
'Πρέπει τώρα να κατανοήσουμε πώς το παραδομένο αποκαλύπτει (φαινομενικοποιεί ως συμβάν) το δοσμένο – και μέχρι που μπορεί να το κάνει.
Ας θεωρήσουμε κατ’ αρχάς το αποκεκαλυμμένο ως αυστηρά φαινομενολογική παραδοχή. Ως το δοσμένο που λαμβάνουμε από την αναγωγή· μπορεί να περιγράφει ως αυτό που ο Husserl ονομάζει βίωμα ή Erlebnis. Όμως –παραγνωρίζουμε συχνά αυτό το κεφαλαιώδες σημείο–, το βίωμα ως τέτοιο δεν δείχνεται, αλλά παραμένει εξ ελλείψεως αόρατο· μπορούμε να πούμε, αφού δεν υπάρχει κάποιος καλύτερος τρόπος, ότι μας επηρεάζει, μας επιβάλλεται και βαραίνει αυτό που τολμάμε να ονομάζουμε συνείδησή μας (ακριβώς διότι δεν έχει ακόμη την ξεκάθαρη και προφανή συνείδηση περί τίνος πρόκειται όταν λαμβάνει το καθαρό δοσμένο). Το δοσμένο, ως βίωμα, παραμένει ένα stimulus, ένα ερέθισμα, μια πληροφορία· το παραδομένο το δέχεται, χωρίς αυτό, σε καμία περίπτωση, να αυτο-δειχτεί. Πως το δοσμένο καταφέρνει μερικές φορές να περάσει από το αθέατο στο ιδωμένο; Δεν τίθεται εδώ ζήτημα εξέτασης φυσιολογικών ή ψυχολογικών θεωριών, όχι μόνο ελλείψει γνώσεων, αλλά και για λόγους αρχής: πριν εξηγήσουμε την διαδικασία πρέπει πρώτα να την αναγνωρίσουμε· και η πορεία της ανάδυσης του ορατού από το αθέατο υπάγεται σίγουρα στην φαινομενολογία.
Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, διακινδυνεύουμε να πούμε ότι το δοσμένο, αθέατο αλλά ειλημμένο, προβάλλεται στο παραδομένο (στην συνείδηση εάν προτιμάτε) σαν σε οθόνη· όλη η ισχύς αυτού του δοσμένου έρχεται σαν να σκάει πάνω στην οθόνη, προκαλώντας αμέσως μία διπλή ορατότητα. α) Αυτήν του δοσμένου βεβαίως, του οποίου ο αντίκτυπος, αόρατος μέχρι τότε, σκάει, εκρήγνυται και αποσυντίθεται στα μέρη του, τα πρώτα ορατά. Μπορούμε να αναλογιστούμε εδώ ως πρότυπο, ένα πρίσμα που συλλαμβάνει το λευκό φως, αόρατο μέχρι εκείνη την στιγμή, και το αποσυνθέτει στο φάσμα των βασικών χρωμάτων που είναι, εν τέλει, ορατά. Το παραδομένο λαμβάνοντας το δοσμένο φαινομενικοποιεί, ακριβώς διότι του προβάλλει αντίσταση, το συλλαμβάνει στην οθόνη του και το ακινητοποιεί πλαισιώνοντάς το. Εάν λοιπόν το παραδομένο λαμβάνει το δοσμένο, το δέχεται επιβάλλοντας όλο του το σφρίγος, και μάλιστα με την βία ενός τερματοφύλακα που μπλοκάρει μια βολή, ενός αμυντικού που αναχαιτίζει την μπαλιά, ενός επιθετικού που την επιστρέφει με επιτυχία. Οθόνη, πρίσμα, πλαίσιο: το παραδομένο εισπράττει τον αντίκτυπο του καθαρού αθέατου δοσμένου, καθώς κρατάει το momentum για να μεταμορφώσει έτσι την κατά μήκος εκτεινόμενη ισχύ, σε απλωμένη επιφάνεια, επίπεδη και ανοικτή. Με την διεργασία αυτήν –την υποδοχή για την ακρίβεια–, το δοσμένο μπορεί να αρχίσει να αυτο-δείχνεται ξεκινώντας από τα μέρη της ορατότητας που παραχώρησε στο παραδομένο, ή μάλλον, που έλαβε απ’ αυτό. β) Αλλά η ορατότητα που αναδύεται από το δοσμένο προκαλεί συγχρόνως την ορατότητα του παραδομένου. Πράγματι, το παραδομένο δεν βλέπει μόνο του τον εαυτό του πριν δεχτεί επίδραση του δοσμένου. Απογυμνωμένο από την υπερβατολογική του πορφύρα, δεν προηγείται πλέον του φαινομένου ούτε ακόμη περισσότερο το «συνοδεύει» ως σκέψη ήδη τεθειμένη· εφ’ όσον λαμβάνεται από αυτό που λαμβάνει, δεν προηγείται σε καμία περίπτωση από μια ορατότητα πρότερη του αθέατου δοσμένου. Στην πράξη, το παραδομένο δεν δείχνεται περισσότερο από το δοσμένο – η οθόνη ή το πρίσμα του παραμένουν εντελώς αθέατα για όσο διάστημα η επίδραση του δοσμένου –που εκρήγνυται πάνω τους– δεν τα φωτίζει διά μιας· ή μάλλον, για να μιλήσουμε κυριολεκτικά, εφ’ όσον το παραδομένο δεν είναι χωρίς αυτήν την υποδοχή, η επίδραση εγείρει για πρώτη φορά την οθόνη επάνω στην οποία συντρίβεται, όπως ακριβώς εγκαθιστά και το πρίσμα μέσω του οποίου αποσυντίθεται. Εν ολίγοις, το παραδομένο φαινομενικοποιείται από την ίδια εκείνη διεργασία διά της οποίας φαινομενικοποιεί το δοσμένο.
Το δοσμένο αποκαλύπτεται λοιπόν στο παραδομένο, αποκαλύπτοντας το παραδομένο στον εαυτό του. Και τα δύο φαινομενικοποιούνται κατά τον τρόπο του αποκεκαλυμμένου, που χαρακτηρίζεται από αυτήν την ουσιαστική φαινομενική αμοιβαιότητα, όπου το οράν συνεπάγεται την τροποποίηση του ορώντος από το ορώμενο, όσο και την τροποποίηση του ορώμενου από το ορών. Το παραδομένο λειτουργεί ως ο εμφανιστής του δοσμένου και το δοσμένο ως το εμφανιστής του παραδομένου – εμφανιστές, κατά την φωτογραφική έννοια του όρου. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να διακινδυνεύσουμε να πούμε ότι το φιλοσοφικό παράδοξο της κβαντικής φυσικής σχετικά με την αλληλεξάρτηση αντικειμένου και παρατηρητή ισχύει, κατ’ αναλογία, για κάθε φαινομενικότητα ανεξαιρέτως. Αλλά μπορούμε ακόμη εδώ να μιλάμε για «φαινομενικότητα χωρίς εξαίρεση»; Δεν παραδεχθήκαμε προηγουμένως ότι, εάν κάθε τι που αυτο-δείχνεται πρώτα αυτο-δίνεται, η αμοιβαιότητα δεν ισχύει, διότι κάθε τι που αυτο-δίνεται δεν καταφέρνει εν τούτοις να αυτο-δειχτεί; Στην πραγματικότητα, αντί να εμπλακούμε σε μία καινούργια απορία, μάλλον μόλις βρήκαμε την διέξοδο. Καθώς, εάν το δοσμένο δεν αυτο-δείχνεται παρά όταν εγκλωβίζεται και απλώνεται στην οθόνη, η οποία μετατρέπεται σε παραδομένο, εάν το παραδομένο οφείλει και πρέπει μόνο του έτσι να μεταμορφώσει μια επίδραση σε ορατότητα, το εύρος της φαινομενικοποίησης εξαρτάται από την αντίσταση του παραδομένου στο βίαιο πλήγμα του δοσμένου. Χρησιμοποιούμε την αντίσταση με την έννοια –ενδεικτική ως τετριμμένη που είναι– του ηλεκτρισμού: όταν σ’ ένα κύκλωμα, διαπιστώνουμε ή προκαλούμε σκόπιμα· έναν περιορισμό στην κίνηση των ελεύθερων ηλεκτρονίων, ένα μέρος της ενέργειας μετατρέπεται σε θερμότητα ή φως. Η αντίσταση μετασχηματίζει έτσι μια αθέατη κίνηση σε θερμότητα και φως φαινομενικοποιημένα. Όσο μεγαλώνει η αντίσταση υπό την επίδραση του δοσμένου (άρα κατ’ αρχάς των βιωμάτων, των εποπτειών), τόσο το φαινομενολογικό φως αυτο-δείχνεται. Η αντίσταση –μια λειτουργία που προσήκει στο παραδομένο– καθίσταται ο ενδεικτικός όρος της μεταστοιχείωσης αυτού που αυτο-δίνεται σε εκείνο που αυτο-δείχνεται. Όσο περισσότερο το δοσμένο της εποπτείας αυξάνει την πίεσή του, τόσο περισσότερο καθίσταται αναγκαία μία μεγάλη αντίσταση ώστε το παραδομένο να αποκαλύψει ένα ακόμη φαινόμενο. Εξ ου η αναπόφευκτη και λογική υπόθεση των κορεσμένων φαινομένων –τόσο κορεσμένων από δοσμένες εποπτείες ώστε να λείπουν οι αντίστοιχες σημασίες και τα νοήματα. Μπροστά σε τέτοια φαινόμενα, στην πραγματικότητα μερικώς μη ορατά (εκτός βεβαίως λόγω της εκθάμβωσης), η επιτυχία της μεταστοιχείωσης, μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο –τον πλεονασμό της δωρεάς σε μία προβολή ισομεγέθη, δηλαδή υπέρμετρη– εξαρτάται μόνο από την αντίσταση του παραδομένου. Διανοίγεται εδώ το πεδίο μιας θεωρίας της φαινομενολογίας της τέχνης: ο ζωγράφος καθιστά ορατό ως φαινόμενο εκείνο το οποίο κανείς δεν το είχε ποτέ δει, διότι κατορθώνει, πρώτος αυτός κάθε φορά, να αντισταθεί στο δοσμένο τόσο ώστε να το κάνει να αυτο-δειχτεί – και έτσι το φαινόμενο γίνεται προσβάσιμο σε όλους. Ένας μεγάλος ζωγράφος ποτέ δεν εφευρίσκει κάτι, λες και το δοσμένο εμφανίζεται ερήμην· αντιθέτως, υποφέρει καθώς αντιστέκεται σ’ αυτό το πλεόνασμα, μέχρι να το κάνει να παραδώσει την ορατότητά του (όπως όταν βίαια εξαναγκάζουμε κάποιον να κάνει κάτι). Ο Rothko αντιστέκεται σ’ αυτό που δέχτηκε σαν ένα βίαιο δοσμένο –υπερβολικά βίαιο για οποιονδήποτε άλλον εκτός απ’ αυτόν– φαινομενικοποιώντας το στην οθόνη με τα άτονα χρώματά του: «Φυλάκισα την πιο απόλυτη βία σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό της επιφάνειας (των πινάκων)». Αυτό που ισχύει για την τέχνη, ισχύει για την λογοτεχνία και για κάθε θεωρησιακή σκέψη: μια τεράστια προσπάθεια αντίστασης στο δοσμένο ώστε να το φαινομενικοποιήσει όσο πιο πολύ το παραδομένο αντέχει. Η ιδιοφυΐα συνίσταται σε μία μεγάλη αντίσταση στην επίδραση του δοσμένου που αποκαλύπτεται. Σε κάθε περίπτωση, το φαινόμενο που επέρχεται ως συμβάν, παίρνει την μομφή του αποκεκαλυμμένου, που σημαίνει ότι φαινομενικοποιεί το παραδομένο με την ίδια χειρονομία με την οποία το παραδομένο εξαναγκάζει αυτό που αυτο-δίνεται να αυτο-δειχτεί λίγο πιο πριν.'
Ζαν-Λικ Μαριόν, Επί Προσθέτως: Φαινομενολογία και Θεολογία, μτφρ. Γιώργος Γρηγορίου, εκδ. Πόλις
* * *
'Το De surcoit, όπως και το λοιπό έργο του Marion [...] είναι κείμενα που δεν χωνεύονται ούτε αφομοιώνονται εύκολα. Το εύρος του εγχειρήματος της ανάγνωσής τους –μάλλον της μελέτης τους με το μολύβι στο χέρι– είναι τέτοιο, ώστε αυτός που θα αποφασίσει να καταπιαστεί μ' αυτό, θα πρέπει να δώσει όλο του τον χρόνο, την προσπάθεια και την υπομονή του. Εάν όμως αυτό συμβαίνει για τον αναγνώστη, αβίαστα μπορούμε να φανταστούμε τι αποτέλεσε για τον συγγραφέα. Θα λέγαμε ότι το έργο του Marion είναι ένα έργο «χειροποίητο», ένα έργο από «πρώτο χέρι», ένα έργο από χέρι δασκάλου. Αν θέλαμε να δανειστούμε την φαινομενολογική ορολογία του συγγραφέα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο του προβάλλει ως μια δωρεά, και ότι ο αναγνώστης δεν είναι τόσο ένα Εγώ που νοεί το προσλαμβανόμενο, αλλά μάλλον γίνεται ο μάρτυρας του δώρου – γίνεται εκείνος που υποδέχεται τον εαυτό του από εκείνο που λαμβάνει. Γίνεται ο παραδομένος.
Γιώργος Γρηγορίου, από την Εισαγωγή της έκδοσης
