προγραφές

Εξώφυλλο: Ρενέ Ζιράρ, Βία και Θρησκεία: Αιτία ή Αποτέλεσμα;

'Βόλφγκανγκ Παλάβερ: Έχετε πει ότι ήδη τα πρώτα βιβλικά κείμενα, σε σύγκριση με τα κείμενα των Ελλήνων, είναι πολύ πιο φρικτά, με περισσότερη αιματοχυσία και γεμάτα με τελείως απροκάλυπτη βία. Γι’ αυτό για πολλούς η παρακαταθήκη της βιβλικής παράδοσης είναι μια παρακαταθήκη βίας. Έχετε μάλιστα συγκρίνει στο έργο σας τους ψαλμούς με ένα τομάρι ζώου γυρισμένο από την ανάποδη.

Ρενέ Ζιράρ: Με ένα δέρας. Όταν είναι καθαρισμένο και επεξεργασμένο δείχνει πανέμορφο και αστραφτερό, απλά υπέροχο. Εάν, όμως, αμέσως μετά την αφαίρεσή του από το ζώο, όταν το γυρίσουμε από την ανάποδη όπως ένα γάντι, τότε θα δούμε ότι είναι γεμάτο με αίμα. Πράγματι, οι μύθοι είναι σαν τα τομάρια, γι’ αυτό και είναι αντικείμενα φροντίδας και επιμέλειας. Ο σημερινός αναγνώστης βρίσκει τους ψαλμούς αποκρουστικούς, γιατί εκεί είναι ακόμα εμφανές το ματωμένο δέρμα του θύματος. Μόλις πριν από λίγο καιρό εφάρμοσα αυτήν τη σύγκριση και στα Ευαγγέλια και προσπάθησα να διατυπώσω αυτό το εύρημα όσο το δυνατόν πιο ανάγλυφα.
Δυστυχώς, οι χριστιανοί απέρριπταν τη θεμελιώδη ομοιότητα που ανακάλυψαν οι ανθρωπολόγοι μεταξύ μύθου και Ευαγγελίων, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι έχουν σε ένα βαθμό δίκιο. Πρόκειται περί της ίδιας δομής, της ίδιας ιστορίας: προκαλείται μια εξέγερση μέσα σε μια ομάδα και σκοτώνουν τον ένοχο, τον Οιδίποδα. Μετά όλα είναι και πάλι καλά. Στα Ευαγγέλια έχουμε μια ανάλογη κατάσταση, μόνο που είναι ακόμα χειρότερη, αφού ο θάνατος του εξιλαστήριου θύματος δεν φέρνει την ειρήνη. Ο φόνος κάποιου στερείται πλέον πραγματικής πειθούς. Τα Ευαγγέλια, όπως και τα βιβλικά κείμενα, καταδεικνύουν την αθωότητα του θύματος. Οι μύθοι, αντιθέτως εμφανίζονται πολύ όμορφοι, γιατί η βία που κατευθύνεται κατά κανόνα στο θύμα αποκρύπτεται σχεδόν ολοκληρωτικά. Αυτός είναι ο λόγος που περιγράφουν μόνο την προοπτική του όχλου, ενώ εμείς καλούμαστε να αποδεχθούμε αυτήν την προοπτική και να πιστέψουμε στο μεγαλειώδες, κλασικό ελληνικό σύμπαν, αφού εντέλει πρόκειται περί αυτού. Πρόκειται περί του πέρα για πέρα μυθολογικού σύμπαντος, το οποίο αποδίδει τη βία αποκλειστικά στο θύμα, και με αυτόν τον τρόπο μας κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα για τον εαυτό μας.'

'ΒΠ: Κλείνοντας, μια ερώτηση για τη θρησκευτικά, ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, για την ψευδο-θρησκευτικά υποκινούμενη τρομοκρατία. Πώς αξιολογείται αυτό το φαινόμενο;

ΡΖ: Πρέπει να περιορίσουμε την τρομοκρατία μόνο στις άμεσα θρησκευτικές εκφάνσεις της; Ο Μαλρώ (André Marlaux) είπε κάποτε ότι ο κομμουνισμός στην άπω ανατολή αποτελεί την άφιξη του χριστιανισμού. Αυτή η διατύπωση είναι πολύ βιαστικά διατυπωμένη και καταντά ακατανόητη. Υπό κάποια έννοια, όμως, είναι αληθής. Ο χριστιανισμός μπορεί να εμφανιστεί σε αποτρόπαιες παραμορφώσεις. Και τι θα μπορούσαμε να πούμε για την καινούργια κατάσταση πραγμάτων στον κόσμο; Ας πάρουμε για παράδειγμα το 1988, τη χρονιά της δεύτερης ρωσικής επανάστασης; Αν κάποιος έλεγε ότι σε είκοσι χρόνια το πρόβλημα του κουμμουνισμού δεν θα υφίσταται πλέον και πως το μεγάλο πρόβλημα της δύσης, υπό μια άποψη τόσο μεγάλο όσο και πρωτύτερα ο κομμουνισμός, θα ήταν το Ισλάμ, δε θα τον είχε πιστέψει κανείς.
Εδώ γίνεται ξεκάθαρο πως το θρησκευτικό δράμα ξαφνικά αποκτά προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων. Ποια είναι όμως η σχέση του κομμουνισμού με το Ισλάμ και τι συμβαίνει ακριβώς σήμερα; Έχουμε να κάνουμε με πολιτικά ή περισσότερο με θρησκευτικά ζητήματα; Βρισκόμαστε ήδη πέρα του σημείου όπου πολλοί υποστηρίζουν, ότι το θρησκευτικό στοιχείο είναι απλά ένας ακκισμός, κάτι το αστείο που δεν χρειάζεται να μιλάμε πλέον γι’ αυτό. Φυσικά, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Μπορούμε όμως να ορίσουμε εξαντλητικά την κατάσταση; Σχεδόν καθόλου, φυσικά. Ξέρουμε ότι κάτι συμβαίνει και ότι η θρησκεία επιστρέφει. Γνωρίζουμε επίσης ότι υπάρχει μια πολιτικοποίηση της θρησκείας. Ποια τάση είναι πιο σημαντική; Καταστρέφει η πολιτική τη θρησκεία ή πρέπει να πούμε ότι η θρησκεία είναι πιο σημαντική από την πολιτική; Βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής. Προσωπικά, θεωρώ ότι η θρησκεία είναι σημαντικότατη. Η κατάσταση είναι τόσο περίπλοκη γιατί το Ισλάμ δεν αποτελεί κάτι ομοιόμορφο και μονολιθικό το οποίο παραμένει ακίνητο, σε αντίθεση με τον εθνικισμό και τον κομμουνισμό, που είναι κατανοητοί σαν φαινόμενα. Το Ισλάμ πρέπει να επηρεαστεί από τον σύγχρονο κόσμο. Αλλά θα ήταν δυνατό να επηρεαστεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά από τον εβραϊσμό και τον χριστιανισμό. Αυτές τις ερωτήσεις δεν μπορούμε να τις απαντήσουμε προς το παρόν και γι’ αυτό η κατάσταση είναι ταυτόχρονα τόσο ενδιαφέρουσα και τόσο τρομακτική.'

Ρενέ Ζιράρ, Βία και Θρησκεία: Αιτία ή Αποτέλεσμα;, μτφρ. Αντώνιος Καλατζής, εκδ. Νήσος

* * *

'Μαζί με τη δημιουργία ενός πλαισίου για μια νέα και επίκαιρη κατανόηση του Ισλάμ, η θεωρία του Ζιράρ προσφέρει στο σύνολό της ένα πραγματικά ολοκληρωμένο και πειστικό πλαίσιο κατανόησης της έκρηξης της βίας σε παγκόσμιο επίπεδο από τις απαρχές του εικοστού αιώνα μέχρι και σήμερα. Συγκεκριμένα, το έργο του Ζιράρ κατανοεί τη σημερινή έκρηξη των συγκρούσεων σε ένα πλανητικό επίπεδο στη βάση του ακόλουθου διαλεκτικού σχήματος: οι αρχαϊκές θρησκείες κατάφεραν να ρυθμίσουν τις καταστρεπτικές εξάρσεις βίας μέσω απαγορεύσεων και απόκρυψη των βίαων πρωταρχών των ανθρώπινων κοινωνιών και στην άδικη, πραγματική ή συμβολική, δολοφονία εξιλαστήριων θυμάτων. Η ιουδαιοχριστιανική τομή κατέστρεψε δια παντός αυτόν τον μηχανισμό αποκαλύπτοντάς τον. Αντί θυσιών αθώων θυμάτων, η ιουδαιοχριστιανική παράδοση απαιτεί την ανάληψη των ευθυνών των ανθρώπινων πράξεων και τον ταυτόχρονο αυτοπεριορισμό, και όχι αναπροσανατολισμό, της βίας. Η αδυνατότητα, όμως, επιστροφής στις αρχαϊκές θρησκείες και τις θυσιαστήριες πρακτικές τους, σε συνδυασμό με τη νεωτερική εκκοσμίκευση και την μετατόπιση του ιουδαιοχριστιανικού μηνύματος στο περιθώριο, οδηγεί στο ιστορικά πρωτοφανές φαινόμενο απουσίας οποιουδήποτε μηχανισμού ή πολιτισμικού πλαισίου περιορισμού της βίας. Το τέλος των θυσιαστικών θρησκειών και η υπαναχώρηση του ιουδαιοχριστιανισμού είναι οι δύο παράγοντες που οδηγούν στην πλέον βίαιη εποχή της παγκόσμιας ιστορίας, παρά την αναμφίβολη πρόοδο στο επίπεδο της προάσπισης κοινωνικών δικαιωμάτων και ειρηνευτικών πρωτοβουλιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Όπως γράφει σε ένα άλλο του βιβλίο:

Οι απόγονοι επαναλαμβάνουν τα εγκλήματα των προγόνων τους, ακριβώς επειδή αισθάνονται ηθικά ανώτεροι από τους τελευταίους. Αυτή η ψευδής διαφορά αποτελεί ήδη τη μιμητική πλάνη του σύγχρονου ατομικισμού και αυτή η αντίσταση εναντίον της μιμητικής και επαναλαμβανόμενης σύλληψης των διαπροσωπικών σχέσεων [σημ.: όπως αυτή εκτίθεται σύμφωνα με τον Ζιράρ στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση] οδηγεί παραδόξως στην επανάληψη των ίδιων εγκλημάτων.'

Αντώνιος Καλατζής, από την Εισαγωγή της έκδοσης με τίτλο 'Μίμηση και Αλήθεια: Ανθρωπολογία της Βίας και Φιλοσοφία της Θρησκείας στον Ρενέ Ζιράρ'

Εξώφυλλο: Γιάννης Λειβαδάς, Χάικου 1991-2008

Η αυτονόητη
υπόνοια μιας
ακόμη σκιάς.

*

Φυσάει μόνο
για τη φούστα,
για τα πόδια της.

*

Οι σκέψεις
αποκληρωθείσες
του χρόνου.

*

Εποχές εκτίουν
συνειρμικά
τη ζωή μου.

Γιάννης Λειβαδάς, Χάικου 1991-2008, εκδ. Εκάτη

Εξώφυλλο: Θωμάς Λιναράς, Stalker: Το Μεγάλο Πουθενά

'Καθώς οι τρεις άνδρες κοιτάζουν με την πλάτη γυρισμένη στο φακό την άγρια βλάστηση που πνίγει τα πάντα, η δεύτερη διαπίστωση, πλην της απόλυτης ησυχίας που επικρατεί, είναι ότι «τα λουλούδια δεν μυρίζουν» και αυτό γιατί βρισκόμαστε σε μια νεκρή ζώνη του Είναι, στον ερημικό εκείνο λειμώνα που εκτείνεται ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Πολεμικά κουφάρια (με ανθρώπινους σκελετούς στο εσωτερικό τους) και τα αποτελεσματικά (σε πόλεμο και σε ειρήνη) σοβιετικά τανκς, κείτονται σκουριασμένα, εδώ κι εκεί, υποδηλώνοντας το μάταιο κάθε επίσημης κατακτητικής εισβολής· μόνο λαθραία μπορεί να μπει κανείς και να κινηθεί σ’ έναν τόπο σαν κι αυτόν, στον οποίο η «ευθεία δεν είναι πάντα ο πιο σύντομος δρόμος» και κάθε παρεκτροπή εγκυμονεί θανάσιμους κινδύνους. Κάποια στιγμή ο Επιστήμονας αντιλαμβάνεται πως έχει ξεχάσει κάπου το σακίδιό του και γυρνά πίσω για να το ψάξει, παρά τις απεγνωσμένες προτροπές του Στάλκερ να μην το κάνει, και όταν ξανασυναντιούνται, ξαφνικά βρίσκεται μπροστά τους – δείγμα μιας ασύμμετρης και δαιδαλώδους γεωγραφίας. Πρόκειται για μια περιοχή, ίδια με άγνωστο πλανήτη, όπου τα χωροχρονικά δεδομένα έχουν αλλάξει, δεν υπάρχουν σταθερές μεταβολές, τα σημεία του ορίζοντα έχουν εξαφανιστεί, όπως και ο ουρανός, ενώ πυξίδες και ρολόγια είναι αχρείαστα και άχρηστα αντικείμενα του παλιού (του έξω) κόσμου, καθώς δεν υπάρχουν μονοπάτια να διαβείς ούτε κατεύθυνση να πάρεις ή ώρα για να ξεκινήσεις και να φτάσεις. Όταν πριν από κάθε τους κίνηση ο Στάλκερ εκσφεδονίζει τα δεμένα σε υφασμάτινες λουρίδες μπουλόνια, εν είδει προειδοποιητικών βολών, για να ανιχνεύσει τις διαθέσεις του πεδίου, είναι σαν να παίζει ζάρια με τη μοίρα, σαν να στέλνει ένα σήμα ζητώντας άδεια (από ποιον;) για να συνεχίσουν την πορεία τους – ένας τρόπος να προσιδιάζει σε μια ακατανόητη τελετουργία μιας άγνωστης θρησκείας. Παρόλο που μια από τις πρώτες εικόνες στα μάτια των επισκεπτών είναι τα γερμένα τηλεγραφόξυλα που παραπέμπουν στο σχήμα του σταυρού, σημάδια μιας κατεδαφισμένης πίστης, η θρησκεία ως οργανωμένο εννοιολογικό σύστημα αξιών, έχει ισχνή παρουσία στην ταινία. Εξάλλου, σύμφωνα με τον Ρώσσο δημιουργό «το νόημα της θρησκευτικής αλήθειας είναι η ελπίδα». Αν η «Ζώνη» είναι λοιπόν ένα τοπίο-οθόνη προβολής των ψυχικών καταστάσεων και των συναισθηματικών ρευμάτων των επισκεπτών της, η κινηματογραφική απόδοση αυτών των μεταλλαγών στην επιφάνεια εργασίας, είναι δείγμα της αδιαμφισβήτητης ιδιοφυίας του Ταρκόφσκι, αφού κατορθώνει να μετουσιώσει ένα φυσικό τοπίο σε τόπο της ψυχής, χρησιμοποιώντας, ένα –κατά κύριο λόγο– από τα τέσσερα βασικά φυσικά στοιχεία. «Water, water everywhere, but not a drop to drink»: το νερό, στοιχείο κοσμογονίας, πρωτεϊκό και ταυτόχρονα υλικό φθοράς, διάβρωσης αλλά και αναγέννησης, επανεκκίνησης του κύκλου της ζωής, είναι κυρίαρχο σε όλες του τις μορφές και εκφάνσεις, πλην του θαλασσινού («η θάλασσα μου είναι κάτι ξένο»): υγρασία, στάσιμο, ελώδες, ποτάμι, βαλτόνερα, ρυάκι, καταρράκτης, χείμαρρος, βροχή… ακόμα και στα υπόγεια της «Ζώνης», καθώς στάζει από την οροφή ή λιμνάζει θολό και βρόμικο μέσα στο τούνελ. Το υδάτινο στοιχείο προσδίδει μια εξέχουσα ρευστότητα στην αφήγηση: «το νερό αποδίδεται ωραία στον κινηματογράφο· μεταδίδει την κίνηση, το βάθος, την πρόσληψη των αλλαγών και των αντανακλάσεων». Στις κρίσιμες στιγμές, όταν τα περάσματα ανοιγοκλείνουν, οι λαμπτήρες των πραγμάτων αναβοσβήνουν και τα πάντα είναι και την ίδια στιγμή δεν είναι, το νερό (υδάτινοι όγκοι που ξεπηδούν από το πουθενά και επικίνδυνα έλη αίφνης εμφανίζονται, η εικόνα ενός ήρεμου ποταμού με τροπική βλάστηση στις όχθες, που ξενίζει με τη γαλήνη που εκπέμπει…), είναι ο αγωγός των αλλαγών και των μεταμορφώσεων που μετατρέπουν το ψυχικό συμβάν σε κινηματογραφικό κάδρο (εικόνα) «μέσα στην οποία καθρεφτίζεται ένας ολόκληρος κόσμος σαν μια σταγόνα νερό».
Το Stalker είναι η μόνη ταινία του Ταρκόφσκι στην οποία δεν υπάρχουν αντανακλάσεις, ή επιφάνειες που αντιγυρίζουν το φως, όπως δεν υπάρχουν και αναμνήσεις αλλοτινών καιρών, γι’ αυτό και ο χρόνος της μνήμης (flash-back) απουσιάζει. Μονάχα κάποια φευγαλέα αντικαθρεφτίσματα στο νερό, στη σκηνή του ονείρου, υπαινίσσονται μια άλλη ζωή που ίσως να υπήρξε κάπου, κάποτε: «…και οι πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες…». Ο καθρέφτης της «Ζώνης» δεν αντανακλά τίποτα, γιατί ποτέ κανείς δεν καθρεφτίζεται σ’ αυτόν και καθώς ο διαρκής μεταβολισμός της καταπίνει όλες τις ανθρώπινες βεβαιότητες, κρατά ζηλότυπα για τον εαυτό της τη μοναδική της αντανάκλαση: αυτή του ιερού, από-κλεισμένης στο Δωμάτιο που κανείς δεν τολμά να μπει, γιατί κανείς δεν τολμά να αντικρύσει το πρόσωπο της Μέδουσας. Η επικείμενη αίσθηση κινδύνου και απειλής (που υποδαυλίζεται συνεχώς από τον Στάλκερ και ως μέθοδος ελέγχου των συντρόφων του), είναι διάχυτη παντού, παρόλο που δεν αποκτά πρόσωπο, ούτε συγκεκριμενοποιείται· και ακριβώς αυτή η αιωρούμενη εκκρεμότητα, η –σαν την κόψη του ξυραφιού– αμφισημία, η εύθραστη ισσοροπία ανάμεσα στο διφορούμενο και στο υπαινικτικό (σε όλα τα επίπεδα) είναι που καθιστά το Stalker ένα αυθεντικό έργο Τέχνης. Τα πάντα μέσα στη «Ζώνη» παραμένουν, από την αρχή μέχρι το τέλος, μετέωρα, σαν μια υπερυψωμένη όαση, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται στα βάθη μιας υπαρξιακής ερήμου.'

Θωμάς Λιναράς, Stalker: Το Μεγάλο Πουθενά, εκδ. Σαιξπηρικόν

Εξώφυλλο: Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο Συγγραφέας ως Παραγωγός

'Ο εξαίρετος Lichtenberg είπε: «Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι απόψεις που έχει κάποιος, αλλά τι είδος ανθρώπου φτιάχνουν αυτές οι απόψεις». Τώρα, είναι αλήθεια πως οι απόψεις έχουν μεγάλη σημασία, αλλά ακόμη και οι καλύτερες δεν έχουν καμία χρησιμότητα, αλλά ακόμη και οι καλύτερες δεν έχουν καμία χρησιμότητα, αν δεν κάνουν κάτι χρήσιμο με εκείνους που τις υποστηρίζουν. Η καλύτερη πολιτική τάση είναι εσφαλμένη, αν δεν καταδεικνύει τη στάση που πρέπει να ακολουθηθεί. Και τη στάση τούτη μπορεί ο συγγραφέας να την επιδείξει μόνο εκεί που πράγματι κάνει κάτι: δηλαδή στη συγγγραφή. Η τάση είναι η αναγκαία, αλλά ποτέ η επαρκής, συνθήκη της οργανωτικής λειτουργίας ενός έργου. Αυτή απαιτεί περαιτέρω μια καθοδηγητική, διδακτική συμπεριφορά εκ μέρους του γράφοντα. Και σήμερα τούτο πρέπει να απαιτείται περισσότερο από ποτέ πριν. Ένας συγγραφέας που δεν διδάσκει τίποτα στους συγγραφείς δεν διδάσκει κανέναν. Αυτό που έχει σημασία, λοιπόν, είναι ο υποδειγματικός χαρακτήρας της παραγωγής, που είναι ικανός, πρώτον, να προκαλέσει άλλους συγγραφείς να παράγουν και, δεύτερον, να θέσει στη διάθεσή τους έναν βελτιωμένο μηχανισμό. Και ο μηχανισμός αυτός είναι τόσο καλύτερος, όσους περισσότερους καταναλωτές είναι ικανός να μετατρέψει σε παραγωγούς, δηλαδή από αναγνώστες και θεατές σε συμμέτοχους.'

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο Συγγραφέας ως Παραγωγός, μτφρ. Αλβέρτος Σταϊνχάουερ, εκδ. Πλέθρον

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑