προγραφές

Εξώφυλλο: Στέλιος Ξεφλούδας, Εσωτερική Βιογραφία

Ἡ μοναξιά μου ἧταν μιά συναισθηματική κατάσταση, ὅπως εἶναι ἡ θλίψη. Μέ κατακτούσε ὁλόκληρο, ἤμουνα ἕνας φυλακισμένος. Ὅ,τι βρισκόταν ἔξω ἀπό μένα καταντοῦσε ἀνύπαρκτο. Νέκρωναν οἱ αἰσθήσεις μου. Ζοῦσα μόνο αὐτό πού ἡπῆρχε μέσα μου. Παραδινόμουνα στη μνήμη καί τή φαντασία. Στούς κόσμους πού κυκλοφοροῦσα κανείς δέν μέ ρωτοῦσε ποιος εἶμαι, ποῦ πήγαινα, τί ζητοῦσα, κυκλοφοροῦσα σ’ αὐτούς έλεύθερος. Ἔκλεινα κάθε πύλη στά τείχη πού ὕψωνα γύρω μου, χωρίς ἐπάλξεις καί φρουρούς, γιά νά μήν περάσει κανείς, ἤμουνα μέσα τούς χωρίς νόμους καί ἀπαγορεύσεις. Δέν εἶχα ἀνάγκη νά μέ προστατέψουν τά ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Ἀποχωριζόμουνα ἀπ’ τῆ μονοτονία τῆς καθημερινότητας, τῆ θρυμμάτιζα καί τῆ σκορποῦσα στούς τέσσερις ἀνέμους. Ζωντάνευα ὅ,τι ἔφερνα μαζί μου ἀπό τότε πού ὑπάρχω: γεγονότα πού ἔμειναν στό βάθος τοῦ χρόνου ἐρειπωμένα, μοναδικές στιγμές πού δέν μποροῦν ποτέ νά ξεχαστοῦν, πρόσωπα ἀγαπημένα, θαμμένα στό βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἄκουγα τά βήματα τους, βάδιζα πλάι τους, τούς μιλοῦσα. Βρισκόμουνα ἔξω ἀπό ὅρια καί σύνορα. Ἡ μοναξιά γινόταν ἡ χώρα τῶν θαυμάτων, ὅπου ζοῦσα τῆ μαγεία τῆς αὐταπάτης.
Ἀνάμεσα στούς τέσσερις τοίχους πού ἔμεναν ἀσάλευτοι φρουροί μου, καταργοῦσα τίς ἀποστάσεις. Μεταφερόμουνα στό παρελθόν καί ζοῦσα τῆ φθαρμένη παρουσία τοῦ. Δέν εἶχα μέ κανένα νά μιλήσω παρά μοναχά μέ νεκρούς καί ἄψυχα. Οἱ τοῖχοι πού μ’ ἄκουγαν ἔμεναν βουβοί. Ὁ χρόνος ἔχανε τίς διαιρέσεις του. Τόν διέτρεχα χωρίς νά μετρῶ ὧρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, διέγραφα, στήν πορεία μου κύκλους, εὐθεῖες, τεθλασμένες, παλινδρομοῦσα, προχωροῦσα, ἔφτανα σέ περιοχές χωρίς ὄνομα, ἀνάμεσα σέ σκιές καί ὁράματα. Ὁλοκληρωτική ἀπογύμνωση ἀπό κάθε ζωντανή ὕπαρξη. Τά λόγια μοῦ ἦταν ἡ «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Μόνος μου μέ ποιόν ἄλλον θά μιλοῦσα ἀπ’ τόν ἑαυτό μου; Ὁ λόγος μου θά ’μένε ἕνας ἀτελείωτος μονόλογος, ἴδια φωνή, ἴδιος τόνος χωρίς ἔνταση, πάθος, εἰρωνεία, δραματικότητα. Ἤμουνα χωρίς κανένα σκοπό, ἕνας ἀπροσάρμοστος, ἐπαναστάτης δίχως ἐπανάσταση, αὐτοεξόριστος, αυτοέγκλειστος, καθηλωμένος στόν ἐλάχιστο χῶρο ἑνός τετραγώνου, γυμνός ἀπό ἐντυπώσεις, ἀνησυχίες, συναισθηματικές ἀντιδράσεις, ζωντανός μέσα στήν ἀπονέκρωσή μου. Ἄκουγα τόν ἑαυτό μου κι ἀπαντοῦσα μέ τῆ σιωπή μου. Ὁ ἐξομολογητής μου πού περίμενε ἀπάντηση ἤμουνα ὁ ἴδιος. Κι ἄν μποροῦσε κάποιος νά μ’ ἀκούσει θά ’ταν σά νά μήν ἄκουγε τίποτα. Ἤμουνα ἕνας παρείσακτος μέσα σ’ ἕναν κόσμο νεκρό, πού ἤθελα νά ζωντανέψω. Ὁ ἴσκιος μου πλάι μου μέ εἰρωνευόταν, ὅπως μετροῦσα τά βήματα μου στό δάπεδο τοῦ μικροῦ μου δωματίου καί ζοῦσα τίς αὐταπάτες μου.
Ἡ μοναξιά μου καταντοῦσε ἡ αὐτοκαταδίκη μου. Δέ μου ἔδινε καμιά δυνατότητα νά ξεπεράσω τό ἀδιέξοδο μου, ἦταν σάν νά ’μουνα ἄρρωστος, ὁ πυρετός νά ’καῖγε τό σῶμα μου, νέκρωναν τό θάρρος μου, ἡ βούλησή μου, οἱ δυνάμεις μου. Μένοντας «ἐνώπιος ἐνωπίω» καταντοῦσα ἕνας ἀρνητής τῆς ζωῆς, ἀποχωρισμένος ἀπό κάθε ἀντικειμενική πραγματικότητα σ’ ἕναν κόσμο χωρίς ἀνθρώπους, ἀναγκασμένος νά σωπαίνω ἤ νά μονολογῶ. Ἔφτανα σέ μιά τραγική ἀπομόνωση, σ’ ἕνα κενό ἀπό σκιές, ὁράματα καί νεκρούς, πού ποτέ δέ θά ζωντάνευαν. Ἀρνιόμουνα τό σῶμα μου. Ἡ ἀπομόνωση γίνεται ἕνας ζωντανός θάνατος. Ὅμως γιά νά ὑπάρχω πρέπει νά βρίσκομαι μ’ ὅ,τι ὑπάρχει, μέ καθετί πού συλλαμβάνουν οἱ αἰσθήσεις. Διαφορετικά ἐξαφανίζομαι στόν ἑαυτό μου, μένω γυμνός ὅπως τήν ὥρα πού γεννήθηκα. Δέν περιμένω κανένα οὔτε μέ περιμένει κανείς. Θέλω νά βγω ἀπ’ τό ἀδιαχώρητο, νά συναντήσω τόν ἄλλον ἑαυτό μοῦ, πού ἐγκατέλειψα χωρίς νά μπορεῖ νά μέ καλέσει. Ἡ φωνή πού πρέπει νά διασχίσει τό σῶμα μοῦ γιά νά φτάσει στήν ἐρημιά μου, γιά νά φτάσει στήν ἀκοή μοη. Ποιός θά τόν ἄκουγε ἄν δέν τόν ἄκουγα ὁ ἴδιος; Κι ἄν τόν ἄκουγαν οἱ ἄλλοι πώς θά πίστευαν κάποιον πού καλεῖ τόν χαμένο ἑαυτό του;
Ἀναρωτιόμουνα ἄν γιά νά εἶμαι ἄνθρωπος, ἔπρεπε νά εἶχα τῆ δύναμη νά μείνω μόνος. Ἴσως ἔτσι θά μποροῦσα νά διατηρήσω τήν ἀκεραιότητα μου. Κάθε μέρα βρισκόμουνα ἀντιμέτωπος μέ διαταγές καί ἀπαγορεύσεις. Ὑπῆρχαν ὅρια πού δέν εἶχα δικαίωμα νά τά ξεπεράσω, περιθώρια πού δέν ἐπιτρεπόταν νά βγω ἔξω ἀπ’ αὐτά. Ὅμως καί ἡ μοναξιά μου εἶχε τά δικά τῆς ὅρια, ἦταν μιά κατάσταση αὐτοπεριορισμοῦ. Ἐξακολουθοῦσε νά συγκρούεται μέσα μου ὁ ἄγγελος μέ τόν δαίμονα, ὑπῆρχε ὁ Θεός κι ἔπρεπε νά ὑπακούσω στίς ἐντολές του. Καί στήν ἔρημο ἄν κατάφευγα θά ξυπνοῦσαν οἱ ἐπιθυμίες μου, θά ἐπαναστατοῦσαν οἱ αἰσθήσεις μου, θά ζητοῦσε νά γυρίσω κοντά στούς ἀνθρώπους.

Στέλιος Ξεφλούδας, Εσωτερική Βιογραφία, εκδ. Φιλιππότη

·

↑