'Πρώτα απ’ όλα, τι ακριβώς ήταν; Μια τερατώδης εξαίρεση εντελώς έξω από τα όρια της ανθρωπότητας. «Το μοναδικό πράγμα σε σχέση με τον Σαντ», παρατήρησε κάποτε ο Νοντιέ, «είναι ότι έκανε ένα τόσο τερατώδες έγκλημα που δεν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίζει χωρίς να κινδυνεύει» (κατά μια έννοια αυτή ήταν μια από τις φιλοδοξίες του Σαντ: να είναι αθώος χάριν της ενοχής· να συντρίψει ότι είναι φυσικό μια για πάντα συντρίβοντας τους νόμους με τους οποίους θα είχε κριθεί). Άλλος ένας σύγχρονος, ο Piton, γράφει με ένα φοβερό τρόπο: «Η Δικαιοσύνη τον είχε στριμώξει σε μια γωνία της φυλακής και είχε προσφέρει σε κάθε φυλακισμένο μια βοήθεια να απαλλάξει τον κόσμο από αυτό το βάρος». Όταν αργότερα αναγνωρίστηκε στο Σαντ μια ανωμαλία που την εύρισκε κανείς και σε ορισμένους άλλους ανθρώπους, τότε γρήγορα και προσεκτικά σφραγίστηκε μέσα σ’ αυτήν την ακατανόμαστη διαστροφή, στην οποία κανένα άλλο όνομα, εκτός από το όνομα αυτού του μοναδικού ανθρώπου, δεν θα μπορούσε να δοθεί. Ακόμα κι αργότερα, όταν αυτή η ανωμαλία θεωρήθηκε ότι εξύψωνε τον Σαντ, όταν τον αντιλαμβανόντουσαν και σαν έναν άνθρωπο αρκετά ελεύθερο ώστε να έχει εφεύρει μια νέα επιστήμη, και, εν πάση περιπτώσει, σαν έναν εξαιρετικό άνθρωπο, τόσο σε σχέση με το πεπρωμένο του, όσο και σε σχέση με τις ασχολίες του, κι όταν, τελικά, ο σαδισμός θεωρήθηκε σαν μια ενδιαφέρουσα για όλη την ανθρωπότητα δυνατότητα – ακόμα και τότε η σκέψη του Σαντ εξακολούθησε να είναι παραμελημένη, σαν να μην υπήρχε αμφιβολία ότι ο σαδισμός έχει περισσότερη αυθεντικότητα και πρωτοβουλία απ’ όση ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ο Σαντ τον ερμήνευε. Εξετάζοντάς την από πιο κοντά, ωστόσο, βλέπουμε ότι δεν είναι αμελητέα κι ότι μέσα από τις πλέριες αντιφάσεις της, προκύπτουν, πάνω στο πρόβλημα που υποδηλώνει το όνομά του Σαντ, εμβαθύνσεις πολύ πιο ουσιαστικές από ότι έχουν πει πάνω στο θέμα μέχρι σήμερα ακόμα κι οι πιο φωτισμένοι εγκέφαλοι. Δεν λέμε ότι αυτή η φιλοσοφία μπορεί να επιβιώσει. Αλλά δείχνει πράγματι, ότι ανάμεσα στο φυσιολογικό άνθρωπο που φέρνει τον σαδιστικό, άνθρωπο σ’ ένα αδιέξοδο, και στο σαδιστή που μετατρέπει το αδιέξοδο σε διέξοδο, είναι ο δεύτερος που έχει πλησιάσει περισσότερο την αλήθεια, που ξέρει κάτι περισσότερο για τη λογική της κατάστασής του και που έχει μια βαθύτερη κατανόηση της, και είναι αυτός που βρίσκεται σε θέση να βοηθήσει τον φυσιολογικό άνθρωπο να φτάσει στην αυτογνωσία, βοηθώντας τον να τροποποιήσει τις βάσεις όλης της κατανόησης.'
Μορίς Μπλανσό, 'Σαντ', μτφρ. Αντρέας Κανελλίδης
*
'Ο σαδισμός είναι κάτι που θα μπορούσαμε ίσως να το φέρουμε πάνω μας σαν ένα σάρκωμα, που είχε κάποτε για τον άνθρωπο μια σημασία που δεν την έχει πιά, και το οποίο είναι εύκολο να το αφαιρούμε κατά βούληση, εις μεν τον εαυτό μας με την άσκηση, εις δε τον άλλο με τον κολασμό: την ίδια μέθοδο χρησιμοποιεί ο χειρούργος στη σκωληκοειδίτιδα, κι ο μαιευτήρας στον τοκετό – ο λαός στους βασιλιάδες του. Μήπως πρόκειται, αντίθετα, για ένα κυρίαρχο και άκαμπτο τμήμα του ανθρώπου, ο οποίος όμως θα απεκδύετο έτσι έτσι τη συνείδησή του; Πρόκειται μήπως, με μία λέξη, για την καρδιά του – δεν μιλώ για το όργανο που λειτουργεί σαν αντλία αίματος στον οργανισμό, αλλά για αισθήματα ζωηρά – για το ενδόμυχο εκείνο στοιχείο του οποίου το σύμβολο είναι αυτός ο κρεάτινος όγκος;
Στην πρώτη περίπτωση, ο άνθρωπος της λογικής θα δικαιωνόταν. Ο άνθρωπος θα κατασκεύαζε χωρίς περιορισμό τα εργαλεία της ευημερίας του, θα ανήγαγε στους νόμους του ολάκερη τη φύση, θα γλίτωνε απ’ τους πολέμους και τη βία δίχως να χρειαστεί να μεριμνήσει ιδιαίτερα για μια μοιραία κλίση η οποία, ίσαμε σήμερα, τον έδενε επίμονα στον τροχό της δυστυχίας. Τούτη η κλίση δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά μια κακή συνήθεια, την οποία θα ήταν αναγκαίο και εύκολο να περιορίσει.
Στη δεύτερη περίπτωση, φαίνεται πως η καταστολή της συνήθειας αυτής θα έθιγε την ύπαρξη του ανθρώπου σε σημείο ζωτικό.
Η πρόταση απαιτεί να διατυπωθεί με ακρίβεια: είναι τόσο βαριά, ώστε δεν θα μπορούσε ούτε για μια στιγμή να διατηρηθεί στην αοριστία.
Εικάζει εν πρώτοις για την ανθρωπότητα μιαν ακατανίκητη παραφορά που την ωθεί να καταστραφεί και την εναρμονίζει με την αδιάκοπη και αναπόδραστη καταστροφή του κάθε τι που γεννιέται, μεγαλώνει και πασχίζει να διαρκέσει.
Κατά δεύτερο λόγο, προσδίδει σ’ αυτή την παραφορά και σ’ αυτή την εναρμόνιση μια σημασία ούτως ειπείν θεϊκή, ή, ακριβέστερα, ιερή: μέσα μιας ακριβώς βρίσκεται ο πόθος να αναλώσουμε και να καταστρέψουμε, να κάνουμε παρανάλωμα τους φυσικούς μας πόρους. Πρόκειται γενικά για την ευτυχία που μας χαρίζει η ανάλωση, το παρανάλωμα, η καταστροφή (πράγματα που φαντάζουν στα μάτια μας θεϊκά, ιερά), και που μόνον αυτά ορίζουν μέσα μας διαθέσεις κυριαρχικές, δηλαδή ακαταλόγιστες, χωρίς χρησιμότητα που δεν εξυπηρετούν παρά μόνον αυτό που είναι, και δεν υπόκεινται ποτέ σε απώτερους σκοπούς.
Κατά τρίτο λόγο, η πρόταση σημαίνει ότι μια ανθρωπότητα, που πιστεύει πως είναι ξένη απέναντι στις διαθέσεις αυτές, τις οποίες απέρριψε με την πρώτη λογική σκέψη θα μαραινόταν, θα έφθινε και θα περιοριζόταν στο σύνολό της σε μια κατάσταση ομοία μ’ αυτή των γερόντων (πράγμα που τείνει ν’ αναπαράγεται, μα όχι εντελώς στην εποχή μας), αν δεν συμπεριφερόταν, από καιρό σε καιρό, μ’ έναν τρόπο τελείως αντίθετο προς τις αρχές της.
Η πρόταση συναρτάται, κατά τέταρτο λόγο, με την ανάγκη που συνέχει τον άνθρωπο της εποχής – εννοούμε το φυσιολογικό άνθρωπο – · να φτάσει στη συνείδηση του εαυτού και να μάθει, προκειμένου να περιορίσει τις καταστροφικές επιπτώσεις της, ποιες είναι οι κυριαρχικές βλέψεις της: να χρησιμοποιήσει αν του αρέσει αυτές τις επιπτώσεις, μα όχι πια να τις αναπαράγει πέρα απ’ το όριο που θέλει αυτή, και να αντιταχθεί σ’ αυτές αποφασιστικά στο μέτρο όπου δεν μπορεί να τον υποφέρει.'
Ζορζ Μπατάιγ, 'Αν Θαυμάζουμε τον Σαντ Αποδυναμώνουμε τη Σκέψη του', μτφρ. Αντρέας Κανελλίδης
*
'Μέσα στο έργο του Σαντ λειτουργεί μια συγκεκριμένη θεωρία που ποτέ και σε οποιοδήποτε επίπεδο δεν χάνει την ευκαιρία να επανέρχεται στην επισήμανση των θέσεων που θα μπορούσαν να την προδώσουν (διδασκαλία Ρουσσώ, δημοκρατικός θεϊσμός). Αυτή ακριβώς η θεωρία, που μπορεί να εννοηθεί σαν μια συνέπεια με συστηματική εξάπλωση της υλιστικής σκέψης του 18ου αιώνα, απαιτεί να διαβαστεί με αφετηρία την πολλαπλότητα των κειμένων που θέτει σε λειτουργία. Εάν προσπαθήσουμε να διαβάζουμε ένα μόνο από αυτά σε καμιά περίπτωση δεν διαβάζουμε τον Σαντ· τότε ο Σαντ δεν είναι αναγνώσιμος. Το να διαβάσουμε μόνο τα κείμενα μυθοπλασίας (de posture)= νεύρωση. Το να διαβάσουμε μόνο τα διδακτικά κείμενα, αρνούμενοι ή αδυνατώντας να διαβάσουμε τα κείμενα της μυθοπλασίας = νεύρωση. Η ανάγνωση του Σαντ περνά από τα πρώτα στα δεύτερα χωρίς ποτέ να αφήνεται να πέσει στην παγίδα μιας κουλτούρας που υπαινίσσεται τον περιορισμό κάθε κειμένου σε μια μονάδα και την απλή πρόσθεση των μονάδων. Ο Σαντ είναι αναγνώσιμος μόνο για ένα τρόπο ανάγνωσης που αντιμετωπίζει συνειδητά την πολλαπλή άρθρωση των αντιφάσεων των κειμένων και που αυτοαντιμετωπίζεται μέσα απ’ την τάξη των αντιφάσεων αυτών. Δεν είναι όμως αναγνώσιμος από όλους, και ο Σαντ μας προλαβαίνει λέγοντας το ο ίδιος: «Τόσο το χειρότερο για κείνους που δεν ξέρουν να βρίσκουν μόνο το κακό μέσα στις φιλοσοφικές ιδέες, για τους επιδεκτικούς στη διαφθορά. Ποιός ξέρει αν αυτοί δεν θα διαφθείρονταν με τα έργα του Σενέκα και του Σαρρόν. Δεν μιλώ καθόλου γι’ αυτούς. Δεν απευθύνομαι παρά σε ανθρώπους ικανούς να με ακούν κι αυτοί θα με διαβάζουν χωρίς κίνδυνο...». Με το να λέμε για τον Σαντ ότι δεν είναι αναγνώσιμος, σημαίνει ότι είναι καιρός πια να διαβαστεί, και από όλους.'
Μαρσελέν Πλενέ, 'Ο Σαντ Αναγνώσιμος', μτφρ. Δημήτρης Μαυρίκος
*
'Η έννοια του να έχεις ένα σώμα διαφορετικό από το ίδιο σου το σώμα είναι χωρίς αμφιβολία χαρακτηριστική της διαστροφής: αν και ο διεστραμμένος νιώθει τη διαφοροποίηση του ξένου σώματος, αυτό που αισθάνεται περισσότερο είναι το σώμα του άλλου σαν να ήταν το δικό του. Και αυτό το σώμα, που με τρόπο επαγωγικό και κωδικοποιημένο είναι το δικό του, το αισθάνεται σαν να ήταν στην πραγματικότητα ξένο προς αυτόν τον ίδιο, ξένο δηλαδή προς αυτή την ανυπότακτη λειτουργία που τον ορίζει. Για να μπορέσει να συλλάβει την έννοια της επίδρασης της ίδιας του της βίας πάνω στον άλλο, εγκαθίσταται εκ των προτέρων μέσα στον άλλο. Μέσα από τις αντιδράσεις του αλλότριου σώματος επιβεβαιώνει τούτη τη διαφοροποίηση: την εισβολή μιας ξένης δύναμης στο εσωτερικό του «είναι». Βρίσκεται ταυτόχρονα και «εντός» και «εκτός».
Πως γίνεται αυτό; Οπωσδήποτε όχι, αρχικά, από την προσφυγή στη βία, που μπορεί να φτάσει και ως το έγκλημα αλλά δια μέσου της φαντασίας, η οποία προϋπάρχει σε κάθε πράξη βίας, μ’ άλλα λόγια από την υπέροχη του φανταστικού πάνω στο πραγματικό. Αυτή η υπεροχή του φανταστικού ενυπάρχει μέσα στην ίδια την έκφραση της ηδονής, απ’ όπου και αντλεί την ικανότητα να επεκτείνεται μέσα στην προβολή της ίδιας της της εικόνας: με την επέκταση της ηδονής σε όργανα που δεν έχουν σχέση με τη λειτουργία της αναπαραγωγής και τελικά με την αδρανοποίηση των παραγωγικών οργάνων μπρος σε μια δίχως χρησιμότητα απόλαυση.
Εδώ η φαντασία, που προϋπάρχει της διεστραμμένης πράξης, σχηματίζεται από τις σχέσεις έντασης που ο ορθολογισμός θα έπρεπε να είχε αποκλείσει για να εγκαθιδρυθεί, κάνοντας αρχή από την υποταγή των ζωικών λειτουργιών του είδους. Την ίδια στιγμή που ο ορθολογισμός (ή «λογική» γλώσσα) ισχυρίζεται ότι εξασφαλίζει την ισορροπία που το είδος είχε βρει χάρις στις εμπειρικές συνήθειές του, ή φαντασία συλλαμβάνει αυτά τα σχήματα μ’ ένα τρόπο απατηλό, έτσι ώστε το υπάρχον όργανο να έχει μια «λειτουργική» θέση εντελώς αφηρημένη, άρα ιδανική. Είναι προφανές πως μέσα σ’ αυτά τα σχήματα η έλλειψη συναρμογής της φαντασίας αποτελεί παράγοντα ερεθισμού με τέτοιο τρόπο ώστε η υπάρχουσα δομή να προσφέρει ένα πεδίο όπου η υπέρβαση επιβάλλεται στο όνομα εκείνου που είναι απών: και να είναι έτσι η ιδανική σύνθεση του ανδρό-γυνου.'
Πιερ Κλοσοφσκί, 'Η Παρουσίαση του Ανδρό-γυνου κατά τον Σαντ', μτφρ. Μπήλιω-Διονυσία Τσουκαλά
από το Μαρκήσιος Ντε Σαντ, εκδ. Αιγόκερως