
'Ποτέ δεν έγδυσα, που λένε, καμιά με τα μάτια, όπως ποτέ, εκείνες τις ώρες, δεν ένιωσα σαρκικό πόθο. Σ’ αυτή την πυρετώδη κατάσταση στην οποία ένας άλλος θα είχε ίσως γράψει ποιήματα, κοιτάζοντας έντονα τα μάτια των γυναικών που συναντούσε, εγώ περίμενα πάντοτε σε απάντηση το ίδιο διεσταλμένο, τρομακτικό βλέμμα. Δεν πλησίαζα ποτέ τις γυναίκες που απαντούσαν με χαμόγελο, ξέροντας πως μόνο μια πόρνη ή μια παρθένα μπορούσε να απαντήσει με χαμόγελο σ’ ένα βλέμμα σαν το δικό μου. Σ’ εκείνες τις βραδινές ώρες, καμιά φανταστική γύμνια δεν θα μπορούσε να στεγνώσει το λαιμό και να τον κάνει άξαφνα να τρέμει όσο εκείνο το τρομακτικό, κακό γυναικείο βλέμμα, που έφτανε στο τέλος να γίνει ένα μαστιγωτικό βλέμμα δήμιου, ένα βλέμμα σαν επαφή γεννητικών οργάνων. Κι όταν αυτό το βλέμμα εμφανιζόταν –εμφανιζόταν αργά ή γρήγορα– γύριζα αμέσως, προλάβαινα τη γυναίκα που με είχε κοιτάξει και, ζυγώνοντάς την, έφερνα στο μαύρο μου γείσο ένα λευκό, γαντοφορεμένο χέρι. Φαινόταν πως με το βλέμμα αυτό όλα είχαν ειπωθεί, όλα είχαν γίνει κατανοητά και δεν υπήρχε σίγουρα πια τίποτε άλλο να πούμε. Με το βλέμμα που εκείνη η γυναίκα κι εγώ είχαμε ανταλλάξει, με τα μάτια του ενός μέσα στα μάτια του άλλου, ήταν σαν μια ώρα νωρίτερα να είχαμε σκοτώσει μαζί ένα παιδί.'
Μ. Άγκεεφ, Μυθιστόρημα με Κοκαίνη, μτφρ. Σαπφώ Διαμαντή, εκδ. Εξάντας
