
Καημένη Σαρλότ! Η πράξη της υπήρξε μεν πολιτικώς μηδαμινή, πλην όμως ηθικώς μεγαλειώδης. Ενσαρκώνει την ανταρσία, την αντίσταση, την εξέγερση, την άρνηση της αδικίας, την πρωτοκαθεδρία της ηθικής πνευματικότητας ενάντια στην πολιτική βαναυσότητα, την υποταγή της πράξης όχι στον κυνικό πραγματισμό ή στον ανήθικο ωφελιμισμό, αλλά στην εκ πεποιθήσεως ηθική∙ εκφράζει την αψηφισιά και το ανάστημα, το θάρρος και την αρετή, την ενεργητικότητα, τη θέληση και τον χαρακτήρα, τη σθεναρότητα και το ταπεραμέντο∙ εκδηλώνει το ρομαντικό μεγαλειώδες το οποίο, γνωρίζοντας ως πιθανά τόσο τη χαμένη υπόθεση όσο και τον απελπισμένο αγώνα, δρα παρ’ όλα αυτά διότι έτσι πρέπει...
Η πράξη της Σαρλότ θεωρήθηκε από ορισμένους ιστορικούς, γοητευμένους από την κομμουνιστική ιστοριογραφία, ως το πρελούδιο στα επερχόμενα χειρότερα: είδαμε όμως ότι τα χειρότερα προηγούνταν, εφόσον αυτά είναι που δίνουν το κίνητρο στη Σαρλότ Κορνταί… Κάτι που δεν εμπόδισε τα χειρότερα να συνεχιστούν. Δεν ανήκω σε αυτούς που καταρρακώνουν τη Σαρλότ και κρίνουν την πράξη της ως άχρηστη∙ πιστεύω, απεναντίας, ότι εκείνη δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για το τι έκαναν οι άλλοι την πράξη της, δηλαδή τίποτα. Τι θα ήταν η έκκληση της 18ης Ιουνίου εάν κανείς δεν είχε ακολουθήσει τα βήματα του στρατηγού Ντε Γκωλ;
Διότι η Σαρλότ Κοντραί έκανε αυτό που πίστεψε ότι όφειλε να κάνει, σκεπτόμενη, αδίκως βέβαια, ότι η συμπεριφορά της ως Ρωμαίας θα υπαγόρευε διά μιμήσεως πανομοιότυπες ενέργειες στον λαό, ο οποίος θα γαλβανιζόταν από την πράξη της που θυμίζει Πλούταρχο. Κανείς όμως δεν ευαισθητοποιήθηκε με τη θυσία της. Στις 12 Ιουλίου 1973 γράφει η Δημηγορία προς τους Γάλλους φίλους των νόμων και της ειρήνης: «Σας έδειξα το δρόμο, γνωρίζετε τους εχθρούς σας, σηκωθείτε πάνω, βαδίστε και χτυπήστε». Τελειώνει την επιστολή της παραθέτοντας ένα απόσπασμα από τον μονόλογο του Βρούτου στον Θάνατο του Καίσαρα του Βολταίρου:
Ταύτη η μεγάλη πράξις, προκαλούσα του σύμπαντος τον αιφνιδιασμόν / είτε την φρίκην επιφέρει είτε τον θαυμασμόν∙ / το πνεύμα μου, ολίγον επιθυμώντας να ζει εις την μνήνην, / διόλου δεν υπολογίζει την δόξαν ή την μήνιν∙ πάντοτε ανεξάρτητος και πολίτης πάντοτε, / το καθήκον μού αρκεί, τα άλλα δεν είναι τίποτε. / Άντε, συλλογιστείτε πλέον μόνο πώς θα βγείτε απ’ τη σκλαβιά.
Κανείς δεν την ακολούθησε∙ ο καθένας συνέχισε τη ζωή του λες και δεν έγινε τίποτα∙ όλοι κοίταζαν τις μύτες των παπουτσιών τους∙ οι δολοφόνοι συνέχισαν να δολοφονούν, εδώ στο όνομα του λαού, αλλού στο όνομα του βασιλιά∙ οι κερδοσκόποι, οι τραπεζίτες, οι έμποροι, οι οπορτουνιστές, δούλεψαν για να μαζέψουν χρυσάφι∙ οι κιοτήδες, οι καιροσκόποι, οι λιγόψυχοι, ελίχθηκαν σαν τα φίδια∙ οι ξερόλες με τα καθαρά χέρια εκφώνησαν δεκάρικους σε όσους γύρευαν φούμαρα∙ οι εξαθλιωμένοι, οι διακονιάρηδες, οι φτωχοί, οι απόκληροι, οι αναγκεμένοι, πείνασαν και λίμασαν∙ και η Σαρλότ Κορνταί είχε γράψει: «Μπορώ μονάχα να χαρίσω τη ζωή μου». Οι άλλοι ποδοπάτησαν τη θυσία της. Αν η πράξη της Σαρλότ υπήρξε άχρηστη, αυτό οφείλεται στην ποταπότητα εκείνων που δεν έκαναν τίποτα ─ αλλά όχι στην ίδια.
Η Σαρλότ δεν εννοούσε να ταυτιστεί με τους εγκληματίες! Η έκθεση της νεκροψίας μετά την πράξη της διευκρινίζει: ότι το μαχαίρι εισχώρησε κάτω από την κλείδα, από τα δεξιά∙ ότι άνοιξε δρόμο ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη γνήσια πλευρά∙ ότι η πληγή είναι τόσο βαθιά που μπορεί κανείς να βάλει ολόκληρο το δάχτυλό του και να αγγίξει το άνω μέρος του πνεύμονα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρωτά τη Σαρλότ μήπως εξασκήθηκε τελειοποιώντας την κίνησή της για να αποβεί τόσο αποτελεσματική. Αγανακτισμένη απάντηση της υπόδικης: «Α! Το τέρας, με παίρνει για δολοφόνο». Και πάλι ο πρόεδρος: «Η έκθεσις των αρμοδίων ιατροδικαστών αποδεικνύει εντούτοις ότι εάν είχατε καταφέρει το πλήγμα εις μήκος δεν θα τον είχατε σκοτώσει». Νέα απάντηση: «Χτύπησα όπως μπορούσα. Ήταν τυχαίο…»
Στην ερώτηση του δικαστηρίου: «Πιστεύετε ότι σκοτώσατε άπαντες του Μαρά;», εκείνη αποκρίνεται: «Αφού πέθανε αυτός, οι άλλοι θα φοβηθούν, ίσως». Ίσως, πράγματι… Δεν συνέβη έτσι όμως. Μέσα στο κελί της, εκείνη θα δει πως δεν κουνιέται φύλλο, πως κανείς δεν αδράχνει την σπίθα της πράξης της για να βάλει φωτιά στον κάμπο όπου θα θρασομανούν οι αγχόνες, οι φούρκες, οι λαιμητόμοι, τα ικριώματα, οι κύφωνες, και όπου σαπίζουν τα ακρωτηριασμένα, πετσοκομμένα, σφαγιασμένα πτώματα. Μετά το σάλο και τη φρενίτιδα της πράξης, η σιωπή των δειλών, το εκκωφαντικό πανδαιμόνιο που προκαλεί η σιωπή των δειλών.
Μισέλ Ονφρέ, Η Θρησκεία του Στιλέτου: Εγκώμιον Σαρλότ Κοντραί, μτφρ. Σαπφώ Διαμάντη, εκδ. Εξάντας
