προγραφές

Εξώφυλλο: Τσαρλς Τέιλορ, Τα Βιβλία που Ελευθερώνουν: Οι Λεωφόροι της Πίστης. Συνομιλίες με τον Jonathan Guilbault

'«Η αιωνιότητα κινδυνεύει να κρατήσει πολύ». Με αυτή τη φράση παρωδείται μερικές φορές η αιώνια ζωή των χριστιανών. Θα λέγαμε ότι, για τον Μπωντλαίρ, αυτό το ενδεχόμενο είναι απολύτως δυνατό, διότι ο χρόνος αυτός που, παραδόξως, διαφεύγει διαρκώς σαν μια «περαστική», αλλά ταυτόχρονα δεν σταματά να κυλά, είναι για εκείνον πηγή ανίας. Με μια λέξη, ο Μπωντλαίρ αισθάνεται ότι «[είν’] ένα μπουντουάρ παλιό με ρόδα μαραμένα» («Spleen LXXVI»). Πώς το καταλαβαίνετε αυτό;

Η ανία, η μελαγχολία, η ακηδία, το spleen. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη θεμελιώδη αυθεντικότητα του Μπωντλαίρ χωρίς να αναφερθούμε στις πραγματικότητες αυτές. Ίσως θα έπρεπε να διακρίνουμε αυστηρά αυτές τις τέσσερις έννοιες, αλλά, όταν πρόκειται για τον Μπωντλαίρ, εγώ τις εκλαμβάνω ως σχεδόν συνώνυμες. Μπορούμε να πούμε ότι, grosso modo, το μπωντλαιρικό spleen είναι μια νεωτερική και εκκοσμικευμένη εκδοχή της χριστιανικής ακηδίας, αυτής της περίφημης «χλιαρότητας» στην πνευματική ζωή, που αποξήρανε την ικανότητα να αγαπήσεις – στην οποία αναφέρονται κυρίως οι μοναχοί του Μεσαίωνα. Η ακηδία, το spleen, είναι όχι μόνο η απουσία του νοήματος και της αγάπης, αλλά επίσης η πλήρης αδυναμία μας να συλλάβουμε εκ νέου.
Νομίζω ότι, όπως είχε παρατηρήσει παλαιότερα ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Μπωντλαίρ μας παρουσιάζει το spleen ως μια ιδιότητα του βιωμένου χρόνου. Η έμφαση δεν δίνεται τόσο στην ίδια τη χαύνωση, όσο σε έναν τρόπο βίωσης του χρόνου που είναι εντελώς ανυπόφορος. Τι τον κάνει ανυπόφορο; Η επανάληψη· με μια έννοια αντίθετη προς την κιρκεγκωριανή, σύμφωνα με την οποία η επανάληψη, η επανέναρξη του βιωμένου χρόνου, μας σώζει ακριβώς από την επιστροφή του Ίδιου. Για τον Μπωντλαίρ, το spleen πηγάζει από το γεγονός ότι αισθανόμαστε πως ο χρόνος επαναλαμβάνεται διαρκώς. Πως τα πράγματα δεν οδηγούνται πουθενά. Πως δεν υπάρχει κανένας σκοπός. Ο Μπωντλαίρ, καθώς περιπλανιέται στην πόλη, διαπιστώνει ότι ο νεωτερικός χρόνος δύσκολα μπορεί να βιωθεί διαφορετικά. Ο Μπένγιαμιν επισημαίνει παραδείγματα από τα οποία, στην δική του εποχή, τεκμαίρεται μια παρόμοια σχέση με τον χρόνο: οι αλυσίδες συναρμολόγησης, ο φορντισμός, κλπ. Επανάληψη μηχανικών κινήσεων και επαναλαμβανόμενος χρόνος.
Στον νεωτερικό χρόνο –επίπεδο, γεωμετρικό και, τελικά, παράλογο– απαντά μια άλλη αντίληψη του χρόνου, που επιχειρεί να συνδέσει τον ανθρώπινο χρόνο με την αιωνιότητα ή, μάλλον, τη λύτρωση του πρώτου μέσα στη δεύτερη. Ο χρόνος προσεγγίζει την αιωνιότητα όταν οι διαφορετικές στιγμές του ανθρώπινου χρόνου, φαινομενικά κατακερματισμένες, σχηματίζουν ένα ενιαίο νήμα. Ένα νήμα που προσδίδει νόημα σε κάθε στιγμή, ένα νόημα που δεν ανακαλύπτεται παρά μόνο σε συνάφεια με το όλον του νήματος. Το μυαλό μας πηγαίνει αβίαστα στη μεγάλοι τοιχογραφία του Προυστ Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, αφού ο γάλλος μυθιστοριογράφος ξεδίπλωσε αυτή την προβληματική με μοναδική ευφυΐα, ακόμη και αν το ζήτημα της αιωνιότητας απουσιάζει από τη σκέψη του. Αλλά, και πριν από τον Μπωντλαίρ, η σχέση αυτή με τον χρόνο ως ολότητα είχε ήδη ερευνηθεί πολύ. Ο Αυγουστίνος, επί παραδείγματι, την επικαλούνταν, καταφεύγοντας στο παράδειγμα της μουσικής μελωδίας. Προφανώς, δεν θα μπορούσαμε να ακούσουμε μουσική, αν απομονώνανε κάθε νότα, κάθε ρυθμό. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι όλα τα στοιχεία συναρθρώνονται με τρόπο που να αποκλείει τη μηχανική ή αυθαίρετη διαδοχή. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι ο Αυγουστίνος επηρεάστηκε βαθιά από την πλατωνική σκέψη, η αντίληψή του για τον χρόνο διαφέρει πολύ από την πλατωνική. Για τον Πλάτωνα, η αιωνιότητα βρίσκεται εντελώς έξω από τον χρόνο, δεν περιέχει καμία κίνηση, αισθητή ή μη. Αντίθετα, για τον Αυγουστίνο, όπως και για όλη την κατοπινή χριστιανική θεολογία, ο χρόνος του Θεού, η αιωνιότητα, δεν είναι ξένος προς τον ανθρώπινο χρόνο, αλλά συνιστά το πλήρωμά του.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Μπωντλαίρ; Νομίζω ότι ο Μπωντλαίρ θα επιθυμούσε να είναι έτσι ο χρόνος [σύμφωνα δηλαδή, με τη χριστιανική αντίληψη], και ότι η ανία του τον κατέκλυζε τις στιγμές που αισθανόταν αυτή την ελπίδα να ματαιώνεται. Ένα από τα χαρακτηριστικά της ακηδίας, του spleen, είναι ότι χάνει κανείς την αίσθηση του σωστού και του λάθους. Η επιθυμία δεν μπορεί πλέον ούτε καν να προσανατολιστεί προς ένα ακαθόριστο αντικείμενο ή να επιβιβαστεί σε μια ορμή: όταν τα πάντα φαίνεται να βεβαιώνουν ότι τίποτε δεν έχει πια νόημα, τότε πετρώνει όλο το είναι. Όταν αισθανόμαστε γενικά θλιμμένοι ή δυστυχισμένοι, μπορούμε να περιγράψουμε τους λόγους, ή τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να βγούμε από την κατάστασή μας με χειρονομίες και πράξεις που έχουν κάποιο νόημα για εμάς. Όταν όμως χτυπά η ακηδία, τότε δεν υπάρχει πλέον πάνω και κάτω, και οι συνηθισμένες χειρονομίες σωτηρίας χάνουν την αποτελεσματικότητά τους και ταυτόχρονα το νόημα που τους αποδίδαμε. Στη θέση τους εγκαθίσταται μια μυστηριώδης παράλυση. Και το μεγαλείο του Μπωντλαίρ οφείλεται, εν μέρει, στη δύναμη των εικόνων που βρίσκει για να εκφράσει αυτή την κατάσταση. Ας πάρουμε το «Spleen LXXVIII»:

Όταν, βαρύς και χαμηλός, ο ουρανός πλακώνει
το πνεύμα που απ’ την πλήξη του την τόση αγκομαχάει
και γύρω τον ορίζοντα ολόκληρο τον ζώνει
και φως μουχρό, πιο θλιβερό κι απ’ της νυχτός, σκορπάει·

όταν η γη μια φυλακή λες κι είναι, μουσκεμένη,
όπου η Ελπίδα, φεύγοντας, σαν νυχτερίδα πάει
κι αγγίζει τη φτερούγα της στους τοίχους φοβισμένη
κι απά’ σε σαπιοτάβανα την κεφαλή χτυπάει·

όταν τ’ ατέλειωτο η βροχή κλωστόνερό της χύνει,
που σιδερόφραχτη τη γη σαν κάτεργο την δείχτει,
και πλήθος άτιμες, βουβές αράχνες πάει και στήνει
βαθιά μες στο κεφάλι μας το δολερό του δίχτυ,

άξαφνα τότε ακούγονται καμπάνες φρενιασμένες,
που το φριχτό τους ουρλιαχτό στους ουρανούς σκορπάνε
καθώς ψυχές που τριγυρνούν απάτριδες, χαμένες,
κι αρχίζουνε θρηνητικά, με πείσμα, να βογκάνε.

Και κάποια, δίχως μουσική, νεκρών πολλών κηδεία
περνά από την ψυχή μου. Κλαίει για ελπίδα νικημένη
και στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει η Αγωνία
δεσποτική τη μαύρη της σημαία λυσσασμένη.

Η αξία του Μπωντλαίρ δεν έγκειται, όμως, μόνο στο γεγονός ότι ανακαλύπτει εικόνες· διότι, εκφράζοντας την ακηδία, μας απελευθερώνει κατά κάποιον τρόπο από αυτήν. Η ποιητική έκφραση του spleen, ή ένταξή του σε μια ποιοτική φόρμα και η σκηνοθεσία του γίνεται η ίδια το μέσο της εξόδου από το «σκοτεινό μπουντρούμι». Αν το spleen χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι αγνοούμε την προέλευσή του, η έκφραση της ουσίας του είναι ήδη μια αποστασιοποίηση από αυτό. Διότι η έσχατη συνέπεια του spleen είναι η πλήρης απραξία. Το γεγονός λοιπόν ότι ο ποιητής μπαίνει στον κόπο να το ονοματίσει συνιστά ήδη μια απόδειξη ότι η αφοσίωση σε μια δραστηριότητα έχει νόημα, ότι η χειρονομία κατανόησης της ουσίας των πραγμάτων είναι μια χειρονομία με νόημα. Και εκεί που αναδύεται το νόημα, το spleen υποχωρεί.
Αυτό που συνιστά, ωστόσο, την ιδιαιτερότητα του Μπωντλαίρ και καθιστά δύσκολη τη συμπερίληψή του στον χριστιανισμό, είναι ότι, από εκείνη τη στιγμή, δύο δρόμοι ανοίγονται για τον ποιητή και για εμάς τους αναγνώστες: μια ορμή προς τον Θεό και μια ορμή απομάκρυνσης από Αυτόν. Τη στιγμή που βγαίνουμε από την ακηδία αντικρίζοντάς τον καταπρόσωπο, όπως στην ποίηση του Μπωντλαίρ, τι κάνουμε;
Μπορεί, αφενός, να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε το νόημα με ανανεωμένη διαύγεια, που πηγάζει από την τραυματική εμπειρία που είχαμε, την εμπειρία του μηδενισμού της σημασίας της ύπαρξης: αυτή είναι η λύση που αντιπροσωπεύει θαυμάσια ο Τ.Σ. Έλιοτ, και η οποία συνάδει με τον χριστιανισμό. Σκεφτείτε την εγκατάλειψη του Χριστού πάνω στον Σταυρό… Ο Μπωντλαίρ εξιστορεί κάθε ανθρώπινη ασχήμια, κάθε αδυναμία της ανθρώπινης καρδιάς, βαθιά σημαδεμένης από το λεγόμενο «προπατορικό αμάρτημα». Αυτή η δραματοποίηση του αξιοθρήνητου στοιχείου της συνθήκης μας μάς επιτρέπει να το αναλάβουμε, παίρνοντας ταυτόχρονα μια απόσταση από αυτό. Η απελευθέρωση διά του spleen είναι παράδοξη: βγαίνουμε από την ασημαντότητα… δίνοντάς της ένα νόημα. Επίσης, η μάχη αυτή, που διεξάγεται στην καρδιά της γλώσσας, είναι μια μάχη που δημιουργεί έναν δεσμό ανάμεσα στον ποιητή και τους εν ανθρωπότητι αδελφούς και αδελφές του. Σε τελική ανάλυση, ο Μπωντλαίρ γράφει για να διαβαστεί, να επικοινωνήσει με εκείνον που αποκαλεί στραβομουτσουνιάζοντας: «Ω αναγνώστη υποκριτή, αδέρφι, που μου μοιάζεις!»

Από την άλλη μεριά, μπορούμε επίσης να σταθούμε στο χείλος της αβύσσου, να προεκτείνουμε επ’ άπειρον αυτή την τυπικά μπωντλαιρική κατάσταση του να βρισκόμαστε ταυτόχρονα στον πάτο του spleen και στην αφετηρία της ανάδυσης. Τούτη η στάση, που χαρακτηρίζει τους «καταραμένους ποιητές», σαγηνεύεται από αυτό που εξευτελίζει το νόημα και εξαχρειώνει το πρόσωπο. Με μια λέξη, αυτό που ονομάζουμε κακό: «Εγώ λέω: η μοναδική και υπέρτατη ηδονή υπάρχει στη βεβαιότητα να κάνεις το κακό – και ο άντρας και η γυναίκα γνωρίζουν εκ γενετής ότι κάθε ηδονή βρίσκεται στο κακό» («Fusées»). Ας επισημάνουμε ότι το νοηματικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται το μπωντλαιρικό εγχείρημα είναι το πλαίσιο ενός χριστιανισμού που αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφυλακτικότητα τις σωματικές επιθυμίες και τη σεξουαλικότητα.
Δεν θα ήταν, λοιπόν, παράδοξο αν υπογραμμίζαμε ότι ο Μπωντλαίρ πολιορκεί αυτό το πεδίο, που είναι πλούσιο σε σημασίες και, άρα, σε ενδεχόμενες εκλείψεις του νοήματος. Σήμερα, βέβαια, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι ο Μπωντλαίρ υιοθετεί δικαίως τη στάση της χειραφέτησης, σε σχέση με έναν ολέθριο ηθικισμό. Ας είμαστε όμως έντιμοι και ας αναγνωρίσουμε ότι η σχέση του Μπωντλαίρ με τη σεξουαλικότητα και τις γυναίκες είναι όχι τόσο καρπός πνευματικής ελευθερίας όσο αποτέλεσμα εγωισμού και μισογυνισμού.'

Τσαρλς Τέιλορ, Τα Βιβλία που Ελευθερώνουν: Οι Λεωφόροι της Πίστης. Συνομιλίες με τον Jonathan Guilbault, μτφρ. Μιχάλης Πάγκαλος, εκδ. Πόλις

'Estampes, L. 100 (Claude Debussy): No. 1, Pagodes' [album: Milestones of a Piano Legend: Robert Casadesus, Vol. 10 (2019)] - Robert Casadesus

'Η στωική ηθική, όπως και η επικούρεια, ενδιαφέρεται για το άτρωτο του ανθρώπου. Όπως έχουμε δει, οι Στωικοί συγκροτούν μια ηθική σύμφωνα με την οποία η ευδαιμονία του ανθρώπου εξαρτάται απολύτως από τον ίδιο. Ωστόσο, το κάνουν αυτό μέσω ενός ηθικού συστήματος που εμφανίζεται ευγενές και επιβλητικό, και συνάμα συναισθηματικά ουδέτερο και λογικά παράδοξο, αφού, για παράδειγμα, κατά τους Στωικούς, ακόμα και αν πεθάνει το παιδί σας, τίποτα σημαντικό δεν θα έχει συμβεί στην πραγματικότητα σε σας ή σε εκείνο, αφού η ζωή και ο θάνατος ανήκουν στην κατηγορία αδιάφορων πραγμάτων. Εκτός αυτού, δεδομένου ότι ο κόσμος διέπεται από τη θεία πρόνοια, ο θάνατος του παιδιού σας, μιλώντας από την πλευρά της κοσμικής (θεϊκής) τάξης, είναι για καλό. Η άποψη ότι το παιδί σας δεν έπρεπε να πεθάνει ή δεν έπρεπε να πεθάνει τώρα είναι ψευδής — μια άποψη που ο σοφός δεν θα υποστήριζε ποτέ.
Ενώ, όπως έχουμε δει, ο όρος «επικούρειος» όπως χρησιμοποιείται σήμερα, διαφέρει ριζικά από την αυθεντική επικούρεια φιλοσοφία, η συνήθης χρήση του όρου «στωικός» για ένα άτομο που αντέχει τις αντιξοότητες και εκδηλώνει ελάχιστα ή καθόλου τα συναισθήματα του είναι πολύ κοντά στη θεωρία των Στωικών. Ο στωικός σοφός δεν έχει ποτέ ψευδείς πεποιθήσεις γιατί είναι πολύπειρος και συνετός. Στην πραγματικότητα, η τέλεια αρετή του είναι ταυτόσημη με την τέλεια σοφία του. Επιπλέον, αφού η αρετή είναι ένα είδος γνωστικής σύλληψης της αλήθειας, η αρετή του στωικού σοφού, στην οποία ο ίδιος ασκείται διαρκώς, δεν θα χαθεί ποτέ. Είναι σαν να εφαρμόζουμε καθημερινά το πυθαγόρειο θεώρημα· η εφαρμογή του μας βοηθά να το κατανοήσουμε πλήρως και να μην το ξεχάσουμε ποτέ.
Μπορούμε τώρα να δούμε πώς υπεισέρχεται στην ανάλυσή μας μια επίσης διάσημη θεωρία των Στωικών, η εξάλειψη των παθών ή συναισθημάτων. Ο σοφός θα αποκλείσει από τη ζωή του τα πιο συνηθισμένα ανθρώπινα συναισθήματα, αφού, όπως φαίνεται, βασίζονται σε ψευδείς πεποιθήσεις. Και ενώ ο Αριστοτέλης εστιάζει την προσοχή του στα ενάρετα άτομα που εκφράζουν τα συναισθήματά τους με σωστό τρόπο τη σωστή στιγμή, οι Στωικοί προχωρούν στην ολοκληρωτική εξάλειψη όλων σχεδόν των συνηθισμένων συναισθημάτων. Ο σοφός απορρίπτει ως ψευδή την άποψη ότι ο θάνατος και ο πόνος είναι πραγματικά κακά. Το να νιώθουμε φόβο, λύπη ή κάποιο άλλο συναίσθημα ισοδυναμεί με το να έχουμε την ψευδή πεποίθηση ότι κάτι που δεν έχει αξία και δεν επηρεάζει την ευτυχία μας μπορεί πράγματι να την επηρεάσει. Σε τελευταία ανάλυση, τι άλλο είναι η λύπη παρά ένα συναίσθημα που σηματοδοτεί μια αντίδραση στην απώλεια ενός ανθρώπου ή μιας περιουσίας; Ωστόσο, όλα αυτά είναι αδιάφορα· το μόνο καλό είναι η αρετή και το μόνο κακό η κακία. Τι ακριβώς φοβόμαστε όταν φοβόμαστε; Τον πόνο, την αρρώστια, τη φτώχεια και τον θάνατο. Αλλά κι αυτά είναι αδιάφορα. Γι’ αυτό και ο σοφός, ο οποίος δεν έχει ψευδείς πεποιθήσεις, δεν νιώθει φόβο, θλίψη ή άλλα αρνητικά συναισθήματα. Αλλά και δεν θα ενθουσιαστεί, όπως έχουμε δει, με την αποκατάσταση, για παράδειγμα, της υγείας ενός αγαπημένου του προσώπου που ήταν σοβαρά άρρωστο. Ο στωικός σοφός, αν και άτρωτος, μπορεί να μας φαίνεται σαν ένας αλλόκοτος και παράξενος άνθρωπος που δεν έχει καθόλου συναισθήματα. Παρά το γεγονός ότι η ηθική των Στωικών είναι αποτελεσματική, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους στις οποίες ο άνθρωπος δοκιμάζεται σωματικά και ψυχικά, πολλοί πιστεύουν ότι η θεωρία τους για το άτρωτο του ανθρώπου και την ευτυχία που αυτό του χαρίζει συγκροτείται σε βάρος της εν γένει αξιοπιστίας της ηθικής τους φιλοσοφίας.'

Ιάκωβος Βασιλείου, 'Αρχαία Ηθική', από το Εισαγωγή στην Αρχαία Φιλοσοφία, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Εξώφυλλο: Παρμενίδης, Προσωκρατικοί, Ένατος Τόμος: Παρμενίδης

'ἐξ ἐμέθεν ῥηθέντα. μόνος δ’ ἔτι μῦθος ὁδοῖο
λείπεται ὡς ἔστιν˙ ταύτηι δ’ ἐπὶ σήματ’ ἔασι

πολλὰ μάλ’, ὡς ἀγένητον ἐὸν καὶ ἀνώλεθρόν ἐστιν,
ἐστι γὰρ οὐλομελές τε καὶ ἀτρεμὲς ἠδ’ ἀτέλεστον˙
οὐδέ ποτ’ ἦν οὐδ’ ἔσται, ἐπεὶ νῦν ἔστιν ὁμοῦ πᾶν,
ἕν, συνεχές˙ τίνα γὰρ γένναν διζήσεαι αὐτοῦ;
πῆι πόθεν αὐξηθέν; οὐδ’ ἐκ μὴ ἐόντος ἐάσσω
φάσθαι σ’ οὐδὲ νοεῖν˙ οὐ γὰρ φατὸν οὐδὲ νοητόν
ἔστιν ὅπως οὐκ ἔστι. τί δ’ ἄν μιν καὶ χρέος ὦρσεν
ὕστερον ἢ πρόσθεν, τοῦ μηδενὸς ἀρξάμενον, φῦν;
οὕτως ἢ πάμπαν πελέναι χρεών ἐστιν ἢ οὐχί.
οὐδέ ποτ’ ἐκ μὴ ἐόντος ἐφήσει πίστιος ἰσχύς
γίγνεσθαί τι παρ’ αὐτό˙ τοῦ εἵνεκεν οὔτε γενέσθαι
οὔτ’ ὄλλυσθαι ἀνῆκε Δίκη χαλάσασα πέδηισιν,
ἀλλ’ ἔχει˙ ἡ δὲ κρίσις περὶ τούτων ἐν τῶιδ’ ἔστιν˙
ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν˙ κέκριται δ’ οὖν, ὥσπερ ἀνάγκη,
τὴν μὲν ἐᾶν ἀνόητον ἀνώνυμον (οὐ γὰρ ἀληθής
ἔστιν ὁδός), τὴν δ’ ὥστε πέλειν καὶ ἐτήτυμον εἶναι.
πῶς δ’ ἂν ἔπειτ’ ἀπόλοιτο ἐόν; πῶς δ’ ἄν κε γένοιτο;
εἰ γὰρ ἔγεντ’, οὐκ ἔστ(ι), οὐδ’ εἴ ποτε μέλλει ἔσεσθαι.
τὼς γένεσις μὲν ἀπέσβεσται καὶ ἄπυστος ὄλεθρος.
οὐδὲ διαιρετόν ἐστιν, ἐπεὶ πᾶν ἐστιν ὁμοῖον˙
οὐδέ τι τῆι μᾶλλον, τό κεν εἴργοι μιν συνέχεσθαι,
οὐδέ τι χειρότερον, πᾶν δ’ ἔμπλεόν ἐστιν ἐόντος.
τῶι ξυνεχὲς πᾶν ἐστιν˙ ἐὸν γὰρ ἐόντι πελάζει.
αὐτὰρ ἀκίνητον μεγάλων ἐν πείρασι δεσμῶν
ἔστιν ἄναρχον ἄπαυστον, ἐπεὶ γένεσις καὶ ὄλεθρος
τῆλε μάλ’ ἐπλάχθησαν, ἀπῶσε δὲ πίστις ἀληθής.
ταὐτόν τ’ ἐν ταὐτῶι τε μένον καθ’ ἑαυτό τε κεῖται
χοὔτως ἔμπεδον αὖθι μένει˙ κρατερὴ γὰρ Ἀνάγκη
πείρατος ἐν δεσμοῖσιν ἔχει, τό μιν ἀμφὶς ἐέργει,
οὕνεκεν οὐκ ἀτελεύτητον τὸ ἐὸν θέμις εἶναι˙
ἔστι γὰρ οὐκ ἐπιδευές˙ [μὴ] ἐὸν δ’ ἂν παντὸς ἐδεῖτο.
ταὐτὸν δ’ ἐστὶ νοεῖν τε καὶ οὕνεκεν ἔστι νόημα.
οὐ γὰρ ἄνευ τοῦ ἐόντος, ἐν ὧι πεφατισμένον ἐστιν,
εὑρήσεις τὸ νοεῖν˙ οὐδὲν γὰρ <ἢ> ἔστιν ἢ ἔσται
ἄλλο πάρεξ τοῦ ἐόντος, ἐπεὶ τό γε Μοῖρ’ ἐπέδησεν
οὖλον ἀκίνητόν τ’ ἔμεναι˙ τῶι πάντ’ ὄνομ(α) ἔσται,
ὅσσα βροτοὶ κατέθεντο πεποιθότες εἶναι ἀληθῆ,
καὶ τόπον ἀλλάσσειν διά τε χρόα φανὸν ἀμείβειν.
αὐτὰρ ἐπεὶ πεῖρας πύματον, τετελεσμένον ἐστί
πάντοθεν, εὐκύκλου σφαίρης ἐναλίγκιον ὄγκωι,
μεσσόθεν ἰσοπαλὲς πάντηι˙ τὸ γὰρ οὔτε τι μεῖζον
οὔτε τι βαιότερον πελέναι χρεόν ἐστι τῆι ἢ τῆι.
οὔτε γὰρ οὐκ ἐὸν ἔστι, τό κεν παύοι μιν ἱκνεῖσθαι
εἰς ὁμόν, οὔτ’ ἐὸν ἔστιν ὅπως εἴη κεν ἐόντος
τῆι μᾶλλον τῆι δ’ ἧσσον, ἐπεὶ πᾶν ἐστιν ἄσυλον˙
οἷ γὰρ πάντοθεν ἶσον, ὁμῶς ἐν πείρασι κύρει.
ἐν τῶι σοι παύω πιστὸν λόγον ἠδὲ νόημα
ἀμφὶς ἀληθείης˙ δόξας δ’ ἀπὸ τοῦδε βροτείας
μάνθανε κόσμον ἐμῶν ἐπέων ἀπατηλὸν ἀκούων.
μορφὰς γὰρ κατέθεντο δύο γνώμας ὀνομάζειν˙
τῶν μίαν οὐ χρεών ἐστιν – ἐν ὧι πεπλανημένοι εἰσίν –
τἀντία δ’ ἐκρίναντο δέμας καὶ σήματ’ ἔθεντο
χωρὶς ἀπ’ ἀλλήλων, τῆι μὲν φλογὸς αἰθέριον πῦρ,
ἤπιον ὄν, μέγ’ [ἀραιὸν] ἐλαφρόν, ἑωυτῶι πάντοσε τωὐτόν,
τῶι δ’ ἑτέρωι μὴ τωὐτόν˙ ἀτὰρ κἀκεῖνο κατ’ αὐτό
τ’ ἀντία νύκτ’ ἀδαῆ, πυκινὸν δέμας ἐμβριθές τε.
τόν σοι ἐγὼ διάκοσμον ἐοικότα πάντα φατίζω,
ὡς οὐ μή ποτέ τίς σε βροτῶν γνώμη παρελάσσηι.'

*

'Ένας μόνο δρόμος μένει, ο δρόμος του «είναι».
Σ’ αυτόν υπάρχουν σημάδια πολλά ότι είναι αγένητο
το ον και άφθαρτο, ενιαίο, ακίνητο και τέλειο. Ούτε
ήταν ποτέ ούτε θα είναι γιατί είναι τώρα όλο μαζί,
ένα, συνεχές. Τι γέννα θα ψάξεις να βρεις γι’ αυτό;
Πώς κι από που ξεφύτρωσε; Δεν θα σ’ αφήσω
να πεις ή να σκεφτείς «εκ του μη όντος», γιατί
δε λέγεται και δε νοείται το «μη ον». Ποια άραγε
ανάγκη το έκανε αυτό να ξεφυτρώσει αργότερα
ή νωρίτερα, ξεκινώντας από το μηδέν; Άρα,
ή πρέπει να είναι ολότελα ή να μην είναι καθόλου.
Ποτέ δεν θ’ αφήσει της πειθώς η δύναμη να γεννηθεί
απ’ το μη ον κάτι δίπλα σ’ αυτό. Γι’ αυτό η Δίκη
δεν χαλάρωσε ποτέ τα δεσμά της, για να τ’ αφήσει

να γεννηθεί ή να χαθεί, μα το κρατάει. Η κρίση
σχετικά μ’ αυτά τα πράγματα έχει με τούτο
να κάνει: είναι ή δεν είναι; Αλλά αποφασίσαμε,
όπως ήταν ανάγκη, ν’ αφήσουμε τον ένα δρόμο,
να μην τον σκεφτούμε, να μην τον ονομάσουμε
(γιατί δεν είναι δρόμος της αλήθειας), μα για
τον άλλο λέμε ότι υπάρχει κι είναι γνήσιος.
Πώς θα μπορούσε το ον ύστερα να χαθεί;
Πώς να γεννηθεί; Γιατί, αν έγινε, τότε δεν είναι
ούτε και πρόκειται ποτέ να υπάρξει. Έτσι τη γένεση
ξεγράφτε τη και για φθορά να μιλάς είν’ ανήκουστο.
Ούτε είναι το ον διαιρετό, γιατί είναι όλο όμοιο·
ούτε είναι πιο πολύ εδώ ή εκεί, κάτι που θα διέλυε
τη συνοχή του, ούτε αλλού αραιότερο, παρά είναι
ολόκληρο γεμάτο από το είναι. Γι’ αυτό είν’ όλο
συνεχές· γιατί το είναι πάει με το είναι.
Αλλά ακίνητο, από γερά δεσμά σφιχτοδεμένο,
υπάρχει δίχως αρχή και τέλος, γιατί γένεση
και θάνατος μακριά εκδιώχτηκαν, σπρωγμένα από
την πίστη, την αλήθεια. Μένοντας ίδιο, στο ίδιο
μέρος, κείτεται μόνο του κι έτσι στεριωμένο
παραμένει. Γιατί η Ανάγκη η κραταιά
το κρατάει στα δεσμά των ορίων που μέσα τους
βρίσκεται. Σωστό λοιπόν είναι το όν να μην είναι
ατελές· γιατί δεν είναι ελλιπές· αν ήταν, θα είχε
ανάγκη από τα πάντα. Το ίδιο είναι να σκεφτόμαστε
κάτι και ο λόγος που το σκεφτόμαστε. Γιατί δεν
θα βρεις σκέψη καμιά, χωρίς το όν για το οποίο
γίνεται λόγος· τίποτα άλλο δεν υπάρχει ούτε θα
υπάρξει πάρεξ απ’ το ον, αφού η Μοίρα το ανάγκασε
ολόκληρο κι ακίνητο να είναι. Γι’ αυτό όλα θα είναι
κούφια ονόματα, όσα έδωσαν οι άνθρωποι, πιστεύο-
ντας πως είν’ αληθινά: πως τάχα γίνεται και χάνεται,
πως είναι και δεν είναι, μετακινείται και αλλάζει
το λαμπρό του χρώμα. Όμως, αφού έχει έσχατο
όριο, είναι ολοκληρωμένο προς κάθε κατεύθυνση,
όμοιο με ολοστρόγγυλης σφαίρας τον όγκο,
με ίση απόσταση απ’ το κέντρο προς κάθε μεριά.
Γιατί δεν πρέπει να είναι περισσότερο ή λιγότερο
από δω ή από κει. Ούτε είναι ανύπαρκτο, πράγμα
που θα το εμπόδιζε να φτάσει το όμοιό του, ούτε
υπάρχει να είναι περισσότερο εδώ και λιγότερο
εκεί, αφού είναι όλο απαραβίαστο· γιατί, ίσο
από παντού με τον εαυτό του, βρίσκεται ομοιόμορφο
μέσα στα όριά του. Εδώ σταματάω τις αξιόπιστες
κουβέντες και τις σκέψεις μου για την αλήθεια·
τις γνώμες μάθε από δω και πέρα των θνητών,
την τάξη την απατηλή ακούγοντας των λόγων
μου. Γιατί αποφάσισαν δυο μορφές να ονομάσουν,
ενώ τη μία δεν έπρεπε να ονομάζουν –τόσο είναι
πλανημένοι–, τις θεώρησαν αντίθετες σε όψη
και τους έβαλαν σημάδια διαφορετικά ανάμεσά τους:
η μία είναι η αιθέρια η φλόγα της φωτιάς,
ήπια, πανάλαφρη, ίδια παντού με τον εαυτό της
αλλά όχι με το άλλο· κι αυτό το άλλο είναι ακριβώς
το αντίθετο: η νύχτα η σκοτεινή, η πυκνή
και βαριά. Σου αναφέρω εγώ όλη αυτή τη διάταξη
την πιθανοφανή, για να μη σε παρασύρει ποτέ
μια γνώμη θνητού.'

από το 'Περί Φύσεως' του Παρμενίδη, Προσωκρατικοί, Ένατος Τόμος: Παρμενίδης, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

Εξώφυλλο: Πλάτων, Παρμενίδης (ή Περί Ιδεών)

'Νέος γὰρ εἶ ἔτι, φάναι τὸν Παρμενίδην, ὦ Σώκρατες, καὶ οὔπω σου ἀντείληπται φιλοσοφία ὡς ἔτι ἀντιλήψεται κατ᾽ ἐμὴν δόξαν, ὅτε οὐδὲν αὐτῶν ἀτιμάσεις: νῦν δὲ ἔτι πρὸς ἀνθρώπων ἀποβλέπεις δόξας διὰ τὴν ἡλικίαν. τόδε δ᾽ οὖν μοι εἰπέ. δοκεῖ σοι, ὡς φῄς, εἶναι εἴδη ἄττα, ὧν τάδε τὰ ἄλλα μεταλαμβάνοντα τὰς ἐπωνυμίας αὐτῶν ἴσχειν, οἷον ὁμοιότητος μὲν μεταλαβόντα ὅμοια, μεγέθους δὲ μεγάλα, κάλλους δὲ καὶ δικαιοσύνης δίκαιά τε καὶ καλὰ γίγνεσθαι;
Πάνυ γε, φάναι τὸν Σωκράτη.
Οὐκοῦν ἤτοι ὅλου τοῦ εἴδους ἢ μέρους ἕκαστον τὸ μεταλαμβάνον μεταλαμβάνει; ἢ ἄλλη τις ἂν μετάληψις χωρὶς τούτων γένοιτο;
Καὶ πῶς ἄν; εἶπεν.
Πότερον οὖν δοκεῖ σοι ὅλον τὸ εἶδος ἐν ἑκάστῳ εἶναι τῶν πολλῶν ἓν ὄν, ἢ πῶς;
Τί γὰρ κωλύει, φάναι τὸν Σωκράτη, ὦ Παρμενίδη, [ἓν εἶναι];
Ἕν ἄρα ὂν καὶ ταὐτὸν ἐν πολλοῖς καὶ χωρὶς οὖσιν ὅλον ἅμα ἐνέσται, καὶ οὕτως αὐτὸ αὑτοῦ χωρὶς ἂν εἴη.
Οὐκ ἄν, εἴ γε, φάναι, οἷον [εἰ] ἡμέρα [εἴη] μία καὶ ἡ αὐτὴ οὖσα πολλαχοῦ ἅμα ἐστὶ καὶ οὐδέν τι μᾶλλον αὐτὴ αὑτῆς χωρίς ἐστιν, εἰ οὕτω καὶ ἕκαστον τῶν εἰδῶν ἓν ἐν πᾶσιν ἅμα ταὐτὸν εἴη.
Ἡδέως γε, φάναι, ὦ Σώκρατες, ἓν ταὐτὸν ἅμα πολλαχοῦ ποιεῖς, οἷον εἰ ἱστίῳ καταπετάσας πολλοὺς ἀνθρώπους φαίης ἓν ἐπὶ πολλοῖς εἶναι ὅλον: ἢ οὐ τὸ τοιοῦτον ἡγῇ λέγειν;
ἴσως, φάναι.
Ἦ οὖν ὅλον ἐφ᾽ ἑκάστῳ τὸ ἱστίον εἴη ἄν, ἢ μέρος αὐτοῦ ἄλλο ἐπ᾽ ἄλλῳ;
Μέρος.
Μεριστὰ ἄρα, φάναι, ὦ Σώκρατες, ἔστιν αὐτὰ τὰ εἴδη, καὶ τὰ μετέχοντα αὐτῶν μέρους ἂν μετέχοι, καὶ οὐκέτι ἐν ἑκάστῳ ὅλον, ἀλλὰ μέρος ἑκάστου ἂν εἴη.
Φαίνεται οὕτω γε.
Ἦ οὖν ἐθελήσεις, ὦ Σώκρατες, φάναι τὸ ἓν εἶδος ἡμῖν τῇ ἀληθείᾳ μερίζεσθαι, καὶ ἔτι ἓν ἔσται;
Οὐδαμῶς, εἰπεῖν.
Ὅρα γάρ, φάναι: εἰ αὐτὸ τὸ μέγεθος μεριεῖς καὶ ἕκαστον τῶν πολλῶν μεγάλων μεγέθους μέρει σμικροτέρῳ αὐτοῦ τοῦ μεγέθους μέγα ἔσται, ἆρα οὐκ ἄλογον φανεῖται;
Πάνυ γ᾽, ἔφη.
Τί δέ; τοῦ ἴσου μέρος ἕκαστον σμικρὸν ἀπολαβόν τι ἕξει ᾧ ἐλάττονι ὄντι αὐτοῦ τοῦ ἴσου τὸ ἔχον ἴσον τῳ ἔσται;
Ἀδύνατον.
Ἀλλὰ τοῦ σμικροῦ μέρος τις ἡμῶν ἕξει, τούτου δὲ αὐτοῦ τὸ σμικρὸν μεῖζον ἔσται ἅτε μέρους ἑαυτοῦ ὄντος, καὶ οὕτω δὴ αὐτὸ τὸ σμικρὸν μεῖζον ἔσται: ᾧ δ᾽ ἂν προστεθῇ τὸ ἀφαιρεθέν, τοῦτο σμικρότερον ἔσται ἀλλ᾽ οὐ μεῖζον ἢ πρίν.
Οὐκ ἂν γένοιτο, φάναι, τοῦτό γε.
Τίνα οὖν τρόπον, εἰπεῖν, ὦ Σώκρατες, τῶν εἰδῶν σοι τὰ ἄλλα μεταλήψεται, μήτε κατὰ μέρη μήτε κατὰ ὅλα μεταλαμβάνειν δυνάμενα;
Οὐ μὰ τὸν Δία, φάναι, οὔ μοι δοκεῖ εὔκολον εἶναι τὸ τοιοῦτον οὐδαμῶς διορίσασθαι.
Τί δὲ δή; πρὸς τόδε πῶς ἔχεις;
Τὸ ποῖον;
Οἶμαί σε ἐκ τοῦ τοιοῦδε ἓν ἕκαστον εἶδος οἴεσθαι εἶναι: ὅταν πόλλ᾽ ἄττα μεγάλα σοι δόξῃ εἶναι, μία τις ἴσως δοκεῖ ἰδέα ἡ αὐτὴ εἶναι ἐπὶ πάντα ἰδόντι, ὅθεν ἓν τὸ μέγα ἡγῇ εἶναι.
Ἀληθῆ λέγεις, φάναι.
Τί δ᾽ αὐτὸ τὸ μέγα καὶ τἆλλα τὰ μεγάλα, ἐὰν ὡσαύτως τῇ ψυχῇ ἐπὶ πάντα ἴδῃς, οὐχὶ ἕν τι αὖ μέγα φανεῖται, ᾧ ταῦτα πάντα μεγάλα φαίνεσθαι;
Ἔοικεν.
Ἄλλο ἄρα εἶδος μεγέθους ἀναφανήσεται, παρ᾽ αὐτό τε τὸ μέγεθος γεγονὸς καὶ τὰ μετέχοντα αὐτοῦ: καὶ ἐπὶ τούτοις αὖ πᾶσιν ἕτερον, ᾧ ταῦτα πάντα μεγάλα ἔσται: καὶ οὐκέτι δὴ ἓν ἕκαστόν σοι τῶν εἰδῶν ἔσται, ἀλλὰ ἄπειρα τὸ πλῆθος.'

*

'Είσαι ακόμα νέος, Σωκράτη, είπε ο Παρμενίδης, και δεν σ’ έχει συλλάβει ακόμα η φιλοσοφία, αλλά πιστεύω ότι θα σε κυριεύσει και δεν θα παραβλέψεις τίποτα. Τώρα όμως λόγω ηλικίας αποβλέπεις στη γνώμη των ανθρώπων. Πες μου λοιπόν το εξής· πιστεύεις, όπως λες, ότι υπάρχουν ορισμένες ιδέες, από τις οποίες παίρνουν τα άλλα το όνομά τους, επειδή μετέχουν σ’ αυτές; Για παράδειγμα, αν μετέχουν στην ιδέα της ομοιότητας, τα θεωρείς όμοια, αν μετέχουν στην ιδέα του μεγέθους γίνονται μεγάλα, της ωραιότητας και της δικαιοσύνης γίνονται δίκαια και ωραία;
Βέβαια, είπε ο Σωκράτης.
Μήπως, κάθε τι που μετέχει, μετέχει σε όλη την ιδέα ή σ’ ένα μέρος της; Ή μήπως υπάρχει άλλος τρόπος μέθεξης;
Πώς θα μπορούσε; είπε.
Ποιο από τα δύο πιστεύεις, σε καθένα από τα πολλά ενυπάρχει ολόκληρη η ιδέα, που είναι μία, ή πώς αλλιώς;
Εμποδίζει τίποτα, Παρμενίδη, να ενυπάρχει ολόκληρη; του είπε ο Σωκράτης.
Όντας λοιπόν ένα και το αυτό πράγμα, η ιδέα θα υπάρχει την ίδια στιγμή ολόκληρη σε πολλά πράγματα χωριστά, συνεπώς μπορεί να χωρίζεται σε μέρη.
Δεν θα χωριζόταν, είπε (ο Σωκράτης), αν ήταν σαν την ημέρα, που είναι μία και η αυτή, ταυτόχρονα όμως είναι σε πολλά μέρη, δίχως να χωρίζεται. Με τον ίδιο τρόπο κάθε ιδέα θα μπορούσε να είναι μία και η αυτή ταυτόχρονα σε όλα.
Ευχάριστα, Σωκράτη, κάνεις να είναι ένα και το αυτό πράγμα ταυτόχρονα σε πολλά μέρη, όπως για παράδειγμα αν απλώσεις ένα ιστίο πάνω σε πολλούς ανθρώπους θα έλεγες ότι ολόκληρο βρίσκεται πάνω σε πολλούς. Ή μήπως νομίζεις ότι δεν λες τέτοιο πράγμα;
Ίσως, είπε.
Ολόκληρο λοιπόν το ιστίο μπορεί να είναι απλωμένο σε καθένα χωριστά ή ένα μέρος του επάνω σε άλλο;
Ένα μέρος.
Επομένως, Σωκράτη, είναι μεριστές οι ιδέες, είπε ο Παρμενίδης, και τα πράγματα που μετέχουν σ’ αυτές μόνο σε μέρος θα μπορούσαν να μετέχουν· η ιδέα δεν υπάρχει πια ολόκληρη σε κάθε πράγμα, αλλά μόνο ένα μέρος της.
Έτσι φαίνεται τουλάχιστον.
Θα θελήσεις να υποστηρίξεις λοιπόν, Σωκράτη, ότι στ’ αλήθεια διαχωρίζεται για μας μία ιδέα και εξακολουθεί να παραμένει μία;
Καθόλου, απάντησε, είπε (ο Παρμενίδης). Αν χωρίσεις σε μέρη αυτό το μέγεθος, και αν καθένα από τα πολλά μέρη που εμπεριέχουν την ιδέα του μεγέθους, είναι μεγάλο σε σχέση με μικρότερο μέρος, που ανήκει στην ιδέα του μεγέθους, δεν θα φαινόταν παράδοξο;
Πολύ μάλιστα, απάντησε.
Τι λοιπόν; Αν από την ισότητα ξεχωρίζεις κάθε μικρό μέρος, θα έχει κάτι που, ενώ θα έχει την ιδέα της ισότητας, θα είναι μικρότερο από την ίδια την ιδέα της ισότητας;
Αδύνατον.
Έστω όμως ότι ένας από μας παίρνει κάποιο μέρος από την ιδέα της μικρότητας· τότε αυτή θα είναι μεγαλύτερη από το ίδιο το μέρος της, επειδή αυτό είναι μέρος του εαυτού του, συνεπώς η ίδια η μικρότητα θα είναι μεγαλύτερη. Σε οποιοδήποτε μέρος κι αν προστεθεί το μέρος που αφαιρέθηκε, θα είναι τούτο μικρότερο και όχι μεγαλύτερο απ’ ό,τι πριν.
Δεν θα ήταν βέβαιο δυνατό να γίνει μεγαλύτερο.
Πώς λοιπόν, Σωκράτη, θα μετέχουν τα πράγματα στις ιδέες, αν δεν μπορούν να μετέχουν ούτε σε μέρος ούτε σε ολόκληρη την ιδέα; είπε ο Παρμενίδης.
Δεν μου φαίνεται εύκολο, μα τον Δία, να τον προσδιορίσω καθόλου.
Τι λοιπόν; Τι πιστεύεις τώρα για το θέμα τούτο;
Για ποιο;
Πιστεύω ότι νομίζεις πως κάθε ιδέα είναι μία από το εξής: Μόλις αντιληφθείς ότι υπάρχουν πολλά μεγάλα πράγματα, αφού τα θεωρήσεις συνολικά, σου φαίνεται ότι ίσως μία και η αυτή ιδέα κυριαρχεί σε όλα, από το οποίο και πιστεύεις ότι μία είναι η ιδέα του μεγέθους.
Αλήθεια λες, είπε.
Τι θα γίνει όμως; Αν εξετάσεις μέσα στην ψυχή σου την ίδια την ιδέα του μεγέθους και τα άλλα μεγάλα πράγματα, δεν θα σου φανεί ότι κυριαρχεί επ’ αυτών μία άλλη ιδέα μεγέθους, εξαιτίας της οποίας κατ’ ανάγκη θα φανούν μεγάλα όλα τούτα;
Προφανώς.
Θα εμφανιστεί λοιπόν μια άλλη ιδέα μεγέθους να κυριαρχεί πάνω στο ίδιο το μέγεθος και στα πράγματα που μετέχουν σ’ αυτό. Και μαζί με όλα τούτα θα εμφανιστεί και άλλη ιδέα μεγέθους, που εξαιτίας της αυτά στο σύνολό τους θα είναι μεγάλα. Έτσι δεν θα έχεις μία αλλά άπειρες στο πλήθος ιδέες.'

Πλάτων, Παρμενίδης (ή Περί Ιδεών), μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑