
Το να θεωρείς την ντροπή ως ασυνείδητο ίχνος της εμπειρίας της αποϋποκειμενοποίησης και της καταστροφής των γλωσσικών δεσμών του υποκειμένου με τους άλλους είναι κάτι τελείως διαφορετικό από το να την τοποθετείς στη σιωπή από όπου προέρχεται ο λόγος. Στο σημείο αυτό μού φαίνεται ότι η σκέψη του Τζόρτζιο Αγκάμπεν για το «υπόλοιπο» χάνει την ουσία της καταστροφικής διάστασης που έχει η Σοά. Πράγματι, το να λες ότι «δεν είναι ποτέ δυνατόν να καταστραφεί τελείως το ανθρώπινο, ότι πάντα κάτι μένει. Ο μάρτυρας είναι αυτό το υπόλειμμα» είναι μια στατική γενικότητα που χάνει τις διαστάσεις της ενεργητικής και καταστροφικής διαδικασίας της ανθρώπινης συνθήκης την οποία έθεσε σε λειτουργία η Σοά. Αυτή η στατική γενικότητα οδηγεί τον συγγραφέα σε γλωσσικές αναπτύξεις του λακανικού απ-είναι του τύπου: «Ο άνθρωπος συμβαίνει στο μη συμβάν του ανθρώπου, στη χαμένη συνάρθρωση του ζώντος με το λόγο […]. Ο άνθρωπος βρίσκεται, συνεπώς, πάντα ένθεν ή εκείθεν του ανθρώπινου, είναι η κρησάρα από την οποία περνούν ασταμάτητα τα ρεύματα του ανθρώπινου και του μη ανθρώπινου, ρεύματα υποκειμενοποίησης και αποϋκειμενοποίησης, του γίγνεσθαι ομιλών του ζώντος, του γίγνεσθαι ζων του λόγου. Αυτά τα ρεύματα είναι συν-εκτατικά, αλλά δεν συμπίπτουν, κι αυτή η μη σύμπτωση, αυτή η λεπτή κορυφογραμμή που τα χωρίζει, συνιστά ακριβώς τον τόπο της μαρτυρίας». Οι ισχυρισμοί αυτοί χάνουν τον αγώνα του μάρτυρα «να μην εξοριστεί από τη γλώσσα» και να διατηρήσει έτσι τους δεσμούς του με τους ομοίους του. Εντάσσονται πιθανότατα στον πολιτικό προβληματισμό του συγγραφέα για τον μάρτυρα ως αντιπρόσωπο της «γυμνής ζωής» και για «το στρατόπεδο ως νόμο της σύγχρονης ζωής», όπου εξομοιώνει τα στρατόπεδα της Σοά με τα στρατόπεδα των «εθνοκαθάρσεων» στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Αυτή η εξομοίωση, από ορισμένες απόψεις, ασφαλώς ισχύει∙ αλλά ο «μουσουλμάνος» των ναζιστικών στρατοπέδων είναι μία πρωτότυπη παραγωγή. Ο συγγραφέας αναφέρει μεν τα λεγόμενα των «μουσουλμάνων» που επέζησαν, χωρίς, ωστόσο, να σταματήσει στην καταστροφή του δεσμού τους με τον όμοιο, όπως πιστοποιούν οι ίδιοι: «Δεν μπορεί πια να μιλήσει για τίποτα, ούτε καν να προσευχηθεί, δεν πιστεύει πια ούτε σε Κόλαση ούτε σε Παράδεισο. Δεν σκέφτεται πια το σπίτι του, την οικογένειά του, ούτε τους συντρόφους του». Με τον ίδιο τρόπο, η σκέψη του συγγραφέα δεν σταματά στο μίσος που αισθάνονται οι άλλοι σύντροφοι για τους «μουσουλμάνους» των στρατοπέδων. Πώς να καταλάβουμε αυτό το μίσος, αν όχι ως αγώνα ενάντια στην καταστροφή του δεσμού με τον όμοιο, την οποία μαρτυρούσαν οι ίδιοι οι «μουσουλμάνοι»; Ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται, ωστόσο, ότι αυτή η καταστροφή του δεσμού με τον όμοιο συνδέεται με την καταστροφή της γλώσσας: «Το να δίνεις τη μαρτυρία σου σημαίνει ότι τοποθετείσαι, στους κόλπους της ίδιας της γλώσσας σου, στη θέση εκείνων που την έχασαν, ότι εγκαθίστασαι σε μία ζωντανή γλώσσα σαν να ήταν νεκρή…» Αλλά δεν καταφέρνει να επερωτήσει αυτόν το θάνατο της γλώσσας, που επέφερε ο ναζισμός, Ακριβώς αυτό το αδιέξοδο εκφράζεται με το ερώτημά του: «Τι θα πει: “Μιλάω σε μια γλώσσα που έχει απομείνει”;» αφού έχει παραθέσει την περίφημη φράση της Χάνα Άρεντ: «Έχει απομείνει η μητρική γλώσσα» (από την προχιτλερική Ευρώπη στην οποία είχε ζήσει).
Το παράδειγμα του Κάφκα, του Πάουλ Τσέλαν και πολλών άλλων δείχνει ότι η αντίσταση στην καταστροφή του ανθρώπου τοποθετείται και συμβαίνει μέσα στη γλώσσα. Με τη γλώσσα μπορούν οι «μάρτυρες» να περιχαράξουν το άφατο και μέσα της μπορούν να συγκεντρωθούν και, ίσως, να συνδεθούν τα ίχνη της καταστροφής, όπως η ντροπή και άλλα αποτυπώματα μαζί με τα αντιληπτικά θραύσματα. Εδώ η ομιλία παλινδρομεί προς το ρόγχο και το παιδικό ψέλλισμα, για τα οποία μιλάει ο Πρίμο Λέβι, ή προς την απλή σκηνή που συγκεντρώνει αντιληπτικά ίχνη.
Κώστας Νασίκας, Εξορίες της Γλώσσας, μτφρ. Τερέζα Βεκιαρέλλη, εκδ. Γαβριηλίδης
