
'«Η αιωνιότητα κινδυνεύει να κρατήσει πολύ». Με αυτή τη φράση παρωδείται μερικές φορές η αιώνια ζωή των χριστιανών. Θα λέγαμε ότι, για τον Μπωντλαίρ, αυτό το ενδεχόμενο είναι απολύτως δυνατό, διότι ο χρόνος αυτός που, παραδόξως, διαφεύγει διαρκώς σαν μια «περαστική», αλλά ταυτόχρονα δεν σταματά να κυλά, είναι για εκείνον πηγή ανίας. Με μια λέξη, ο Μπωντλαίρ αισθάνεται ότι «[είν’] ένα μπουντουάρ παλιό με ρόδα μαραμένα» («Spleen LXXVI»). Πώς το καταλαβαίνετε αυτό;
Η ανία, η μελαγχολία, η ακηδία, το spleen. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη θεμελιώδη αυθεντικότητα του Μπωντλαίρ χωρίς να αναφερθούμε στις πραγματικότητες αυτές. Ίσως θα έπρεπε να διακρίνουμε αυστηρά αυτές τις τέσσερις έννοιες, αλλά, όταν πρόκειται για τον Μπωντλαίρ, εγώ τις εκλαμβάνω ως σχεδόν συνώνυμες. Μπορούμε να πούμε ότι, grosso modo, το μπωντλαιρικό spleen είναι μια νεωτερική και εκκοσμικευμένη εκδοχή της χριστιανικής ακηδίας, αυτής της περίφημης «χλιαρότητας» στην πνευματική ζωή, που αποξήρανε την ικανότητα να αγαπήσεις – στην οποία αναφέρονται κυρίως οι μοναχοί του Μεσαίωνα. Η ακηδία, το spleen, είναι όχι μόνο η απουσία του νοήματος και της αγάπης, αλλά επίσης η πλήρης αδυναμία μας να συλλάβουμε εκ νέου.
Νομίζω ότι, όπως είχε παρατηρήσει παλαιότερα ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Μπωντλαίρ μας παρουσιάζει το spleen ως μια ιδιότητα του βιωμένου χρόνου. Η έμφαση δεν δίνεται τόσο στην ίδια τη χαύνωση, όσο σε έναν τρόπο βίωσης του χρόνου που είναι εντελώς ανυπόφορος. Τι τον κάνει ανυπόφορο; Η επανάληψη· με μια έννοια αντίθετη προς την κιρκεγκωριανή, σύμφωνα με την οποία η επανάληψη, η επανέναρξη του βιωμένου χρόνου, μας σώζει ακριβώς από την επιστροφή του Ίδιου. Για τον Μπωντλαίρ, το spleen πηγάζει από το γεγονός ότι αισθανόμαστε πως ο χρόνος επαναλαμβάνεται διαρκώς. Πως τα πράγματα δεν οδηγούνται πουθενά. Πως δεν υπάρχει κανένας σκοπός. Ο Μπωντλαίρ, καθώς περιπλανιέται στην πόλη, διαπιστώνει ότι ο νεωτερικός χρόνος δύσκολα μπορεί να βιωθεί διαφορετικά. Ο Μπένγιαμιν επισημαίνει παραδείγματα από τα οποία, στην δική του εποχή, τεκμαίρεται μια παρόμοια σχέση με τον χρόνο: οι αλυσίδες συναρμολόγησης, ο φορντισμός, κλπ. Επανάληψη μηχανικών κινήσεων και επαναλαμβανόμενος χρόνος.
Στον νεωτερικό χρόνο –επίπεδο, γεωμετρικό και, τελικά, παράλογο– απαντά μια άλλη αντίληψη του χρόνου, που επιχειρεί να συνδέσει τον ανθρώπινο χρόνο με την αιωνιότητα ή, μάλλον, τη λύτρωση του πρώτου μέσα στη δεύτερη. Ο χρόνος προσεγγίζει την αιωνιότητα όταν οι διαφορετικές στιγμές του ανθρώπινου χρόνου, φαινομενικά κατακερματισμένες, σχηματίζουν ένα ενιαίο νήμα. Ένα νήμα που προσδίδει νόημα σε κάθε στιγμή, ένα νόημα που δεν ανακαλύπτεται παρά μόνο σε συνάφεια με το όλον του νήματος. Το μυαλό μας πηγαίνει αβίαστα στη μεγάλοι τοιχογραφία του Προυστ Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, αφού ο γάλλος μυθιστοριογράφος ξεδίπλωσε αυτή την προβληματική με μοναδική ευφυΐα, ακόμη και αν το ζήτημα της αιωνιότητας απουσιάζει από τη σκέψη του. Αλλά, και πριν από τον Μπωντλαίρ, η σχέση αυτή με τον χρόνο ως ολότητα είχε ήδη ερευνηθεί πολύ. Ο Αυγουστίνος, επί παραδείγματι, την επικαλούνταν, καταφεύγοντας στο παράδειγμα της μουσικής μελωδίας. Προφανώς, δεν θα μπορούσαμε να ακούσουμε μουσική, αν απομονώνανε κάθε νότα, κάθε ρυθμό. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι όλα τα στοιχεία συναρθρώνονται με τρόπο που να αποκλείει τη μηχανική ή αυθαίρετη διαδοχή. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι ο Αυγουστίνος επηρεάστηκε βαθιά από την πλατωνική σκέψη, η αντίληψή του για τον χρόνο διαφέρει πολύ από την πλατωνική. Για τον Πλάτωνα, η αιωνιότητα βρίσκεται εντελώς έξω από τον χρόνο, δεν περιέχει καμία κίνηση, αισθητή ή μη. Αντίθετα, για τον Αυγουστίνο, όπως και για όλη την κατοπινή χριστιανική θεολογία, ο χρόνος του Θεού, η αιωνιότητα, δεν είναι ξένος προς τον ανθρώπινο χρόνο, αλλά συνιστά το πλήρωμά του.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Μπωντλαίρ; Νομίζω ότι ο Μπωντλαίρ θα επιθυμούσε να είναι έτσι ο χρόνος [σύμφωνα δηλαδή, με τη χριστιανική αντίληψη], και ότι η ανία του τον κατέκλυζε τις στιγμές που αισθανόταν αυτή την ελπίδα να ματαιώνεται. Ένα από τα χαρακτηριστικά της ακηδίας, του spleen, είναι ότι χάνει κανείς την αίσθηση του σωστού και του λάθους. Η επιθυμία δεν μπορεί πλέον ούτε καν να προσανατολιστεί προς ένα ακαθόριστο αντικείμενο ή να επιβιβαστεί σε μια ορμή: όταν τα πάντα φαίνεται να βεβαιώνουν ότι τίποτε δεν έχει πια νόημα, τότε πετρώνει όλο το είναι. Όταν αισθανόμαστε γενικά θλιμμένοι ή δυστυχισμένοι, μπορούμε να περιγράψουμε τους λόγους, ή τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να βγούμε από την κατάστασή μας με χειρονομίες και πράξεις που έχουν κάποιο νόημα για εμάς. Όταν όμως χτυπά η ακηδία, τότε δεν υπάρχει πλέον πάνω και κάτω, και οι συνηθισμένες χειρονομίες σωτηρίας χάνουν την αποτελεσματικότητά τους και ταυτόχρονα το νόημα που τους αποδίδαμε. Στη θέση τους εγκαθίσταται μια μυστηριώδης παράλυση. Και το μεγαλείο του Μπωντλαίρ οφείλεται, εν μέρει, στη δύναμη των εικόνων που βρίσκει για να εκφράσει αυτή την κατάσταση. Ας πάρουμε το «Spleen LXXVIII»:
Όταν, βαρύς και χαμηλός, ο ουρανός πλακώνει
το πνεύμα που απ’ την πλήξη του την τόση αγκομαχάει
και γύρω τον ορίζοντα ολόκληρο τον ζώνει
και φως μουχρό, πιο θλιβερό κι απ’ της νυχτός, σκορπάει·
όταν η γη μια φυλακή λες κι είναι, μουσκεμένη,
όπου η Ελπίδα, φεύγοντας, σαν νυχτερίδα πάει
κι αγγίζει τη φτερούγα της στους τοίχους φοβισμένη
κι απά’ σε σαπιοτάβανα την κεφαλή χτυπάει·
όταν τ’ ατέλειωτο η βροχή κλωστόνερό της χύνει,
που σιδερόφραχτη τη γη σαν κάτεργο την δείχτει,
και πλήθος άτιμες, βουβές αράχνες πάει και στήνει
βαθιά μες στο κεφάλι μας το δολερό του δίχτυ,
άξαφνα τότε ακούγονται καμπάνες φρενιασμένες,
που το φριχτό τους ουρλιαχτό στους ουρανούς σκορπάνε
καθώς ψυχές που τριγυρνούν απάτριδες, χαμένες,
κι αρχίζουνε θρηνητικά, με πείσμα, να βογκάνε.
Και κάποια, δίχως μουσική, νεκρών πολλών κηδεία
περνά από την ψυχή μου. Κλαίει για ελπίδα νικημένη
και στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει η Αγωνία
δεσποτική τη μαύρη της σημαία λυσσασμένη.
Η αξία του Μπωντλαίρ δεν έγκειται, όμως, μόνο στο γεγονός ότι ανακαλύπτει εικόνες· διότι, εκφράζοντας την ακηδία, μας απελευθερώνει κατά κάποιον τρόπο από αυτήν. Η ποιητική έκφραση του spleen, ή ένταξή του σε μια ποιοτική φόρμα και η σκηνοθεσία του γίνεται η ίδια το μέσο της εξόδου από το «σκοτεινό μπουντρούμι». Αν το spleen χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι αγνοούμε την προέλευσή του, η έκφραση της ουσίας του είναι ήδη μια αποστασιοποίηση από αυτό. Διότι η έσχατη συνέπεια του spleen είναι η πλήρης απραξία. Το γεγονός λοιπόν ότι ο ποιητής μπαίνει στον κόπο να το ονοματίσει συνιστά ήδη μια απόδειξη ότι η αφοσίωση σε μια δραστηριότητα έχει νόημα, ότι η χειρονομία κατανόησης της ουσίας των πραγμάτων είναι μια χειρονομία με νόημα. Και εκεί που αναδύεται το νόημα, το spleen υποχωρεί.
Αυτό που συνιστά, ωστόσο, την ιδιαιτερότητα του Μπωντλαίρ και καθιστά δύσκολη τη συμπερίληψή του στον χριστιανισμό, είναι ότι, από εκείνη τη στιγμή, δύο δρόμοι ανοίγονται για τον ποιητή και για εμάς τους αναγνώστες: μια ορμή προς τον Θεό και μια ορμή απομάκρυνσης από Αυτόν. Τη στιγμή που βγαίνουμε από την ακηδία αντικρίζοντάς τον καταπρόσωπο, όπως στην ποίηση του Μπωντλαίρ, τι κάνουμε;
Μπορεί, αφενός, να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε το νόημα με ανανεωμένη διαύγεια, που πηγάζει από την τραυματική εμπειρία που είχαμε, την εμπειρία του μηδενισμού της σημασίας της ύπαρξης: αυτή είναι η λύση που αντιπροσωπεύει θαυμάσια ο Τ.Σ. Έλιοτ, και η οποία συνάδει με τον χριστιανισμό. Σκεφτείτε την εγκατάλειψη του Χριστού πάνω στον Σταυρό… Ο Μπωντλαίρ εξιστορεί κάθε ανθρώπινη ασχήμια, κάθε αδυναμία της ανθρώπινης καρδιάς, βαθιά σημαδεμένης από το λεγόμενο «προπατορικό αμάρτημα». Αυτή η δραματοποίηση του αξιοθρήνητου στοιχείου της συνθήκης μας μάς επιτρέπει να το αναλάβουμε, παίρνοντας ταυτόχρονα μια απόσταση από αυτό. Η απελευθέρωση διά του spleen είναι παράδοξη: βγαίνουμε από την ασημαντότητα… δίνοντάς της ένα νόημα. Επίσης, η μάχη αυτή, που διεξάγεται στην καρδιά της γλώσσας, είναι μια μάχη που δημιουργεί έναν δεσμό ανάμεσα στον ποιητή και τους εν ανθρωπότητι αδελφούς και αδελφές του. Σε τελική ανάλυση, ο Μπωντλαίρ γράφει για να διαβαστεί, να επικοινωνήσει με εκείνον που αποκαλεί στραβομουτσουνιάζοντας: «Ω αναγνώστη υποκριτή, αδέρφι, που μου μοιάζεις!»
Από την άλλη μεριά, μπορούμε επίσης να σταθούμε στο χείλος της αβύσσου, να προεκτείνουμε επ’ άπειρον αυτή την τυπικά μπωντλαιρική κατάσταση του να βρισκόμαστε ταυτόχρονα στον πάτο του spleen και στην αφετηρία της ανάδυσης. Τούτη η στάση, που χαρακτηρίζει τους «καταραμένους ποιητές», σαγηνεύεται από αυτό που εξευτελίζει το νόημα και εξαχρειώνει το πρόσωπο. Με μια λέξη, αυτό που ονομάζουμε κακό: «Εγώ λέω: η μοναδική και υπέρτατη ηδονή υπάρχει στη βεβαιότητα να κάνεις το κακό – και ο άντρας και η γυναίκα γνωρίζουν εκ γενετής ότι κάθε ηδονή βρίσκεται στο κακό» («Fusées»). Ας επισημάνουμε ότι το νοηματικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται το μπωντλαιρικό εγχείρημα είναι το πλαίσιο ενός χριστιανισμού που αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφυλακτικότητα τις σωματικές επιθυμίες και τη σεξουαλικότητα.
Δεν θα ήταν, λοιπόν, παράδοξο αν υπογραμμίζαμε ότι ο Μπωντλαίρ πολιορκεί αυτό το πεδίο, που είναι πλούσιο σε σημασίες και, άρα, σε ενδεχόμενες εκλείψεις του νοήματος. Σήμερα, βέβαια, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι ο Μπωντλαίρ υιοθετεί δικαίως τη στάση της χειραφέτησης, σε σχέση με έναν ολέθριο ηθικισμό. Ας είμαστε όμως έντιμοι και ας αναγνωρίσουμε ότι η σχέση του Μπωντλαίρ με τη σεξουαλικότητα και τις γυναίκες είναι όχι τόσο καρπός πνευματικής ελευθερίας όσο αποτέλεσμα εγωισμού και μισογυνισμού.'
Τσαρλς Τέιλορ, Τα Βιβλία που Ελευθερώνουν: Οι Λεωφόροι της Πίστης. Συνομιλίες με τον Jonathan Guilbault, μτφρ. Μιχάλης Πάγκαλος, εκδ. Πόλις
