον χώρο ─την παρουσία μιας απουσίας. Κατασκευάζουν γεγονότα εκεί που θα έπρεπε να κατοικεί το άλλο, το παρόν. Γι’ αυτό εισάγουν άλλωστε σημειολογικά και τον παράγοντα του χρόνου, αδιαχώριστο συστατικό της μελαγχολίας, άλλα και της ανεξάντλητης αναμέτρησής της με το όριο του θανάτου.

Αγγελική Μαλακασιώτη, Η Ποιητική του Μελαγχολικού Χώρου, εκδ. Ο Μωβ Σκίουρος

Εξώφυλλο: Μάρτιν Χάιντεγκερ, Οι Θεμελιώδεις Έννοιες της Μεταφυσικής: Κόσμος - Περατότητα - Μοναξιά [Προόιμιο]

Τι είναι – η Μοναξιά;

Τι είναι όλα αυτά μαζί; Κόσμος, Περατότητα, Μοναξιά. Τι συμβαίνει εκεί με εμάς; Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε κάτι τέτοιο να συντελείται στα βάθη του; Είναι όσα γνωρίζουμε για τον άνθρωπο ως ζώο, ως θύμα του τεχνικού πολιτισμού, ως προστάτη της κουλτούρας, ως προσωπικότητα, είναι όλα αυτά μόνο η σκιά ενός ολότελα άλλου, αυτού που αποκαλούμε Dasein; Η Φιλοσοφία, η Μεταφυσική είναι ένας νόστος, μια ορμή να νιώθει κανείς παντού οικεία, μια επιθυμία όχι όμως τυφλή και δίχως κατεύθυνση, αλλά εκείνο που εγείρεται μέσα μας με αυτά τα ερωτήματα και την ενότητά του, όπως μόλις την παρουσιάσαμε: Τι είναι ο Κόσμος, η Περατότητα, η Μοναξιά; Καθένα απ’ αυτά τα ερωτήματα ερωτά το Όλον. Δεν αρκεί ν’ αναγνωρίζουμε τέτοια ερωτήματα, αποφασιστικής σημασίας είναι το αν πραγματικά ρωτάμε τέτοια ερωτήματα, αν έχουμε τη δύναμη να τα φέρουμε διά μέσου όλης μας της ύπαρξης. Δεν αρκεί ν’ ακολουθούμε τέτοια ερωτήματα τρεκλίζοντας αναποφάσιστοι, καθώς αυτή η ενόρμηση να είμαστε παντού οικεία συνιστά συγχρόνως την αναζήτηση των ατραπών που επιτρέπουν την ορθή οριοθέτηση αυτών των ερωτημάτων. Γι’ αυτόν το λόγο απαιτείται το εργαλείο της κατανόησης για εκείνες τις έννοιες που πραγματώνουν αυτή την οριοθέτηση. Πρόκειται για μια κατανόηση και για έννοιες πρωταρχικής φύσης. Οι μεταφυσικές έννοιες παραμένουν αιώνια απροσπέλαστες από την αδιάφορη και μη δεσμευτική ως προς την ίδια επιστημονική οξυδέρκεια. Οι μεταφυσικές έννοιες δεν είναι κάτι που θα μπορούσαμε να μάθουμε κάπου και το οποίο ένας δάσκαλος ή κάποιος που αποκαλείται φιλόσοφος δύναται ν’ απαιτήσει να τις επαναλάβουμε αφού μας τις πει, ώστε να τις εφαρμόσουμε.
Κυρίως, όμως, δεν μπορούμε να καταλάβουμε αυτές τις έννοιες και την εννοιακή τους αυστηρότητα, αν δεν έχουμε ήδη καταληφθεί από εκείνο που αυτές καλούνται να συλλάβουν. Στην αφύπνιση και την καλλιέργεια αυτής της κατάληψης αποσκοπεί η προσπάθεια του φιλοσοφείν. Κάθε κατάληψη όμως πηγάζει από, και παραμένει σε, μια διάθεση. Στο βαθμό που το κατανοείν και το φιλοσοφείν δεν αποτελούν τυχαίες ενασχολήσεις ανάμεσα σε άλλες, παρά συμβαίνουν στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, οι διαθέσεις από τις οποίες αναδύονται η φιλοσοφική κατάληψη και η εννοιακότητα συνιστούν πάντοτε και αναγκαίως θεμελιώδεις διαθέσεις του Desein, διαθέσεις που δονούν διαρκώς και ουσιωδώς τον άνθρωπο δίχως ν’ αναγνωρίζονται απαραιτήτως ως τέτοιες. Η Φιλοσοφία συμβαίνει πάντα σε μια θεμελιώδη διάθεση. Το φιλοσοφικό κατανοείν θεμελιώνεται σε μια κατάληψη, η οποία με τη σειρά της πηγάζει από μια διάθεση. Κάτι τέτοιο δεν εννοεί και ο Novalis τελικά, όταν ονομάζει τη Φιλοσοφία νόστο; Έτσι, ο λόγος του ποιητή κάθε άλλο παρά απατηλός είναι, αρκεί να εξαγάγουμε από αυτόν το ουσιώδεις.

 

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Οι Θεμελιώδεις Έννοιες της Μεταφυσικής: Κόσμος - Περατότητα - Μοναξιά [Προόιμιο], μτφρ. Θεοφάνης Τάσης, εκδ. Ευρασία

Εξώφυλλο: Πολ Ελιάρ, Εύκολο

Ἐσύ σηκώνεσαι τὸ νερὸ ξεδιπλώνεται
Ἐσὺ ξαπλώνεσαι τὸ νερὸ ἀνοίγεται ἄνθος

Ἐσὺ εἶσαι τὸ νερὸ σὰν λοξοδρομήσει
Ἀπὸ τὶς ἀβύσσους του
Ἐσὺ εἶσαι ἡ γὴ ποὺ πιάνει ρίζα
Καὶ σ᾽ αὐτὴν ἀπάνω ὅλα βασίζονται

Ἐσὺ κάνεις φυσαλίδες σιωπῆς μὲς στὴν ἔρημο τοῦ θόρυβου
Ἐσὺ τραγουδᾶς ὕμνους νυχτερινοὺς στὶς χορδὲς τ᾽ οὐράνιου τόξου
Ἐσὺ εἶσαι παντοῦ καταργεῖς ὅλους τοὺς δρόμους

Ἐσὺ θυσιάζεις τὸν καιρὸ
Στὴν ἀτέρμονη νιότη τῆς ἀλάθευτης φλόγας
Ποὺ μὲ πέπλο σκεπάζει τὴν φύση καθὼς τὴν γεννάει

Γυναίκα φέρνεις στὸν κόσμο ἕνα σῶμα τὸ ἴδιο πάντα
Τὸ δικό σου

Ἐσὺ εἶσαι ἡ ὁμοιότητα.

Πολ Ελιάρ, Εύκολο, μτφρ. Μάτση Χατζηλαζάρου, εκδ. Κείμενα

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑