
‘Τὸ τελευταῖο φῶς πότε φώτιζε τὸ ἄνοιγμα μιᾶς χαράρδρας μὲ μιὰ σιδηροδρομικὴ γραμμή, πότε ἕνα ἀπομονωμένο ξωκλήσι, καὶ ὅλα μᾶς κοίταζαν ἄλλη μιὰ φορὰ βιαστικὰ μέσα ἀπὸ τὸν Ρήνο, προτοῦ χαθοῦν στὸ σούρουπο.
Μέσα στὸ γαλήνιο φῶς εἴχαμε μείνει ὅλες σιωπηλές, ἔτσι ποὺ ἀκουγόταν τὸ κράξιμο μερικῶν πουλιῶν καὶ τὸ βογκητὸ τῶν ἐργοστασίων ἀπὸ τὸ Αμένεμπουργκ. Ἀκόμα καὶ ἡ Λόρε εἶχε σωπάσει ἐντελῶς. Ἡ Μαριάννε, ἡ Λένι κι ἐγὼ εἴχαμε μπλέξει τὰ χέρια μᾶς σὲ ἕνα δεσμὸ ποὺ ἦταν μόνο ἕνα μέρος τοῦ μεγάλου δεσμοῦ ποὺ ἑνώνει ὅλα τὰ ἐπίγεια κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἡ Μαριάννε εἶχε ἀκόμη γερμένο τὸ κεφάλι τῆς στὴ Λένι. Πὼς μπόρεσε ἀργότερα νὰ τρυπώσει στὸ μυαλὸ τῆς ἡ πλάνη, ἡ τρέλα πὼς μόνο αὐτὴ καὶ ὁ ἄντρας τῆς εἶχαν μονοπωλήσει τὴν ἀγάπη γιὰ τούτη τὴ χώρα καί, συνεπῶς, δίκαια περιφρόνησαν καὶ κατέδωσαν τὸ κορίτσι, πάνω στὸ ὁποῖο τώρα ἐκείνη ἀκουμποῦσε. Ποτὲ δὲν μᾶς θύμισε κανείς, ὅσο ἦταν ἀκόμα καιρός, αὐτὸ τὸ κοινὸ μᾶς ταξίδι. Ὅσες ἐκθέσεις κι ἂν γράφτηκαν γιὰ τὴν πατρίδα καὶ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς πατρίδας καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα, ποτὲ δὲν ἔγινε νύξη πὼς πάνω ἀπ’ ὅλα τὸ δικὸ μᾶς σμάρι ἀγκαλιασμένα κορίτσια ποὺ ἀνέβαινε τὸν Ρήνο στὸ χαμηλὸ ἀπογευματινὸ φῶς ἦταν ἕνα κομμάτι τῆς πατρίδας.’
‘Ἡ Λένι καὶ ἡ Μαριάννε πῆραν πιασμένες ἀγκαζὲ τὴ λεωφόρο τοῦ Ρήνου. Ἡ Μαριάννε κρατοῦσε ἀκόμα ἀνάμεσα στὰ δόντια τῆς ἕνα κόκκινο γαρίφαλο. Ἕνα ἴδιο γαρίφαλο εἶχε στερεώσει στὴν κορδέλα τῆς κοτσίδας τῆς Λένι. Πάντα βλέπω τὴ Μαριάννε μὲ τὸ κόκκινο γαρίφαλο ἀνάμεσα στὰ δόντια, ἀκόμα καὶ ὅταν ἀποκρίνεται μὲ κακία στὶς γειτόνισσες τῆς Λένι, ἀκόμα κι ὅταν κεῖται μὲ τὸ κορμὶ σχεδὸν ἀπανθρακωμένο μὲ τὰ ροῦχα μισοκαμμένα, κάτω ἀπὸ τὶς στάχτες τοῦ πατρικοῦ τῆς. Γιατὶ ἡ πυροσβεστικὴ ἔφτασε πολὺ ἀργὰ γιὰ νὰ τὴ σώσει, ὅταν ἡ φωτιὰ ἀπὸ τὰ σπίτια ποὺ εἶχαν βομβαρδιστεῖ μεταδόθηκε καὶ στὴ λεωφόρο τοῦ Ρήνου, ὅπου ἡ Μαριάννε βρισκόταν ἐκείνη τὴν ὥρα σὲ μία ἐπίσκεψη μὲ τοὺς γονεῖς τῆς. Δὲν εἶχε πιὸ εὔκολο θάνατο ἀπὸ τὴ φίλη τὴν ὁποία εἶχε ἀπαρνηθεῖ καὶ ἡ ὁποία πέθανε στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὶς ἀρρώστιες. Ὡστόσο χάρη σ’ αὐτὴ τὴν προδοσία, τὸ παιδὶ τῆς Λένι γλίτωσε τὸ βομβαρδισμό. Γιατὶ ἡ Γκεστάπο τὸ εἶχε στείλει σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο ἐθνικοσοσιαλιστικὸ οἰκοτροφεῖο.
Ἐγὼ περπάτησα λίγο μὲ μερικὲς συμμαθήτριες στὴν κατεύθυνση τῆς Κρίστοφστράσσε. Στὴν ἀρχὴ ἔνιωσα ἀγωνία. Μόλις στρίψαμε ἀπὸ τὴν ὄχθη τοῦ Ρήνου γιὰ τὸ κέντρο τῆς πόλης, ἔνιωσα ἕνα βάρος νὰ μοῦ πλακώνει τὴν καρδιά, σὰν νὰ μὲ περίμενε κάτι παράλογο, κάποιο κακό, ἴσως μιὰ τρομερὴ εἴδηση ἢ μιὰ συμφορά, ποὺ ἐπιπόλαια τὴν εἶχα λησμονήσει στὴ διάρκεια τῆς ἡλιόλουστης ἐκδρομῆς. Ὕστερα σκέφτηκα πὼς ἡ ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Κρίστοφ ἦταν ἀδύνατον νὰ ἔχει καταστραφεῖ ἀπὸ μιὰ νυχτερινὴ ἀεροπορικὴ ἐπίθεση, γιατὶ ἀκούσαμε τὶς καμπάνες τῆς γιὰ τὸν ἑσπερινό. Ἄδικα λοιπὸν ἔτρεμα νὰ γυρίσω στὸ σπίτι μοῦ ἀπ’ αὐτὸν τὸ δρόμο, γιατὶ εἶχε καρφωθεῖ στὸ μυαλὸ μοῦ ἡ σκέψη πὼς ἡ κεντρικὴ ἀρτηρία τῆς πόλης εἶχε καταστραφεῖ τελείως ἀπὸ τὶς βόμβες. Μοῦ πέρασε μάλιστα ἀπὸ τὸ μυαλὸ πὼς ἐκείνη ἡ φωτογραφία στὴν ἐφημερίδα, ὅπου ὅλα τὰ σοκάκια καὶ οἱ πλατεῖες εἶχαν ἐξαφανιστεῖ ἢ καταστραφεῖ, δὲν ἦταν ἀληθινή. Ὕστερα σκέφτηκα πώς, γιὰ νὰ ἀποκρύψουν ἴσως τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς, εἶχαν στήσει μὲ ἐξαιρετικὴ ταχύτητα κατὰ διαταγὴ τοῦ Γκαίμπελς μιὰ ψεύτικη πόλη, ὅπου καμία πέτρα δὲν βρισκόταν στὴν παλιὰ τῆς θέση, κι ὡστόσο ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς ἦταν τελείως γερὴ καὶ ἑλκυστική. Ἄλλωστε, ὅλοι εἴχαμε συνηθίσει ἀπὸ καιρὸ τέτοιου εἴδους διαστρεβλώσεις καὶ παραποιήσεις τῆς πραγματικότητας, ὄχι μόνο σὲ σχέση μὲ τοὺς βομβαρδισμούς, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες περιστάσεις ὅπου ἦταν δύσκολο νὰ διακρίνουμε τὴν ἀλήθεια.’
Άννα Σέγκερς, Η Εκδρομή των Κοριτσιών που Χάθηκαν, μτφρ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. Άγρα
