προγραφές

Εξώφυλλο: Παναγιώτης Αγαπητός, Η Ερωτική Διήγηση στα Βυζαντινά Χρόνια: Περσία - Βυζάντιο - Φραγκία

'ΓΙΑ ΑΡΚΕΤΟΥΣ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ἡ ὕπαρξη ἐρωτικῆς λογοτεχνίας στὸν δυτικὸ ἤ στὸν ἀνατολικὸ μεσαιωνικὸ κόσμο ( τὰ Carmina burana, γιὰ παράδειγμα, ἤ οἱ Χίλιες καὶ μιὰ νύχτες ἀντίστοιχα ) δὲν προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἔκπληξη. Γιὰ τοὺς περισσότερους, ὅμως, ἡ ἰδέα καὶ μόνο τῆς ὕπαρξης ἐρωτικῆς λογοτεχνίας στὸ Βυζάντιο φαντάζει σὰν κάτι ἀδιανόητο, ἄν ὄχι καὶ ἐξωφρενικό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἀντιτίθεται στὴν παραδεδομένη εἰκόνα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν βυζαντινὸ πολιτισμό. Τὰ πράγματα, φυσικά, δὲν εἶναι οὔτε τόσο ἁπλὰ οὔτε τόσο ἀσπρόμαυρα. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε ( ἄν τὸ εἴχαμε ποτὲ συνειδητοποιήσει ! ) ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἐρωτικὴ λογοτεχνία –τὰ σκαμπρόζικα ἑλληνιστικὰ ἐπιγράμματα, οἱ ἐρεθιστικὲς ἀφηγήσεις τῶν σαρκικῶν συνευρέσεων θεῶν καὶ ἀνθρώπων, τὰ πονηρὰ μυθιστορήματα τῆς Δεύτερης Σοφιστικῆς– μᾶς σώζονται ἀποκλειστικὰ σὲ βυζαντινὰ χειρόγραφα ποὺ μερικά τους εἶναι γραμμένα ἀπὸ τὸ χέρι κορυφαίων λογίων –λαϊκῶν καὶ κληρικῶν– τῆς μεσοβυζαντινῆς καὶ ὑστεροβυζαντινῆς ἐποχῆς ( 10ος-14ος αἰώνας ).
Ἀκόμη περισσότερο δὲν μᾶς περνᾶ ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἡ ἰδέα ὅτι ἡ βυζαντινὴ ἐρωτικὴ λογοτεχνία μπορεῖ νὰ μελετηθεῖ σοβαρὰ ὡς κοινωνικὸ καὶ πολιτισμικὸ φαινόμενο ἐντὸς τοῦ μεσαιωνικοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Αὐτὸ συμβαίνει, ἐπειδή, συνήθως, δὲν προσεγγίζουμε τὴ λογοτεχνία ἀπὸ μιὰ ἱστορικὴ ὀπτική γωνία, ἀλλὰ τὴ διαβάζουμε μόνο ὡς αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα, ἐνῶ, παράλληλα, δὲν προσεγγίζουμε ἱστορικὰ θέματα μέσα ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς λογοτεχνίας. Ὡστόσο, ἡ λογοτεχνία δημιουργεῖται μέσα σὲ συγκεκριμένα ἱστορικὰ συμφραζόμενα. Σὲ περιόδους, μάλιστα, κρίσεων καὶ ἀλλαγῶν ἡ λογοτεχνία συνδέεται στενὰ μὲ μείζονες κοινωνικὲς καὶ ἱδεολογικὲς διεργασίες, διαμορφώνοντας πολλὲς φορὲς τὸ εὐρύτερο πολιτισμικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἐπιτελοῦνται οἱ διεργασίες αὐτές. Ἑπομένως, ἡ ἐξέταση ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ζητήματος –καί, μάλιστα, ἑνὸς « παράδοξου » ζητήματος ὅπως ἡ βυζαντινὴ ἐρωτικὴ μυθοπλασία– μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀνιχνεύσουμε καθαρῶς ἱστορικὰ ἐρωτήματα : Ποιά εἶναι ἡ κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ θέση τῆς ἐρωτικῆς μυθοπλασίας στὸν βυζαντινὸ πολιτισμό ; Ποιές εἶναι οἱ ἰδεολογικὲς καὶ αἰσθητικὲς συγκλίσεις καὶ ἀποκλίσεις ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἐρωτικὲς διηγήσεις ἀνάμεσα στὸν βυζαντινὸ καὶ τὸν ὑπόλοιπο μεσαιωνικὸ κόσμο ;
Οἱ ἐρωτικὲς αὐτὲς διηγήσεις, πού, ἀκολουθώντας μιὰ ἀγγλοσαξονικὴ συνήθεια, συμβατικὰ ὀνομάζουμε σήμερα « μυθιστορήματα » ( novels ) ἤ « μυθιστορίες » ( romances ), προσφέρονται μὲ ἰδεώδη τρόπο γιὰ μιὰ τέτοιου εἴδους συγκριτικὴ ἐξέταση. Πρῶτον, ἡ συγγραφὴ ἐρωτικῶν διηγήσεων στὸ Βυζάντιο διατρέχει σχεδὸν τετρακόσια χρόνια ἀπὸ τὸν δωδέκατο ὥς καὶ τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, πράγμα ποὺ διευκολύνει μιὰ συνολικότερη διαχρονικὴ προσέγγιση. Δεύτερον, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τεσσάρων αὐτῶν αἰώνων γράφονται ἐρωτικὰ μυθιστορήματα τόσο στὴ γαλλικὴ καὶ τὴν ἀγγλονορμανδικὴ Δύση, ὅσο καὶ στὴν ἀραβικὴ καὶ τὴν περσικὴ Ἀνατολή, γεγονὸς ποὺ ἐπιτρέπει καὶ μιὰ εὐρύτερη συγχρονικὴ προσέγγιση ὅλων αὐτῶν τῶν ἀφηγηματικῶν κειμένων. Ἡ γεωγραφία τῆς μεσαιωνικῆς μυθοπλασίας ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν « Περσία » ( ἔτσι ὀνόμαζαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ ἀνατολικὰ τοῦ Εὐφράτη καὶ μέχρι τὰ βόρεια ἄκρα τῆς ἀραβικῆς ἐρήμου ) ἕως τὴ « Φραγκία » ( ἔτσι ὀνόμαζαν πάλι οἱ Βυζαντινοὶ τὴν Εὐρώπη βόρεια καὶ δυτικὰ τῶν Ἄλπεων ). Καὶ αὐτὸ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τυχαῖο καθὼς αὐτὸς ὁ γεωγραφικὸς ἄξονας ἀντικατοπτρίζεται καὶ στὴ μυθοπλαστικὴ γεωγραφία τῶν ἴδιων τῶν βυζαντινῶν ἐρωτικῶν διηγήσεων τῶν ὁποίων οἱ πλοκὲς ἀντίστοιχα ἐκτυλίσσονται σὲ μέρη ἀπὸ τὴν Περσία ὥς τὴ Φραγκία, φέρνοντας κατὰ ἕναν παράξενο καὶ ἄκρως κειμενικὸ τρόπο τὰ δύο αὐτὰ ἄκρα τῆς μεσαιωνικῆς γεωγραφίας κοντύτερα [...].
Στὸν χάρτη τῆς βυζαντινῆς ἐρωτικῆς μυθοπλασίας προβάλλει ὡς μεῖζον ὁρόσημο ἡ ἅλλωση τῆς Κωσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς ἱππότες τῆς Τετάρτης Σταυροφορίας καὶ τὸν Ἐνετικὸ Στόλο τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1204. Οἱ παλαιότεροι μελετητὲς ἔβλεπαν τὸ ὁρόσημο αὐτὸ νὰ διαχωρίζει σὰν ἀδιαπέραστο τεῖχος τὴν ἐρωτικὴ λογοτεχνία σὲ δύο ἄσχετες μεταξύ τους χωροχρονικὲς περιοχές : τὸν κομνήνειο δωδέκατο αἰώνα στὴν πρωτεύουσα καὶ τὸν παλαιολόγειο δέκατο τέταρτο αἰώνα στὶς φραγκοκρατούμενες περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας καὶ τῶν νησιῶν τοῦ Νότιου Αἰγαίου. Ὡστόσο, κανένα ὁρόσημο δὲν λειτουργεῖ μὲ αὐτὸν τὸν στεγανοποιητικὸ τρόπο μέσα στὸν χωροχρόνο τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι.'

Παναγιώτης Αγαπητός, Η Ερωτική Διήγηση στα Βυζαντινά Χρόνια: Περσία - Βυζάντιο - Φραγκία, εκδ. Άγρα

· ·

↑