
'Η αλλαγή του ονόματος ενός κρατικού συμβόλου ιστορικά έχει γίνει δύο φορές. Η πρώτη φορά αφορά στην Ελλάδα. Ο Όθων έφερε τον τίτλο «Βασιλεύς της Ελλάδος». Όταν ανήλθε στον θρόνο ο Γεώργιος Α΄, ακολουθώντας το αντίστοιχο παράδειγμα του Λουδοβίκου-Φιλίππου της Γαλλίας, θέλησε να ονομασθεί «Βασιλεύς των Ελλήνων - Roi de Grecs». Η Πύλη δήλωσε ότι δεν θα μπορούσε να δεχθεί τη νέα ονομασία, διότι θεωρούσε ότι στον όρο Έλληνες-Grecs περιλαμβάνονταν και οι ελληνικής εθνικότητας Οθωμανοί υπήκοοι. Τελικώς, ο Γεώργιος Α΄ υποχρεώθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να χρησιμοποιεί στα γαλλικά τον όρο «Roi des Hellènes». Στην ελληνική του μετάφραση δεν υπήρχε βεβαίως διαφορά εν σχέσει προς την αρχικώς επιλεγείσα ονομασία. Ο όρος όμως Hellènes θεωρήθηκε ότι περιόριζε την εξουσία του Γεωργίου στους υπηκόους του ελληνικού βασιλείου, ούτως ώστε να ικανοποιηθεί η Πύλη.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην Αυστρία. Τον Νοέμβριο του 1918 και εν μέσω της διαλύσεως της Αυστροουγγαρίας, οι βουλευτές των γερμανόφωνων περιοχών της αυτοκρατορίας κήρυξαν τη δημιουργία της «Γερμανικής Αυτοκρατορίας» [Deutsch-Österreich]. Ακολούθως, το άρθρο 61 του γερμανικού Συντάγματος της Βαϊμάρης του Ιουλίου του 1919 ονόμαζε το κράτος «Γερμανική Αυστρία» και αναφερόταν στη δυνατότητα ένωσής του με τη γερμανική κοινοπολιτεία. Οι συμμαχικές δυνάμεις αντέδρασαν έντονα. Επέβαλαν στη Γερμανία να ανακοινώσει το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ότι το άρθρο 61 του Συντάγματος είναι τελείως άκυρο. Παράλληλα, με τη Συνθήκη του Αγίου Γερμανού (Σεπτέμβριος 1919), ορίσθηκε ρητώς ότι το όνομα του νέου κράτους είναι «Αυστρία». Το άρθρο 88 της Συνθήκης απαγόρευε οποιαδήποτε αλλαγή του καθεστώτος ανεξαρτησίας του νέου κράτους χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών.
Αντιθέτως, η Βρετανία δεν υπήρξε εξ ίσου επιτυχής στη διαμάχη που έχει με την Ιρλανδία σχετικώς με το όνομα που χρησιμοποιεί η τελευταία. Το 1922, είκοσι έξι κομητείες του νησιού της Ιρλανδίας ίδρυσαν το «Ιρλανδικό Ελεύθερο Κράτος» [Irish Free State]. Το 1937, το κράτος μετονομάσθηκε σε «Έιρε» και στα αγγλικά σε «Ιρλανδία». Το «Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας της Ιρλανδίας και των Βρετανικών Κτήσεων πέραν των Θαλασσών», όπως ήταν τότε ο πλήρης τίτλος, θεώρησε ότι το όνομα Ιρλανδία συνιστούσε ευθεία απειλή του νέου κράτους ως προς το έδαφος της Βορείου Ιρλανδίας. Κατόπιν τούτου, ουδέποτε απεκάλεσε το γειτονικό κράτος «Ιρλανδία», αλλά επέλεξε να το αποκαλεί «Έιρε». Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ηνωμένο Βασίλειο άλλαξε το όνομά του σε «Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας». Παράλληλα, επέλεξε να χρησιμοποιεί τον όρο «Δημοκρατία της Ιρλανδίας» για να αποκαλεί το έτερο κράτος. Η ίδια η Ιρλανδία συνέχισε να χρησιμοποιεί παντού τον όρο «Ιρλανδία». Μόλις το 1998, με τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής, η Βρετανία δέχθηκε να υπογράψει συμφωνία όπου η κυβέρνηση της άλλης πλευράς αποκαλείται «κυβέρνηση της Ιρλανδίας». Παράλληλα, η Ιρλανδία διευκρίνισε ρητώς ότι δεν έχει εδαφικές βλέψεις στο έδαφος της Βορείου Ιρλανδίας. Το θέμα επανήλθε στην επιφάνεια μετά το Brexit και το καθεστώς των συνόρων που θα υπάρχει ανάμεσα σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία.
Από τα τρία προαναφερόμενα παραδείγματα προκύπτει με σαφήνεια ότι η αλλαγή του ονόματος ενός κράτους δεν είναι κάτι το συνηθισμένο. Στην πιο τρανταχτή προηγούμενη περίπτωση, συνέβη από τις νικήτριες δυνάμεις της Αντάντ αμέσως μετά το τέλος ενός καταστροφικού πολέμου. Η Βρετανία δεν είχε την ίδια επιτυχία με την Ιρλανδία. Δυστυχώς, η αντικειμενικά μεγάλη ελληνική επιτυχία αυτοαναιρέθηκε από την αναγνώριση «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας».'
'Erga omnes είναι ένας λατινικός όρος που χρησιμοποιείται στο Διεθνές Δίκαιο και σημαίνει «έναντι όλων» ή «για όλες τις χρήσεις». Ως όρος υιοθετήθηκε από την ελληνική πλευρά τη δεκαετία του 2000 και ακούσθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική Βουλή το 2007 κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της τότε κυβερνήσεως. Προήλθε από τις προτάσεις Νίμιτς το 2005. Η λογική του erga omnes τότε ήταν ότι η ΠΓΔΜ θα υιοθετήσει ένα όνομα (ο Νίμιτς είχε προτείνει το όνομα Republika Makedonija-Skopjie) που θα χρησιμοποιείται για κάθε διεθνή χρήση, δηλαδή και στον ΟΗΕ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς και στο επίπεδο των διμερών σχέσεων της ΠΓΔΜ με άλλα κράτη. Το συνταγματικό όνομα της ΠΓΔΜ θα συνέχιζε να χρησιμοποιείται αποκλειστικώς στο εσωτερικό της, που εσήμαινε ότι δεν απαιτείτο συνταγματική αλλαγή. Η θέση της τότε ελληνικής κυβερνήσεως ήταν ότι «η πρόταση δεν ικανοποιεί πλήρως τις ελληνικές θέσεις, αλλά θα ήμασταν έτοιμοι να την αποδεχθούμε ως βάση για μια λύση».
Είναι γεγονός ότι με τη Συμφωνία των Πρεσπών η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατόρθωσε να κάνει τη χρήση της σύνθετης ονομασίας erga omnes όχι μόνον στις διεθνείς σχέσεις της ΠΓΔΜ, αλλά και στο εσωτερικό της, υποχρεώνοντας την τελευταία να προβεί σε συνταγματικές τροποποιήσεις. Αυτό είναι κάτι που δεν είχαν επιτύχει κατά τις διαπραγματεύσεις οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις και δεν είναι και σαφές εάν το επεδίωκαν. Πρόκειται όμως για μία λύση erga omnes;
Μετά το 1991, η προσοχή και οι προσπάθειες της Ελλάδας επικεντρώθηκαν στο θέμα του ονόματος της χώρας. Το όνομα της χώρας δεν είναι ανεξάρτητο από το όνομα του σλαβικού λαού που κατοικεί σε αυτή τη χώρα. Εδώ το Μακεδονικό έχει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος, που εξάπτει τα πάθη και στο οποίο δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στην Ελλάδα, αφορά στην παραχάραξη της ιστορίας. Η απαίτηση των Σλαβομακεδόνων να διεκδικούν τον Μέγα Αλέξανδρο και το ελληνικό ιστορικό παρελθόν είναι προκλητική, διότι είναι τόσο ανεδαφική. Η έξαρση των παθών γύρω από ένα ιστορικό θέμα δεν πρέπει να εκπλήσσει. Αντίστοιχα βλέπουμε μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων σχετικώς με την Ιερουσαλήμ.
Το άλλο σκέλος, που παραμελούμε (και εν πολλοίς αγνοούμε), είναι αυτό που σχετίζεται με το ιδεολόγημα του «μακεδονισμού», που παράγει αστάθεια στα Βαλκάνια. Από τη δεκαετία του 1930, η Κομμουνιστική Διεθνής μίλησε για το «μακεδονικό έθνος» που τριχοτομήθηκε μεταξύ Γιουγκοσλαβίας, Ελλάδας και Βουλγαρίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αρκετοί, εάν όχι οι περισσότεροι, Σλαβομακεδόνες αυτοπροσδιορίζονταν ως Βούλγαροι. Η προσπάθεια για δημιουργία ξεχωριστού έθνους ξεκινά τότε και κορυφώνεται στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο μετά το 1944. Η αντίληψη του διαμελισμένου «μακεδονικού έθνους» προϋπήρξε της δημιουργίας της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία το 1944, αλλά και της ανεξαρτησίας της χώρας το 1991. Το διαμελισμένο έθνος μέσω της χρήσεως του προσδιορισμού «μακεδονικού» αναζητεί αλύτρωτους αδελφούς στα γειτονικά τμήματα της γεωγραφικής Μακεδονίας που πρέπει να ελευθερώσει. Δεν είναι μόνον το όνομα «Μακεδονία» όχημα της διεκδικήσεως. Αντίστοιχα τέτοια οχήματα είναι και οι επιθετικοί προσδιορισμοί «Μακεδόνας» ή «μακεδονικός» και η μονοπώλησή τους από τους κατοίκους της ΠΓΔΜ.
Κατά συνέπειτα, το erga omnes χάνεται κατ’ ουσίαν όταν η Ελλάδα ρητώς αναγνωρίζει με τη Συμφωνία των Πρεσπών ότι άλλο είναι το όνομα του κράτους: «Βόρεια Μακεδονία», άλλο είναι το όνομα των πολιτών: «Μακεδόνες / πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας», και άλλο είναι το όνομα της γλώσσας: «μακεδονική». Η αναφορά στον όρο erga omnes καθίσταται χωρίς αντίκρισμα.'
Άγγελος Συρίγος & Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό, εκδ. Πατάκη

'ΓΙΑ ΑΡΚΕΤΟΥΣ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ἡ ὕπαρξη ἐρωτικῆς λογοτεχνίας στὸν δυτικὸ ἤ στὸν ἀνατολικὸ μεσαιωνικὸ κόσμο ( τὰ Carmina burana, γιὰ παράδειγμα, ἤ οἱ Χίλιες καὶ μιὰ νύχτες ἀντίστοιχα ) δὲν προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἔκπληξη. Γιὰ τοὺς περισσότερους, ὅμως, ἡ ἰδέα καὶ μόνο τῆς ὕπαρξης ἐρωτικῆς λογοτεχνίας στὸ Βυζάντιο φαντάζει σὰν κάτι ἀδιανόητο, ἄν ὄχι καὶ ἐξωφρενικό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἀντιτίθεται στὴν παραδεδομένη εἰκόνα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν βυζαντινὸ πολιτισμό. Τὰ πράγματα, φυσικά, δὲν εἶναι οὔτε τόσο ἁπλὰ οὔτε τόσο ἀσπρόμαυρα. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε ( ἄν τὸ εἴχαμε ποτὲ συνειδητοποιήσει ! ) ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἐρωτικὴ λογοτεχνία –τὰ σκαμπρόζικα ἑλληνιστικὰ ἐπιγράμματα, οἱ ἐρεθιστικὲς ἀφηγήσεις τῶν σαρκικῶν συνευρέσεων θεῶν καὶ ἀνθρώπων, τὰ πονηρὰ μυθιστορήματα τῆς Δεύτερης Σοφιστικῆς– μᾶς σώζονται ἀποκλειστικὰ σὲ βυζαντινὰ χειρόγραφα ποὺ μερικά τους εἶναι γραμμένα ἀπὸ τὸ χέρι κορυφαίων λογίων –λαϊκῶν καὶ κληρικῶν– τῆς μεσοβυζαντινῆς καὶ ὑστεροβυζαντινῆς ἐποχῆς ( 10ος-14ος αἰώνας ).
Ἀκόμη περισσότερο δὲν μᾶς περνᾶ ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἡ ἰδέα ὅτι ἡ βυζαντινὴ ἐρωτικὴ λογοτεχνία μπορεῖ νὰ μελετηθεῖ σοβαρὰ ὡς κοινωνικὸ καὶ πολιτισμικὸ φαινόμενο ἐντὸς τοῦ μεσαιωνικοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Αὐτὸ συμβαίνει, ἐπειδή, συνήθως, δὲν προσεγγίζουμε τὴ λογοτεχνία ἀπὸ μιὰ ἱστορικὴ ὀπτική γωνία, ἀλλὰ τὴ διαβάζουμε μόνο ὡς αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα, ἐνῶ, παράλληλα, δὲν προσεγγίζουμε ἱστορικὰ θέματα μέσα ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς λογοτεχνίας. Ὡστόσο, ἡ λογοτεχνία δημιουργεῖται μέσα σὲ συγκεκριμένα ἱστορικὰ συμφραζόμενα. Σὲ περιόδους, μάλιστα, κρίσεων καὶ ἀλλαγῶν ἡ λογοτεχνία συνδέεται στενὰ μὲ μείζονες κοινωνικὲς καὶ ἱδεολογικὲς διεργασίες, διαμορφώνοντας πολλὲς φορὲς τὸ εὐρύτερο πολιτισμικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἐπιτελοῦνται οἱ διεργασίες αὐτές. Ἑπομένως, ἡ ἐξέταση ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ζητήματος –καί, μάλιστα, ἑνὸς « παράδοξου » ζητήματος ὅπως ἡ βυζαντινὴ ἐρωτικὴ μυθοπλασία– μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀνιχνεύσουμε καθαρῶς ἱστορικὰ ἐρωτήματα : Ποιά εἶναι ἡ κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ θέση τῆς ἐρωτικῆς μυθοπλασίας στὸν βυζαντινὸ πολιτισμό ; Ποιές εἶναι οἱ ἰδεολογικὲς καὶ αἰσθητικὲς συγκλίσεις καὶ ἀποκλίσεις ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἐρωτικὲς διηγήσεις ἀνάμεσα στὸν βυζαντινὸ καὶ τὸν ὑπόλοιπο μεσαιωνικὸ κόσμο ;
Οἱ ἐρωτικὲς αὐτὲς διηγήσεις, πού, ἀκολουθώντας μιὰ ἀγγλοσαξονικὴ συνήθεια, συμβατικὰ ὀνομάζουμε σήμερα « μυθιστορήματα » ( novels ) ἤ « μυθιστορίες » ( romances ), προσφέρονται μὲ ἰδεώδη τρόπο γιὰ μιὰ τέτοιου εἴδους συγκριτικὴ ἐξέταση. Πρῶτον, ἡ συγγραφὴ ἐρωτικῶν διηγήσεων στὸ Βυζάντιο διατρέχει σχεδὸν τετρακόσια χρόνια ἀπὸ τὸν δωδέκατο ὥς καὶ τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, πράγμα ποὺ διευκολύνει μιὰ συνολικότερη διαχρονικὴ προσέγγιση. Δεύτερον, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τεσσάρων αὐτῶν αἰώνων γράφονται ἐρωτικὰ μυθιστορήματα τόσο στὴ γαλλικὴ καὶ τὴν ἀγγλονορμανδικὴ Δύση, ὅσο καὶ στὴν ἀραβικὴ καὶ τὴν περσικὴ Ἀνατολή, γεγονὸς ποὺ ἐπιτρέπει καὶ μιὰ εὐρύτερη συγχρονικὴ προσέγγιση ὅλων αὐτῶν τῶν ἀφηγηματικῶν κειμένων. Ἡ γεωγραφία τῆς μεσαιωνικῆς μυθοπλασίας ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν « Περσία » ( ἔτσι ὀνόμαζαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ ἀνατολικὰ τοῦ Εὐφράτη καὶ μέχρι τὰ βόρεια ἄκρα τῆς ἀραβικῆς ἐρήμου ) ἕως τὴ « Φραγκία » ( ἔτσι ὀνόμαζαν πάλι οἱ Βυζαντινοὶ τὴν Εὐρώπη βόρεια καὶ δυτικὰ τῶν Ἄλπεων ). Καὶ αὐτὸ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τυχαῖο καθὼς αὐτὸς ὁ γεωγραφικὸς ἄξονας ἀντικατοπτρίζεται καὶ στὴ μυθοπλαστικὴ γεωγραφία τῶν ἴδιων τῶν βυζαντινῶν ἐρωτικῶν διηγήσεων τῶν ὁποίων οἱ πλοκὲς ἀντίστοιχα ἐκτυλίσσονται σὲ μέρη ἀπὸ τὴν Περσία ὥς τὴ Φραγκία, φέρνοντας κατὰ ἕναν παράξενο καὶ ἄκρως κειμενικὸ τρόπο τὰ δύο αὐτὰ ἄκρα τῆς μεσαιωνικῆς γεωγραφίας κοντύτερα [...].
Στὸν χάρτη τῆς βυζαντινῆς ἐρωτικῆς μυθοπλασίας προβάλλει ὡς μεῖζον ὁρόσημο ἡ ἅλλωση τῆς Κωσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς ἱππότες τῆς Τετάρτης Σταυροφορίας καὶ τὸν Ἐνετικὸ Στόλο τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1204. Οἱ παλαιότεροι μελετητὲς ἔβλεπαν τὸ ὁρόσημο αὐτὸ νὰ διαχωρίζει σὰν ἀδιαπέραστο τεῖχος τὴν ἐρωτικὴ λογοτεχνία σὲ δύο ἄσχετες μεταξύ τους χωροχρονικὲς περιοχές : τὸν κομνήνειο δωδέκατο αἰώνα στὴν πρωτεύουσα καὶ τὸν παλαιολόγειο δέκατο τέταρτο αἰώνα στὶς φραγκοκρατούμενες περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας καὶ τῶν νησιῶν τοῦ Νότιου Αἰγαίου. Ὡστόσο, κανένα ὁρόσημο δὲν λειτουργεῖ μὲ αὐτὸν τὸν στεγανοποιητικὸ τρόπο μέσα στὸν χωροχρόνο τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι.'
Παναγιώτης Αγαπητός, Η Ερωτική Διήγηση στα Βυζαντινά Χρόνια: Περσία - Βυζάντιο - Φραγκία, εκδ. Άγρα
Clip from Laurent Bouhnik’s Sélect Hôtel (1996)

'Ὁ σεισμός τῆς Λισσαβόνας τοῦ 1755 πυροδότησε μιάν ἀσυνήθιστη ἰδεολογική κρίση στήν Εὐρώπη, ἰδιαίτερα στή Γαλλία. Τό φονικό καί παράλογο αὐτό συμβάν (ἡ ὁλοκληρωτική καταστροφή μιᾶς πόλης μέ 20.000 νεκρούς) ἦρθε νά ἀμφισβητήσει τήν ὀπτιμιστική (καί κομφορμιστική) ἰδεολογία τοῦ Λάιμπνιτς πώς «ζοῦμε στόν καλύτερο δυνατό κόσμο» καί τοῦ Ἀλεξάντερ Πόουπ πώς «ὅ,τι ὑπάρχει εἶναι σωστό», καθώς καί ὁλόκληρη τήν άντίληψη περί θείας Πρόνοιας. Ὁ Βολταῖρος παρουσίασε τόν Δόκτορα Πάγγλωσο, τόν φιλόσοφο τοῦ ἀνόητου ὁπτιμισμοῦ, νά πεθαίνει στόν σεισμό τῆς Λισσαβόνας. Ἔτσι, κατά τόν Λούκατς, οἱ συνέπειες τοῦ πολέμου στό Βιετνάμ ἦταν, κατ’ ἀναλογίαν, οἱ ἑξῆς: Πρῶτον, τό τέρμα τῶν αἰσιόδοξων ψευδαισθήσεων γιά μιά «περίοδο εῖρήνης» σέ παγκόσμια κλίμακα – ψευδαισθήσεις πού ὁ ἴδιος ἔτρεφε από τό 1956. Τέλος, καί πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ ἐμφάνιση μιᾶς τεράστιας κρίσης ἀξιῶν, μιά ριζική ἀμφισβήτηη τῆς ἰμπεριαλιστιῆς ἰδεολογίας, ἡ ὁποία θά μποροῦσε, στό μέλλον, νά μεταβληθεῖ σέ ἕνα μαζικό ἐπαναστατικό κύμα διεθνῶν διαστάσεων. Δέν πρόκειται πλέον γιά τή μεσσιανική ἐλπίδα ἄμεσης ἐπανάστασης πού ἔτρεφε ὁ Λούκατς τό 1919, ὡστόσο, γιά πρώτη φορά ἀπό τή δεκατία τοῦ 1920, ἄρχισε νά συλλαμβάνει τήν παγκόσμια έπανάσταση ὡς μια πραγματική ἱστορική προοπτική, στόν παρόντα αἰώνα.
Ὁ Λούκατς ἄρχισε τώρα νά κριτικάρει τά ρεφορμιστικά ἐργατικά κόμματα: τή σοσιαλδημοκρατία, τῆς ὁποίας ἡ πολιτική στή Γερμανία ἐπί πενήντα χρόνια ὑπῆρξε ἁπλῶς μιά «σειρά συνθηκολογήσεων», καθώς καί τά κομμουνιστικά κόμματα:
Στή Γερμανία τά κόμματα, καί δυστυχῶς αὐτό ἰσχύει καί γιά τό ἴδιο τό Κομμουνιστικό Κόμμα, ἐξαιτίας τοῦ ἀποκλειστικοῦ προσανατολισμοῦ τους σέ ἀποφάσεις τακτικῆς ὅσο καί ἐξαιτίας τῆς ἀπώλειας ἐκ μέρους τους μιᾶς μεγάλης ἱστορικῆς προοπτικῆς, δέν ἐνεργοῦν πλέον ὡς πόλος ἕλξης γιά τούς νέους.
Ἄρχισε νά βλέπει μέ συμπάθεια καί μέ (κριτικό) ἐνδιαφέρον τό φοιτητικό κίνημα. Ἀρνήθηκε νά χαρακτηρίσει αὐτά τά ριζοσπαστικοποιημένα φοιτητικά ρεύματα ὡς «ἀριστερίστικα» – μιά βολική ἔκφραση πού χρησιμοποιήθηκε πολύ συχνά ἀπό τήν ἡγεσία τῶν παραδοσιακῶν κομμουνιστικῶν κομμάτων. Ἀντίθετα δήλωνε ὅτι: «Ὅποιος θά πίστευε ὅτι μπορεῖ νά ἐφαρμόσει στήν ἀμερικάνικη νεολαία τοῦ 1969 ὅ,τι λέει ἕνα βιβλίο τοῦ Λένιν γραμμένο τό 1920 ἤ ὅτι ἡ κριτική τοῦ Λένιν στόν [«ἀριστεριστή» τῆς ἐποχῆς του] Ρόλαντ Χόλστ μπορεῖ νἀ ἰσχύει καί γιά τά Ντούτσκε θά ἔκανε ὀλέθριο λάθος». Σέ ριζική ἀντίθεση μέ τή γραφειοκρατική γραμμή γιά τόν «τυχοδιωκτικό», «χειραγωγικό» ἤ ἀκόμη καί «προβοκατόρικο» χαρακτήρα τῶν νεαρῶν «ἀριστεριστῶν», ὁ Λούκατς δηλώνει κατηγορηματικά:
Πιστεύω ὅτι αὐτό τό φοιτητικό κίνημα πού ἀναδύεται, ὄχι μόνο στή Γερμανία ἀλλά σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, εἶναι ἕνα ἐξαιρετικά «θετικό φαινόμενο», τό ὁποῖο πρέπει νά κατανοηθεῖ ὡς τό προϊόν μιᾶς ταυτόχρονης κρίσης στά δύο συστήματα πού θριάμβευσαν κατά τόν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: τόν σταλινισμό καί τόν «ἀμερικάνικο τρόπο ζωής».
Στίς 4 Ἰουνῖου τοῦ 1971 ὁ θάνατος ἦρθε νά σταματήσει, στό ξεκίνημά της, αὐτή τήν καταληκτική «ἐπιστροφή στίς πρῶτες ἀρχές»· ὕστερα ἀπό μισόν αἰώνα «συμφιλιώσεων» καί «χαμένων ψευδαισθήσεων», ὁ Λούκατς, κατά τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἀρχίζει νά ἀνακαλύπτει καί πάλι τίς δυνατές ἐλπίδες, τήν κόκκινη φλόγα πού φλόγιζε τόν Λαϊκό Ἐπίτροπο τοῦ 1919.᾽
Μίκαελ Λεβί, Ο Λούκατς και ο Σταλινισμός, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος
* * *
'Ὁ Λούκατς ἀνήκει στήν ὁμάδα ἐκείνων τῶν στοχαστῶν πού δέν ἀποποιήθηκαν τή «στράτευση τοῦ πνεύματος», παρά τό κόστος καί τούς κινδύνους πού συνόδευαν πάντοτε τη «στράτευση» τῶν φιλοσόφων – ἀπό τόν Πλάτωνα ἕως τόν Χάιντεγκερ. Στό κείμενο πού μεταφράζουμε θά παρακολουθήσουμε τήν ἰδεολογική ὀδύσσεια τοῦ Λούκατς ἡ ὁποία, ὅπως τήν ἀφηγεῖται ὁ Μίκαελ Λαίβυ, φάνηκε νά καταλήγει κάποτε στήν Ἰθάκη τῆς νεότητάς του – πέρ’ ἀπό τίς Συμπληγάδες «τῶν δύο συστημάτων πού θριάμβευσαν κατά τόν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: τόν σταλινισμό καί τόν “αμερικάνικο τρόπο ζωῆς”».
Βέβαια, ὁ Λούκατς δέν ἔζησε ὤς τήν παρούσα φᾶση τῆς «παγκοσμιοποίησης» γιά νά διαπιστώσει τή συνάντηση τῶν δύο «συστημάτων» σέ ἕνα καί μοναδικό, τήν πλήρη συγχώνευση τῆς Σκύλλας τοῦ σταλινισμοῦ μέ τή Χάρυβδη τῆς χρηματιστικῆς μονοκρατορίας. Ὁ ὠμός, ἀκατέργαστος σταλινισμός, παρά τό γεγονός ὅτι ἀπό καιρό βρίσκεται (ἐπί θεωρητικοῦ ἐπιπέδου) στά ἀπόβλητα τῆς ἱστορίας, ἐπανεμφανίζεται (μιλᾶμε τώρα γιά τή χώρα μας) ὡς ἕνα εἶδος ἰδεολογικοῦ παλαιοημερολογητισμοῦ ἀπελπισμένων ἀνθρώπων, ἀποπροσανατολισμένων, χαμένων ψυχῶν πού παραδέρνουν μέσα στά ἀδιέξοδα τῆς ὁσημέραι ἐντεινόμενης πολιτικῆς ἀναποτελεσματικότητας καί ἀνυποληψίας. Αὐτός ὁ φανταστικός «σταλινισμός» βρίσκει πρόσφορο ἔδαφος ὄχι μόνο στούς κόλπους τοῦ ἐκφυλισμένου πλέον «κομμουνιστικοῦ» κόμματος ἀλλά, ἀπροσδοκήτως πλήν εὐλόγως, καί στόν πυρήνα, στή βαθύτερη σκέψη τοῦ «συστήματος»: σέ πονήματα νεόκοπων «ἀντικειμενικῶν» μελετητῶν καί «ἀναθεωρητῶν» τῆς νεώτερης ἱστορίας, ἑντός καί ἐκτός πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύουν καί ἀξιοποιοῦν (ἀντιστρέφοντας ἐνίοτε τά ἱδεολογικά πρόσημα) τόν παρελθόντα σταλινισμό ὡς ἄλλοθι τοῦ παρόντος ἀντικομμουνισμοῦ (τους). Καί μποροῦν νά προβαίνουν σέ τέτοιου εἶδους «ἀναθεωρητικές» λαθροχειρίες ἐπειδή ἀκριβῶς ἔχουν ὡς ἄτυπους συμμαχητές, συνεταίρους ἤ συμπαῖκτες τά θλιβερά ἐγγόνια καί δισέγγονα τοῦ Στάλιν –εἴτε πρόκειται γιά τούς σημερινούς «κομμουνιστές» οἱ ὁποῖοι τελοῦν ἀνά τακτικά διαστήματα τό τελετουργικό τῆς «ἐπαναστατικῆς γυμναστικῆς» τους κραδαίνοντας καί μαγαρίζοντας σύμβολα καί λάβαρα πού δέν τούς ἀνήκουν, εἴτε πρόκειται γιά αὐτοματισμένους πρώην ἀριστερούς πού σπεύδουν νά προλάβουνε τό τραῖνο τῆς «προόδου» ἐνώνοντας τή μίζερη θρηνωδία τους μέ τή θριαμβεύουσα χορωδία τοῦ «προοδευτικοῦ» ἀντικομμουνισμοῦ.'
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, από το 'Σημείωμα του Μεταφραστή' της έκδοσης

'Αν γνώριζα πλήρως τον εαυτό μου, Κύριε, αν μπορούσα να ανακαλύψω όσα μέσα μου είναι σχολαστικά και εγωκεντρικά, όσα είναι με οποιονδήποτε τρόπο ανειλικρινή, τότε τι θα γινόμουν; Αλλά πώς θα διαχειριζόμουν τα συναισθήματα που γίνονται πότε φόβος και πότε χαρά και βρίσκονται τόσο βαθιά εντός μου, που δεν μπορεί να συλλάβει ο νους μου; Φοβάμαι τα ύπουλα χέρια, Κύριε, που ψαχουλεύουν στο σκοτάδι της ψυχής μου. Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με. Σε παρακαλώ, γίνε το πέπλο στην είσοδο του περάσματος. Κρατώ την πίστη μου από οκνηρία, Κύριε; Αυτή η ιδέα, ωστόσο, θα άρεσε σε κάποιον που μόνο να σκέφτεται μπορεί.'
'Πρέπει να καταγράψω, είμαι προορισμένη να γίνω καλλιτέχνης. Όχι με την έννοια της αισθητικής εκζήτησης, αλλά με την έννοια της αισθητικής μαστοριάς· αλλιώς θα νιώθω τη μοναξιά μου συνεχώς - όπως σήμερα. Ο όρος «μαστοριά» αφορά την προσέγγιση του έργου από τεχνική άποψη, ενώ ο όρος «αισθητική» την προσέγγιση της αλήθειας. Προσέγγιση. Θα είναι ένας ισόβιος αγώνας δίχως τέλος. Όταν κάτι έχει τελειώσει, δεν μας ανήκει πια. Τίποτα δεν μας ανήκεις εκτός από τον αγώνα. Ξοδεύουμε όλη μας τη ζωή για να κάνουμε κτήμα μας τον αγώνα, μα ο αγώνας αξίζει μόνο αν δίνεται με αφοσίωση κι αν οδηγείται προς ένα οριστικό τέλος πέρα από την παρούσα ζωή. Θέλω να γίνω ο καλύτερος καλλιτέχνης που μπορώ, υπό τη σκέπη του Θεού.
Δεν θέλω να νιώθω μόνη σ’ όλη μου τη ζωή, όμως οι άλλοι μάς επιτείνουν απλώς τη μοναξιά θυμίζοντάς μας τον Θεό. Σε παρακαλώ, Κύριε, βοήθησέ με να γίνω καλλιτέχνης, Σε παρακαλώ, κάνε η τέχνη να οδηγήσει σε Σένα.'
'Οι σκέψεις μου είναι πολύ μακριά από τον Θεό. Καλύτερα να μη με είχε πλάσει. Και το συναίσθημα που πασχίζω να ζωντανέψω γράφοντας στο ημερολόγιο διαρκεί πάνω κάτω μισή ώρα και μου φαίνεται κίβδηλο. Δεν θέλω τέτοια συναισθήματα, ψεύτικα κι επιφανειακά σαν αυτά που εξάπτει η χορωδία της εκκλησίας. Σήμερα φάνηκα λαίμαργη - για σκωτζέζικα μπισκότα βρόμης και ερωτικές σκέψεις. Δεν έχω τίποτε άλλο να πω.'
Φλάνερι Ο’Κόνορ, Ημερολόγιο Προσευχής, μτφρ. Γιάννης Παλαβός, εκδ. Αντίποδες
* * *
'Η Φλάννερυ Ο’Κόννορ μπορεί στο ημερολόγιο προσευχής να προσεύχεται να της δοθεί η τέχνη του γραψίματος, υπάρχει όμως κάτι που το βάζει πάνω και από αυτήν την τέχνη, που το θεωρεί σχεδόν προϋπόθεσή της: ο πόνος, η οδύνη. Θεωρεί τον πόνο τόσο υψηλότερο που δεν κρίνει τον εαυτό της άξιο να τον ζητήσει και να τον λάβει ή που, ακόμη κι αν τον λάβει τώρα, η πνευματική της κατάσταση είναι τόσο χαμηλή που δεν θα είναι σε θέση να αναγνωρίσει καν ότι τον έλαβε. Τούτο το προσευχητάρι είναι μια διαρκής εκζήτηση της Χάρης του Θεού, και ο πόνος, πιστεύει η συγγραφέας του, αποτελεί προϋπόθεσή της [...]. Δεν μπορούσε άρα ούτε η κριτική και αντισυμβατική Φλάννερυ Ο’Κόννορ να αποφύγει το λάθος που έκαναν τόσοι χριστιανοί, να πιστεύει δηλαδή ότι θα μπορούσε και θα έπρεπε να ζητήσει από τον αρχηγό της ζωής τον πόνο. Ακόμη και ο αγαπημένος της Πασκάλ, στο διάσημο και ασφαλώς σπουδαίο κείμενό του «Prière pour demander à dieu le bon usage des maladies», θεωρεί τον πόνο ανταμοιβή των αγίων και φτάνει να μιλάει και για απόλαυση της οδύνης, αφού χάρις σε αυτήν μετέχει ο πιστός στον πόνο του Χριστού. Πρόκειται για μοιραίο πνευματικό λάθος, που πηγή του έχει ακριβώς την ιδέα ότι ο πόνος αποτελεί μετοχή στο Πάθος του Χριστού. Δεν υπάρχει παρανόηση της χριστιανικής διδασκαλίας μεγαλύτερη από αυτή: ο Χριστός έπαθε μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, ακριβώς για να μην παθαίνουν και να μην παθαίνουν οι άνθρωποι. Ας μου δείξει κάποιος μια έστω προσευχή της Εκκλησίας με την οποία να ζητάμε αρρώστιες, πόνο και βάσανα. Για το αντίθετο ακριβώς προσευχόμαστε σε όλες τις προσευχές της Εκκλησίας. Η εκζήτηση της οδύνης και πολύ περισσότερο η απόλαυση της είναι η αμαρτία, γιατί αρνείται ακριβώς τον Θεό ως Δωρητή της ζωής. Η μόνη καλή χρήση της αρρώστιας που υπάρχει είναι η δημιουργική εν αγάπη χρήση του δώρου της ζωής μέχρι τέλους.'
Σταύρος Ζουμπουλάκης, 'Θεός, Σκωτζέικα Μπισκότα και Μυθιστόρημα', από το Επίμετρο της έκδοσης
'Ένα παιδί που από τη στιγμή της γέννησής του αρχίζει αυτόματα ν’ αναπνέει, δεν γνωρίζει πόσο ζωτικός είναι για την ίδια τη ζωή του ο αέρας που φουσκώνει το στήθος του τόσο απαλά ώστε να μην το αντιλαμβάνεται καν. Κι αν τυχόν πνιγεί στη διάρκεια ενός υψηλού πυρετού ή ενός σπασμού, τότε, προσπαθώντας απελπισμένα για την ύπαρξή του, παλεύει για την ίδια τη ζωή του, για τη χαμένη ηρεμία του, που δεν θα την ξαναβρεί παρά μονάχα με τον αέρα με τον οποίο δεν ήξερε πως ήταν αδιαχώριστη.
Έτσι, τη στιμή που η Μαντλέν μάθαινε γι’ αυτή την αναχώρηση του Λεπρέ, που η ίδια ποτέ δεν είχε φανταστεί, εκείνη τη στιγμή λοιπόν άρχιζε να καταλαβαίνει, νιώθοντας όλα όσα ξεριζώνονταν από μέσα της, τι της συνέβαινε. Κι έμεινε να κοιτάζει με απελπισμένη και γλυκιά συντριβή την κυρία Λοράνς, χωρίς να της κρατάει πλέον την παραμικρή κακία που αδιαφορεί για το άσθμα που την πνίγει· σαν τον δύστυχο ασθενή που ασφυκτιά και, μέσα από τα γεμάτα δάκρυα μάτια του, χαμογελά σε όσους τον λυπούνται, είναι όμως ανήμποροι να του προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια.'
Μαρσέλ Προυστ, 'Ο Αδιάφορος', Ο Αδιάφορος και Άλλα Κείμενα των Νεανικών Χρόνων, μτφρ. Βάσω Νικολοπούλου & Νίκη Καρακίτσου-Dougé, εκδ. Πατάκης
* * *
'Επιπλέον, η διαυγής γλώσσα στον Αδιάφορο δεν εξερευνά μονάχα την περίπτωση της Μαντλέν. Κλείσιμο στον εαυτό και τρελή εμμονή για το λατρεμένο πλάσμα, στέρηση και ζήλια, προσμονή για γαλήνη και αναζωπύρωση του πόθου: εξερευνώντας αυτό εδώ το πάθος, ο Προυστ περιγράφει τις διαδοχικές φάσεις της ερωτικής εμμονής και, πέρα απ’ αυτό, ανιχνεύει τους φοβερούς νόμους της. Παρουσιάζει συνάμα όλο τον έρωτα και κάθε έρωτα, προβάλλοντας μιαν άποψη του πάθους που θα διαποτίσει συνολικά το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Φτάνει στην καρδιά του αρρωστημένου πόθου που μας σπρώχνει προς άτομα συχνά ασήμανατα και πάντα απρόσιτα: ο Λεπρέ διαρκώς έτοιμος ν’ αναχωρήσει, όπως και η κατακτημένη Οντέτ ή η φυλακισμένη Αλμπερτίν, παραμένουν όλοι «πλάσματα απρόσιτα». Έτσι το άγχος της ερωτευμένης γυναίκας συναντά την αγωνιώδη ανάσα του ασθματικού, αυτού «του ταλαίπωτου ασθενή που ασφυκτιά και που, μέσα από τα γεμάτα δάκρυα μάτια του, χαμογελά στα πρόσωπα που τον λυπούνται χωρίς να μπορούν να του προσφέρουν βοήθεια». Γιατί και ο έρωτας είναι κι αυτός μια απορρυθμισμένη αναπνοή μέσα από την οποία δοκμάζεται το αδύναμο.'
Ζερόμ Σολάλ, 'Αρρωστημένο Πάθος', από την Εισαγωγή της έκδοσης

'Ὁ ταξιδιώτης, ἀντίθετα, ἦταν πολὺ ἀνήσυχος. Ἦταν πασιφανὲς ὅτι τὸ μηχάνημα διαλυόταν. Ἡ ἀθόρυβη λειτουργία του ἦταν παραπλανητική. Εἶχε τὴν αἴσθηση ὅτι ἔπρεπε νὰ στρέψει τὴν προσοχή του στὸν ἀξιωματικό, καθὼς ἐκεῖνος δὲν ἦταν πλέον σὲ θέση νὰ φροντίσει τὸν ἑαυτό του. Ὡστόσο, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπεισοδίου μὲ τὰ γρανάζια ἡ προσοχή του εἶχε τόσο ὁλοκληρωτικὰ ἀποσπαστεῖ, ὥστε παραμέλησε τὴν ἐποπτεία τῆς ὑπόλοιπης λειτουργίας τοῦ μηχανήματος. Ὅμως τώρα, ἀφοῦ καὶ τὸ τελευταῖο γρανάζι εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν Σχεδιαστή, σκύβοντας πάνω ἀπὸ τὴ Σβάρνα δοκίμασε μιὰ πιὸ ὀδυνηρὴ ἔκπληξη. Ἡ Σβάρνα δὲν ἔγραφε ἀπλῶς, κάρφωνε, ἐνῶ τὸ Κρεβάτι, ἀντὶ νὰ πάλλεται, ἀνύψωνε τὸ σώμα, τρεμουλιάζοντας ἄτσαλα, πρὸς τὶς ἀκίδες. Ὁ ταξιδιώτης ἤθελε νὰ ἐπέμβει, ἄν ἦταν δυνατό, νὰ διακόψει ἐντελῶς τὴ λειτουργία. Αὐτὸ πιὰ δὲν ἦταν βασανιστήριο, ὅπως τὸ εἶχε σχεδιάσει ὁ ἀξιωματικός, ἦταν στυγνή δολοφονία. Ἅπλωσε τὰ χέρια του. Τότε ἡ Σβάρνα, μὲ τὸ σῶμα καρφωμένο πάνω της, ἀνασηκώθηκε καὶ ἔστριψε στὸ πλάι, πράγμα ποὺ ἦταν προγραμματισμένο νὰ γίνει τὴ δωδέκατη ὥρα. Τὸ αἷμα σχημάτιζε ἑκατοντάδες αὐλάκια, καθαρό, καθὼς ἡ παροχὴ νεροῦ στὶς ἀκίδες εἶχε διακοπεῖ. Τώρα, ἡ τελευταία λειτουργία εἶχε ἀνασταλεῖ, τὸ σῶμα ἔμενε καρφωμένο στὶς μακριὲς ἀκίδες, στάζοντας αἶμα πάνω ἀπὸ τὸν λάκκο, δίχως ὅμως νὰ πέφτει μέσα. Ἡ Σβάρνα ἔπρεπε νὰ ἐπιστρέψει στὴ θέση της, σὰν νὰ ἔνιωθε ὅμως καὶ ἡ ἴδια ὅτι δὲν εἶχε ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ φορτίο της, παρέμενε ἀκίνητη πάνω ἀπὸ τὸν λάκκο. «Βοηθῆστε με, λοιπόν!» οὔρλιαξε ὁ ταξιδιώτης στὸν στρατιώτη καὶ τὸν κατάδικο καὶ ἔπιασε ὁ ἴδιος τὰ πόδια τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἤθελε νὰ πιέσει τὰ πόδια καὶ τὸ ἴδιο νὰ κάνουν μὲ τὸ κεφάλι τοῦ ἀξιωματικοῦ οἱ ἄλλοι δύο, γιὰ νὰ τὸν ξεκαρφώσουν σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὶς ἀκίδες. Ὅμως ἐκεῖνοι δίσταζαν νὰ ἔρθουν, ὁ κατάδικος μάλιστα ἔστρεψε τὰ νῶτα του, καὶ ὁ ταξιδιώτης χρειάστηκε νὰ πάει πρὸς τὸ μέρος τους καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσει μὲ τὴ βία νὰ πλησιάσουν τὸ κεφάλι τοῦ ἀξιωματικοῦ. Τότε, σχεδὸν παρὰ τὴ θέλησή του, εἶδε τὸ πρόσωπο τοῦ πτώματος. Εἶχε τὴν ἴδια ἔκφραση ὅπως ὅταν ἦταν ἐν ζωῇ. Δὲν ὑπῆρχε τὸ παραμικρό σημάδι τῆς ἐπαγγελθείσας λύτρωσης· ὁ ἀξιωματικὸς δὲν εἶχε βρεῖ στὸ μηχάνημα ἐκεῖνο ποὺ ὅλοι οἱ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ αὐτὸν εἶχαν βρεῖ. Τὰ χείλη ἦταν σφιγμένα, τὰ μάτια ἀνοιχτὰ, εἶχαν ἀκόμα τὴν ἔκφραση τῆς ζωῆς. Τὸ βλέμμα ἤρεμο καὶ πειθήνιο, ἀπὸ τὸ μέτωπό του ἔβγαινε ἡ μύτη τῆς μεγάλης σιδερένιας ἀκίδας.'
Φραντς Κάφκα, Στη Σωφρονιστική Αποικία, μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Κίχλη
* * *
'Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ μυθιστόρημα Ἡ δίκη, τὸ ὁποῖο γράφτηκε τὴν ἴδια περίοδο, στὸ διήγημα Στὴ σωφρονιστικὴ ἀποικία το ἀδίκημα τοῦ παραβάτη κατονομάζεται μὲ σαφήνεια. Τὸ παράπτωμα αὐτὸ, ἀπὸ μιὰ ἀνθρωπιστικὴ σκοπιά, θὰ μποροῦσε νὰ μὴ θεωρηθεῖ κὰν ὡς τέτοιο, πόσο μᾶλλον ὡς παράπτωμα ποὺ ἐπισύρει τὴ θανατικὴ ποινή· ἀντίθετα, ἡ ἀπαίτηση τοῦ ἀξιωματικοῦ, νὰ χαιρετάει ὁ στρατιώτης κάθε μία ὥρα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας, γιὰ νὰ παραμένει σὲ ἐγρήγορση, μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἀπάνθρωπο καψόνι. Τὸ ἀδίκημα τοῦ παραβάτη, λοιπόν, σὲ αὐτὸ τὸ διήγημα κατονομάζεται: εἶναι ἕνα ἀδίκημα πού, λίγο πολύ, ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ κράτους δικαίου, πρέπει νὰ χαρακτηριστεῖ ἀναξιόλογο· κατὰ συνέπεια ὁ παραβάτης εἶναι ἀθῶος. Ἡ διαδικασία ἡ ἴδια, ἡ ὁποία δὲν διασφαλίζει οὔτε τὴν ἀκρόαση οὔτε τὴν ὑπεράσπιση τοῦ κατηγορούμενου, θεωρούμενη καὶ πάλι ἀπό τὴ σκοπιὰ τοῦ κράτους δικαίου, δὲν εἶναι ἁπλῶς προβληματική, ἀλλὰ καὶ παράνομη. Εἶναι δύσκολο νὰ κατανοήσουμε τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποίο πολὺ συχνὰ στὴ βιβλιογραφία ἡ σχετικὰ ἀσαφὴς κατάσταση τοῦ μυθιστορήματος Ἡ δίκη μεταφέρεται στὸ διήγημα Στὴ σωφρονιστικὴ ἀποικία καὶ στήνονται γρίφοι γύρω ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ τοῦ παραβάτη σὲ αὐτό, σὰν ἐκείνους ποὺ στήνονται γύρω ἀπὸ τὸν Κ. της Δίκης. Ὁ δισταγμὸς αὐτὸς τῶν ἑρμηνευτῶν νὰ ποῦν τὸ ἄδικο μὲ τὸ ὄνομά του ἀναπαράγει τὴν ἀμηχανία τοῦ ταξιδιώτη, ὁ ὁποῖος χρειάζεται πολὺ χρόνο γιὰ νὰ κατανομάσει τὴν ἀδικία. Ἡ συμβατικὴ εὐγένεια τοῦ ταξιδιώτη ἐπαναλαμβάνεται στὴν ἀδιαφορία τῆς ἑρμηνείας. Τὸ τσεκούρι τοῦ καφκικοῦ διηγήματος δὲν ἕσπασε τὴν παγωμένη θάλασσα μέσα τους.'
Hans Dieter Zimmermann, 'Οι Δράστες και οι Αδρανείς', από το Επίμετρο της έκδοσης








