προγραφές

Εξώφυλλο: Ζορζ Ρόντενμπαχ, Μπρυζ, Η Νεκρή

Στὴ βουβὴ ἀτμόσφαιρα τῶν νεκρῶν ὑδάτων καὶ τῶν ἄψυχων δρόμων, ὁ Υγκ ἔνιωθε λιγότερο τὸν πόνο στὸ στῆθος του καὶ σκεφτόταν μὲ μεγαλύτερη γλυκήτητα τὴ νεκρή. Τὰ μάτια του ἔβλεπαν τὴν εἰκόνα τῆς καλύτερα, τὰ αὐτιὰ του ἄκουγαν τὴ φωνὴ τῆς πιὸ καθαρά. Στὴ γαλήνια ροὴ τῶν καναλιῶν μὲ τὶς ἀλέες, ξαναβρήκε τὸ πρόσωπο τῆς Οφηλίας του, ἀφουγκραζόταν τὴ φωνὴ τῆς στὸν μακρινὸ ἦχο ἀπὸ τὶς κωδωνοκρουσίες.
Ἡ πόλη, ποὺ ὑπῆρξε κι αὐτὴ ἀγαπημένη κι ὡραία, ἔγινε ἡ ἐνσάρκωση τῆς νοσταλγίας τοῦ. Ἡ Μπρυζ ἦταν ἡ νεκρὴ τοῦ. Ἡ νεκρὴ τοῦ ἦταν ἡ Μπρυζ. Τὰ πάντα ἑνώνονταν σὲ μιὰ κοινὴ μοίρα. Ἦταν ἡ Νεκρὴ Μπρυζ, θαμμένη καὶ ἡ ἴδια μέσα στοὺς λίθινους τάφρους ἀπὸ τὶς προκυμαῖες της, καὶ μὲ τὶς ἀρτηρίες τῶν καναλιῶν της παγωμένες, ὅταν σβήστηκε ὁ μεγάλος παλμὸς τῆς θάλασσας.

*

Αὐτὸ τὸ βράδυ, ἐνῶ βάδιζε στὴν πόλη, περισσότερο ἀπὸ ποτὲ τὸν στοίχειωσε ἡ θλιβερὴ ἀνάμνηση ποὺ ἀναδύθηκε κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες ὅπου θρηνοῦν τὰ πρόσωπα τῶν ἀθέατων πηγῶν. Ἀπὸ τὰ κλειδωμένα σπίτια ποὺ τὰ παράθυρα τοὺς κοίταζαν σὰν μάτια θολωμένα ἀπὸ τὴν ἀγωνία, ἀπὸ τὰ βαθμιδωτὰ τους ἀετώματα ποὺ αντανακλώνταν στὸ νερὸ σὰν νὰ φοροῦσαν πένθιμα κρέπια, ἀναδυόταν μιὰ θανάσιμη ἀτμόσφαιρα. Περπάτησε κατὰ μῆκος τῆς Κὲ Βερ καὶ τῆς Κὲ ντὲ Μιρουάρ, καὶ ἀπομακρύνθηκε μέχρι τὴν Πὸν ντὲ Μουλέν στὰ μελαγχολικὰ περίχωρα μὲ τὶς δενδροστοιχίες ἀπὸ λεῦκες. Καὶ παντοῦ ἔπεφταν στὸ κεφάλι του οἱ παγωμένες στάλες, οἱ λεπτὲς ἁλμυρὲς νότες ἀπὸ τὶς καμπάνες τῆς ἐνορίας ποὺ θαρρεῖς καὶ χύνονταν ἀπὸ μιὰ ἁγιαστούρα γιὰ κάποια ἑσπερινὴ δέηση. Μέσα στὴ μοναξιὰ τοῦ φθινοπωρινοῦ ἀπόβραδου, ὅταν ὁ ἄνεμος σαρώνει τὰ τελευταία φύλλα, αἰσθανόταν περισσότερο ἀπὸ ποτὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ θέσει τέρμα στὴ ζωὴ τοῦ, τὴν ἀνυπομονησία γιὰ ἕναν τάφο. Εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἔπεφτε στὴν ψυχὴ του ἡ σκιὰ ἀπὸ τὰ καμπαναριά, σὰν νὰ ἔφτανε μέχρι τὸν ἴδιο μιὰ παραίνεση ἀπὸ τὰ παλιὰ τείχη, σὰν νὰ ἀνέβαινε μιὰ ψιθυριστὴ φωνὴ ἀπὸ τὸ νερὸ — τὸ νερὸ ποὺ ἔρρεε στὰ πόδια του, ὅπως ἔρρεε μπροστὰ στὰ πόδια τῆς Οφηλίας, καθὼς διηγοῦνται οἱ νεκροθάφτες τοῦ Σαίξπηρ.

*

Καὶ μπορεῖ ἡ ὑπερχείλιση τῶν ὑδρορροῶν νὰ κατέβαινε σὰν χείμαρρος τὶς στοές, μπορεῖ οἱ στοὲς ποὺ σχημάτιζαν οἱ γέφυρες νὰ ἑστίαζαν παγωμένα δάκρυα καὶ οἱ λεῦκες στὶς ὄχθες τους νὰ παραπονοῦνταν καὶ νὰ ἀναστέναζαν σὰν νὰ μουρμούριζε μιὰ ἀδύναμη καὶ ἀπαρηγόρητη πηγή, ὅμως ὁ Υγκ δὲν αἰσθανόταν πιὰ τὸν πόνο αὐτῶν τῶν πραγμάτων· δὲν ἔβλεπε πιὰ τὴν ἄκαμπτη πόλη ποὺ ἔμοιαζε φασκιωμένη μὲ τοὺς χίλιους ἐπιδέσμους τῶν καναλιῶν τῆς.
Ἡ ἀλλοτινὴ πόλη, αὐτὴ ἡ Νεκρὴ Μπρυζ τῆς ὁποίας ἔνιωθε ἐπίσης τὴ χηρεία, τὸν περιέζωνε πιὰ μόνο μὲ μιὰ μελαγχολία ποὺ καὶ αὐτὴ ἔφθινε σιγὰ σιγὰ· διέσχιζε παρηγορημένος τὴ σιωπὴ τῆς σὰν νὰ εἶχε ἀναδυθεῖ καὶ ἡ ἴδια ἀπὸ τὸν τάφο της καὶ τοῦ προσφερόταν σὰν νέα πόλη ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὴν παλιά.

*

Ὦ, ἡ μελαγχολία τῶν γκρίζων δρόμων τῆς Μπρυζ, ὅπου ὅλες οἱ μέρες μοιάζουν μὲ τὴν ἡμέρα τῶν Ἁγίων Πάντων! Αὐτὸ τὸ γκρὶ ποὺ εἶναι σὰν νὰ φτιάχτηκε ἀπὸ τὴν ἀνάμειξη τοῦ λευκοῦ χρώματος ποὺ ἔχουν οἱ καλύπτρες τῶν μοναχῶν καὶ τοῦ μαύρου ἀπὸ τὰ ράσα τῶν ἱερέων, ἁπλώνεται καὶ μεταδίδεται ἀσταμάτητα! Μυστήριο γκρὶ ἑνὸς σχεδὸν αἰώνιου πένθους!
Γιατὶ παντοῦ, στὶς προσόψεις κατὰ μῆκος τῶν δρόμων καὶ μέχρι ἐκεῖ ποὺ δὲν φτάνει τὸ μάτι, ἐναλλάσσονται οἱ ἀποχρώσεις του: κάποιες ἔχουν ἕνα ἐπίχρισμα ἁπαλοῦ πράσινου χρώματος, ἄλλες τὸ χρῶμα ξέθωρων κεραμιδιῶν μὲ λευκοὺς ἀσβεστόλιθους ἀνάμεσα τους. Ἀλλὰ ἀκριβῶς δίπλα τους, κάποιες εἶναι μαῦρες σὰν νὰ εἶναι ζωγραφισμένες μὲ κάρβουνο, καμένες χαλκογραφίες ποὺ οἱ μελάνες τοὺς ἁπαλύνουν τὴ χρωματικὴ κλίμακα καὶ ἰσορροποῦν τὰ κάπως πιὸ φωτεινὰ χρώματα τῶν γειτονικῶν σπιτιῶν. Καὶ παρόλα αὐτά, ὑπάρχει ἡ ἐντύπωση ὅτι ὅλο αὐτὸ τὸ σύνολο εἶναι βυθισμένο μέσα στὸ γκρί, τὸ ὁποῖο ἐπιπλέει καὶ ἐπεκτείνεται κατὰ μῆκος τῶν τοίχων στὶς προκυμαῖες.
Ἐπίσης καὶ ὁ ἦχος ἀπὸ τὶς καμπάνες δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι μαῦρος. Ἀλλὰ ἁπαλὸς λιώνει μέσα στὸν χῶρο, σβήνει σιγὰ σιγὰ καὶ γίνεται γκρίζος ἦχος, περνᾶ ξυστὰ πάνω ἀπὸ τὸ νερὸ τῶν καναλιῶν, ἐξοστρακίζεται καὶ αἰωρεῖται πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια του.
Καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ νερό, παρὰ τὶς τόσες ἀντανακλάσεις του: τὸ γαλάζιο ἀπὸ τὰ κομμάτια τοῦ οὐρανοῦ, τὸ κόκκινο τῶν κεραμιδιῶν ἀπὸ τὶς στέγες, τὸ χιονόλευκο τῶν κύκνων ποὺ ἀρμενίζουν, τὸ πράσινο ἀπὸ τὶς περιφραγμένες λεῦκες στὶς ὄχθες, ἑνοποιεῖται καὶ σχηματίζει σιωπηλοὺς καὶ ἄχρωμους δρόμους.
Ἐκεῖ, θαρρεῖς ἀπὸ ἕνα θαῦμα τοῦ κλίματος, ὑπάρχει μιὰ αλληλοδιείσδυση τῶν χρωμάτων, κύριος οἶδε ποιὰ ἀτμοσφαιρικὴ χημεία ἐξουδετερώνει τοὺς πολὺ ζωηροὺς χρωματικοὺς τόνους καὶ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ὀνειρικὴ μονοχρωμία, σ’ ἕνα ἀμάλγαμα μιᾶς μάλλον γκρίζας ὑπνηλίας.

Ζορζ Ρόντενμπαχ, Μπρυζ, Η Νεκρή, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Σαιξπηρικόν

·

↑