
'Ὅταν ξαναβρῆκα τὶς αἰσθήσεις μου, ἡ ἀγαπημένη μου δὲν εἶχε ἀκόμη ξαναβρεῖ τὶς δικές της. Ἤθελα νὰ τὴ λατρέψω στὴν κατάσταση τῆς ἀπόλυτης ἐκμηδένισης. Τράβηξα μία κουρτίνα. Θεέ μου! Φαντάσου τὴν ἔκπληξή μου. Δὲν ἀναγνώρισα τὴν ἄγνωστη ἀγαπημένη μου. Ἦταν ἡ φίλη της, ἐκείνη ποὺ τὴν ἀποκαλοῦσε ἀδελφή της, ἐκείνη ποὺ τὴ συνόδευε στὶς συναντήσεις μας στὸ ἄλσος.
Σοῦ ὁμολογῶ πὼς ἔνιωσα νὰ μὲ ἐμψυψώνει ἕνας νέος, πρωτόγνωρος πόθος, ποὺ δὲν εἶχα νιώσει τόσο ἔντονα μὲ τὴν ἄγνωστη ἐρωμένη μου. Πῶς θὰ μποροῦσα, ἀτιμώρητα, νὰ ἀντικρίζω τὸ ἐξαίσιο σῶμα μιᾶς γυναίκας γυμνῆς χωρὶς νὰ τῆς ἀνταποδώσω τὶς τιμὲς ποὺ δικαιοῦται; Θαύμαζα τὴν τελειότητα τῆς μορφῆς της, τὸ θεῖο στῆθος της... Οἱ όρθάνοιχτοι μηροί της μοῦ πρόσφεραν τὴ θέα τοῦ ἄνθους ποὺ μόλις πρὶν ὰπὸ λίγο μοῦ εἶχε ἀφειδῶς δωρίσει τὴν ἔκσταση. Τὸ ἀπαράμιλλο χρῶμα του εἶχε ἐπισκιάσει καὶ τὴν πορφύρα τοῦ πιὸ ὄμορφου ρόδου. Τὰ δύο σάρκινα πέταλα, στεφανωμένα ἀπὸ ἕνα κατάμαυρο χνούδι, σὲ θαυμαστὴ ἀντίθεση μὲ τὴν πορσελάνη τῆς ἐπιδερμίδας της, μισάνοιγαν αὐθαδέστατα καὶ μὲ προσκαλοῦσαν σὲ μία νέα εὐωχία. Ἤδη ἡ ἄγνωστη σιγὰ σιγὰ ἀνακτοῦσε τὶς αἰσθήσεις της. Τὰ μάτια της μοῦ ἔριξαν ἕνα χαμηλὸ βλέμμα αἰδημοσύνης. Ἔπραξα ὅ,τι μποροῦσα γιὰ νὰ ἐξαφανίσω τὴν ντροπή της. Ἔπεσα στὴν ἀγκαλιά της καὶ βυθιστήκαμε πάλι στὸν ὠκεανὸ τῶν ἀπολαύσεων. Οἱ περιπτύξεις μας ἀτόνησαν μόνο ὅταν μᾶς πρόδωσαν οἱ δυνάμεις μας... τὰ σώματά μας εἶχαν ἐξαντληθεῖ ἀλλὰ δὲν εἶχαν κορεστεῖ. Γιατί ἡ φύση νὰ μᾶς ἔχει πλάσει τόσο ἀνίσχυρους;'
Ανώνυμος, Η Μεσαλίνα της Γαλλίας, μτφρ. Ανδρέας Στάικος, εκδ. Κίχλη
* * *
'Ἡ ὑποκρισία τῶν ἡρωίδων δὲν σχετίζεται μὲ τὴν ὑποκρισία ὡς κοινωνικὴ ἤ ἠθικὴ ἔννοια ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποκρισία ὡς ὑψηλὴ τέχνη, τὴν ὑποκριτικῆ τέχνη τοῦ θεάτρου, προσδίδοντας στὸ κυνήγι τῆς ἡδονῆς τὸ πρόσθετο καὶ σαγηνευτικὸ στοιχεῖο τοῦ παιχνιδιοῦ, τῆς μεταμφίεσης, τῆς ἐναλλαγῆς τῶν ρόλων, τῆς μετάβασης ἤ τῆς διολίσθησης ἀπὸ προσωπεῖο σὲ προσωπεῖο.
Ἡ Μεσσαλίνα τῆς Γαλλίας θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ «μυθιστόρημα τῶν διολισθήσεων». Χωρὶς νὰ καταργοῦνται τὰ προσωπεῖα, ἀκόμη καὶ στὴν ὑπέρτατη στιγμὴ τοῦ παροξυσμοῦ, κυριαρχεῖ ἡ διολίσθηση ἀπὸ σῶμα σὲ σῶμα, ἀπὸ δωμάτιο σὲ δωμάτιο, ἀπὸ κρεβάτι σὲ κρεβάτι, ἡ διολίσθηση ἀπὸ τὴ μυστικὴ πόρτα, τὴν πόρτα κινδύνου, τὴν κερκόπορτα, τὴν πίσω πόρτα, ἡ κατάχρηση καὶ ἡ ἐμμονὴ στὰ ἐξ ὀπισθίων εἰσόδια. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ὐποβλητική. Τὰ κεριὰ καὶ οἱ ἀντανακλάσεις τῆς πενιχρῆς φλόγας τους στὰ κρυστάλλινα δάκρυα τῶν σβησμένων πολυελαίων καὶ οἱ ἀχτίδες τοῦ σεληνόφωτος ποὺ διολισθαίνουν ἀπὸ τὶς γρίλιες τῶν κλειστῶν παραθύρων εἶναι ὁ μόνιμος φωτισμὸς ποὺ ἀξιοποιεῖ τὰ ἡμίγυμνα σώματα τῶν γυναικῶν, τὰ ἐνδεδυμένα ἀπάτην, τὴν ἀπάτη τῆς μαύρης δαντέλας στὰ παράτολμα καὶ παραξυστικὰ νεγκλιζέ τους.
Στὴ Μεσσαλίνα τῆς Γαλλίας ἡ τέχνη καὶ ἡ τεχνικὴ τῆς γραφῆς ταυτίζονται ὅσο ποτὲ ἄλλοτε καὶ ἀλλοὺ μὲ τὴν τέχνη καὶ τὴν τεχνικὴ τῆς δαντέλας καὶ τοῦ κεντήματος.'
Ανδρέας Στάικος, από το επίμετρο της έκδοσης 'Τα εξ Οπισθίων Εισόδια ή Η Τέχνη της Διολίσθησης'











