
39. [σταθερότητα: το τραπέζι]
Γιατί ναι; (Γιατί όχι;)
Γιατί όχι; (Γιατί ναι;)
Γιατί όχι; (Γιατί ναι;)
Γιατί ναι; (Γιατί όχι;)
Αυτά είναι τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.
Αυτή είναι η μέθοδος της αν
ισορροπίας.
Έτσι μόνο η αστάθεια εκλαμβάνεται ως σταθερότητα.
Έτσι το τραπέζι οσιώνεται ως κατασκευή
(«κι αν δεν το βλέπεις τώρα, υπομονή, σε λίγο θα το δεις»)
και το ζήτημα μετατίθεται σε προβλήματα του εδάφους
(«δεν φτιάξαμε το έδαφος εμείς, υπάρχει αφ’ εαυτού του·
δεν είμαστε εμείς οι κατασκευασταί του σύμπαντος χώρου»).
Με κάτι τέτοιες αντιλήψεις, στρογγυλοκαθίσαμε
όχι στις πλευρές, μα στις γωνίες.
Από την αχρησία οι πλευρές εξέπεσαν
και ονομάσαμε άξονες κάτι αιχμές δοράτων.
Όταν έχεις καθίσει πια εκεί για καιρό, συνηθίζεις
την καταπάνω σου αιχμή ως κομμάτι του εαυτού σου.
Τούτο βολεύει όλους:
Μία τέτοια επιθετικότητα δεν οφείλεται σε άλλον (όλοι έχουν μία).
Μία τέτοια βία είναι ένα σύμπαν αθωώσεως.
Στην εστία αυτή, ενωμένους μας κρατούν μαζί
οξείες αιχμές από μια έδρα που λείπει.
Βασίλης Αμανατίδης, u_otherpoem: μόνο λόγος, εκδ. Νεφέλη

'Στις αρχές του 1993 ο Χανκ αρρώστησε ξανά και του διέγνωσαν λευχαιμία. Νοσηλεύτηκε για 64 μέρες, με τη Λίντα να τον φροντίζει και να παραμένει στο πλάι του γεμάτη ανησυχία. Τον Απρίλιο του επέτρεψαν να πάει στο σπίτι του για δύο εβδομάδες, εξακολουθούσε όμως να κάνει χημειοθεραπεία και να παίρνει αντιβιοτικά. Λόγω της χημειοθεραπείας έχασε τα πλούσια μαλλιά του και άρχισε να φοράει καπέλο. Έχασε βάρος και οι κινήσεις του έγιναν στο εξής αργές, το σώμα του έγειρε προς τα εμπρός, ξάφνου ήταν ένας γέρος άντρας. Σταμάτησε να καπνίζει, επιλέγοντας να κόψει το κάπνισμα ευθύς αμέσως δίχως ενδιάμεση περίοδο σταδιακής αποχής. Έπρεπε επίσης να σταματήσει να πίνει και αντικατέστησε το αλκοόλ με το πράσινο τσάι και το μεταλλικό νερό. Περνούσε τις μέρες του στον κήπο καθισμένος κάτω από την καρυδιά. Ο καρκίνος φάνηκε να υποχωρεί, όμως έπρεπε να ξεκινήσει έναν νέο κύκλο χημειοθεραπείας, την 1η Ιουνίου. Τον Αύγουστο, παρά τα όποια ενδιάμεσα ελπιδοφόρα σημάδια, οι γιατροί ανακοίνωσαν στον Χανκ πως η λευχαιμία είχε επιστρέψει. Του είπαν πως του είχαν απομείνει δώδεκα μήνες ζωής. Ο Χανκ ήταν τόσο βαριά άρρωστος που ο Καρλ Βάισνερ τον επισκέφθηκε για να του πει το τελευταίο αντίο μένοντας μαζί του για μία εβδομάδα. «Δεν έχεις ιδέα πόσο ξαφνιάστηκα που σε είδα μπροστά μου!» του έγραψε ο Χανκ, όμως του προκαλούσε αφόρητη θλίψη το γεγονός πως οι άνθρωποι προετοιμάζονταν για το θάνατό του.
Εξακολουθούσε να γράφει. Τα τελευταία ποιήματα του, που εκδόθηκαν στον τόμο Betting on the Muse, είχαν ως θέμα τους την αναμονή του θανάτου, ήταν γαλήνιος, ήρεμος: «Έφτασα στην παύση πριν από την τελεία και την παύλα». Τα μαλλιά που είχε χάσει από τη χημειοθεραπεία άρχισαν να φυτρώνουν και πάλι, τα πόδια του όμως ήταν παραλυμένα, κι αυτό τον εμπόδιζε να περπατά γιατί έχανε την ισορροπία του. Στα ποιήματα περιέγραφε την περιορισμένη του καθημερινότητα, τα ατμόλουτρα, το παιχνίδι με τις εννέα του γάτες· ήταν ποιήματα σπαραχτικά και όμορφα. Ενόσω ήταν άρρωστος σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις ακούστηκαν φήμες πως ήταν ήδη νεκρός.
Στις 25 Αυγούστου ο Χανκ ξεκίνησε να μελετά τη θεραπευτική μέθοδο της Αγιουρβέδα που είχε συντάξει ο Ντίπακ Τσόπρα, πιστεύοντας πως δεν είχε να χάσει τίποτα. Ήταν πρόθυμος να δοκιμάσει τα πάντα και στις 19 Σεπτεμβρίου έκανε για πρώτη φορά υπερβατικό διαλογισμό και του έψαλαν μια ευλογία. Αποδείχτηκε πως η δασκάλα του διαλογισμού είχε ζήσει στην ίδια πόλη που ζούσε ο Χέμινγουεϊ. Είχε ακούσει τον πυροβολισμό το πρωί που εκείνος αυτοκτόνησε. Υπήρξε επίσης καλή φίλη της δεύτερης συζύγου του Άλντους Χάξλεϊ.
Στις 3 Νοεμβρίου ξαναγύρισε στο νοσοκομείο και επέστρεψε στο σπίτι λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα κάνοντας επιπλέον μεταγγίσεις αίματος, χημειοθεραπεία, και λαμβάνοντας περισσότερα αντιβιοτικά. Κυριολεκτικά δεν είχε απομείνει ούτε ίχνος από μεδούλι στα οστά του. Οι χημειοθεραπείες τον κατέστησαν ευάλωτο στις λοιμώξεις και ανέπτυξε πνευμονία, η οποία τον εξασθένισε ακόμη περισσότερο.
Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι πέθανε από καρκίνο στις 9 Μαρτίου του 1994, σε ηλικία 73 χρονών. Κατά τη δική του υπόδειξη δεν ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο που βρισκόταν στην Αλταντίνα, αλλά στον δικό του, που βρισκόταν στο νεκροταφείο του Γκριν Χιλς Μεμόριαλ Παρκ και έβλεπε από ψηλά το Σαν Πίντρο όπου είχε επιλέξει να ζει. Η επικήδειος ακολουθία έγινε στις 14 Μαρτίου. Ενταφιάστηκε ντυμένος απλά, με κάμποσους στυλογράφους στην μπροστινή του τσέπη. Βρισκόταν για άλλη μία φορά μόλις λίγα μέτρα πιο πέρα από τη λεωφόρο Γουέστερν, αλλά πολύ μακριά από το Κάρλτον Γουέι. Κοντά στο τέλος της ζωής του είχε δείξει έντονο ενδιαφέρον για τον βουδισμό και είχε ξεκινήσει να κάνει βουδιστικό διαλογισμό, ελέγχοντας την αναπνοή του, μαθαίνοντας τον τρόπο να χαλαρώνει. Η τελετή στο παρεκκλήσι έγινε από τρεις βουδιστές μοναχούς. Ο Τζέραλντ Λόκλιν είπε πως η λειτουργία έγινε σε δύο γλώσσες, που ήταν κι οι δύο ακατανόητες, αλλά με τη συνοδεία πολλών ψαλμών και υποκλίσεων. Στην κηδεία παραβρέθηκε η Λίντα και η Μαρίνα, ο Τζον και η Μπάρμπαρα Μάρτιν και άλλοι φίλοι που εργάζονταν στον εκδοτικό οίκο Black Sparrow Press, ο Καρλ Βάισνερ, ο Τζέραλντ Λόκλιν, ο Τζον Τόμας και η Φιλομέν Λονγκ, ο Ρεντ και η Μίνα Στοντόφσκι από το βιβλιοπωλείο Baroque, ο Σον Πεν και πολλοί φίλοι και γείτονες από το Σαν Πίντρο. Κατόπιν η σορός του Χανκ που βρισκόταν μέσα σε ένα λιτό φέρετρο από ξύλο λεύκας, οδηγήθηκε ψηλά στην κορυφή του λόφου.
Καθ’ οδόν, το φέρετρο λίγο έλειψε να γλιστρήσει εντελώς από τα χέρια των νεκροπομπών και, φτάνοντας στον τάφο, ένας από τους μοναχούς στάθηκε στο πλάι για να φωτογραφηθεί μαζί του. Ο Χανκ θα αντιλαμβανόταν το χιούμορ της περίστασης.'
Μπάρι Μάιλς, Η Βιογραφία του Τσαρλς Μπουκόβσκι, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Εξάντας
* * *
'Η ζωή του λογοτέχνη εφαρμόζει κατ’ ανάγκη στα κείμενα που γράφει· η αξία των κειμένων είναι άλλη από την αξία της ζωής, άλλοτε η ζωή εμπεριέχει τα κείμενα, άλλοτε τα κείμενα εμπεριέχουν τη ζωή, άλλοτε δεν συμβαίνει τίποτε απ’ τα δύο. Τα αληθινά πεδία της ζωής, όπως και της λογοτεχνίας, δεν είναι τα προφανή – χρειάζεται να διακρίνει κανείς μέχρι ποιου σημείου τα σημαινόμενα της ζωής εξαρτώνται από τα σημαίνοντα. Κατά πόσο η ζωή του λογοτέχνη είναι κάλλιστα η ζωή ενός ανθρώπου που δεν έχει με τη λογοτεχνία ουδεμία σχέση. Και τι σημαίνει, στην τελική, λογοτεχνική ή μη λογοτεχνική ζωή; Τίποτα. Μολονότι ο λογοτέχνης και η ζωή του είναι δύο πράγματα αδιαχώριστα, η συνάφεια των δύο δεν είναι δεδομένη.
Η βιογραφία του Τσαρλς Μπουκόσβκι μπορεί να θεωρηθεί βραχογραφία, ή ορθότερα, οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε ως μια σύγχρονη βραχογραφία, ένα αναστατήριο επεισόδιο πάνω στον γρανίτη της λογοτεχνικής ιστοριογραφίας.'
Γιάννης Λειβαδάς, από την Εισαγωγή της έκδοσης

'[…] Ἡ πραγματικότητα διέπεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῶν ἄλλων.
Κατὰ τὴν περίοδο τῆς πρώιμης παιδικῆς ἡλικίας, τὸ ὑποκείμενο διατηρεῖ τὴν πεποίθηση πὼς ὁτιδήποτε συμβαίνει ἤ δὲν συμβαίνει στὸ περιβάλλον του, ὁτιδήποτε ἀγγίζει τὸ σῶμα του, ὁτιδήποτε μεταβάλλει τὸ ψυχικό του βίωμα, ἔρχεται νὰ ὑποδηλώσει τὴ δύναμη ποὺ καταλογίζει στὴν ἐπιθυμία ( τὴ δική του ἤ / καὶ ἐκείνης τῶν γονέων ), καὶ πὼς αὐτὰ τὰ γεγονότα, ὅσο διαφορετικὰ κι ἄν εἶναι, εἶναι τὰ σημεῖα μέσῳ τῶν ὁποίων μιὰ ὁμολογημένη ἤ κρυμμένη ἐπιθυμία, ἐπιτρεπτὴ ἤ ἀπαγορευμένη, λαμβάνει μιὰ ὁρατὴ μορφὴ γιὰ τὸ βλέμμα του. ( Μιὰ παιδικὴ ἀντίληψη, ποὺ παραμένει ἐνεργὴ στὸν ἐνήλικο, ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ ἀρχὴ ποὺ θὰ ἀντικαταστήσει τοὺς γονεῖς : κάθε φορὰ ποὺ ἕνα γεγονὸς τοῦ κόσμου ἔρχεται νὰ προσβάλει καὶ νὰ διαταράξει τὴν ὕπαρξή μας, τὸ τυχαῖο ἔχει σπανίως θέση στὸ πεδίο τῶν αἰτιῶν. Ἀκόμα κι ἄν τὸ ὑποκείμενο εἶναι ἕτοιμο νὰ ἀναγνωρίσει τὴ « φυσικότητα » τῆς συνάντησής του μὲ αὐτὸ. )
Ἀλλὰ ἅπαξ καὶ παρέλθει ἡ παιδικὴ ἡλικία, τὸ ὑποκείμενο δὲν θὰ μπορέσει νὰ συγκατοικήσει μὲ τοὺς ἑταίρους του στὸν ἴδιο κοινωνικο-πολιτισμικὸ χῶρο, ἐὰν δὲν ἀσπασθεῖ τὴ συναίνεση ποὺ σέβεται ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν ἐνοίκων του, ὡς πρὸς ἐκεῖνο ποὺ θὰ προσδιορίσουν σὰν πραγματικότητα. Ἐλλείψη αὐτῆς τῆς συναίνεσης, καμία κοινωνία, ὅποια κι ἄν εἶναι, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διατηρηθεῖ·ἐλλείψει τῆς δυνατότητας συμμετοχῆς σὲ αὐτὴν, τὸ ὑποκείμενο θὰ βρεθεῖ ἀποκλεισμένο.
[…] Ἡ πραγματικότητα εἶναι συμβατὴ μὲ τὴ γνώση ποὺ δίνει γιὰ αὐτὴν ἡ κυρίαρχη παιδεία μιᾶς κουλτούρας.
Ἄς θυμίσουμε, ἐὰν εἶναι ἀναγκαίο, ὅτι αὐτὴ ἡ διαπίστωση δὲν εἶναι σημερινὴ, οὔτε χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Φρόιντ : Γνωρίζουμε ἐδῶ καὶ πολὺ καιρὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἄνθρωπο φυσικὴ πραγματικότητα, ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ καθαρὰ αἰσθητηριακὴ πραγματικότητα. Ἐκεῖνο ποὺ παρουσιάζεται στὸν ἀμφισβλητροειδὴ τοῦ ματιοῦ, ποὺ βλέπει ἕνα δέντρο, εἶναι πιθανῶς ταυτόσημο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ προσλαμβάνει, τὸ ὑποκείμενο θὰ εἶναι πολὺ διαφορετικό, ἀναλόγως μὲ τὸ ἄν ἀναγνωρίζει στὸ δέντρο ἕνα φυτικὸ εἶδος ἤ τὸν θεματοφύλακα τοῦ πνεύματος ἑνὸς προγόνου.'
Πιέρα Ολανιέ, Γέννηση Ενός Σώματος, Καταγωγή Μιας Ιστορίας, μτφρ. Γιώργος Σταθόπουλος & Πάνος Αλλούπης, εκδ. Άγρα
* * *
'Ψυχὴ, σῶμα καὶ κόσμος ἀποτελοῦν πρωταρχικὰ ἕνα ἀξεδιάλυτο σύνολο, ἡ μεταξύ τους διαφοροποίηση εἶναι ἀνέφικτη, ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὴν ψυχὴ ἀπαντοῦν στὸ ἀξίωμα τῆς αὐτογέννησης, τὸ σημεῖο « σχέση » ἐλλείπει, ἡ ψυχὴ καταλογίζει στὴ δραστηριότητα τῶν αἰσθητηριακῶν ζωνῶν τὴ δύναμη νὰ γεννοῦν τὰ δικὰ της βιώματα εὐχαρίστησης ἤ ἀπο-ἐπένδυσης.
Κατὰ συνέπεια, στὸ χρόνο ποὺ προηγεῖται τῆς δοκιμασίας τοῦ ἀποχωρισμοῦ καὶ τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἐξωτερικότητας τοῦ στήθους ὡς ἐκπροσώπου ἑνὸς διαχωρισμένου κόσμου, « ἡ πραγματικότητα αὐτογεννιέται ἀπὸ τὴν αἰσθητηριακὴ δραστηριότητα » καὶ ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια οἱ διαδοχικοὶ ὁρισμοὶ τῆς πραγματικότητας συμπτίπτουν μὲ τὴ γνώση ποὺ ἔχει ἡ ψυχὴ γιὰ τὸν σωματικό της χῶρο, ἰσχυριζόταν ἡ Πιέρα Ὠλανιέ.
Τὸ σῶμα ἀρχικὰ ἐμφανίζεται ὡς προϊὸν τῆς γνώσης, ποὺ προσφέρουν οἱ αἰσθητηριακὲς ζῶνες. Στὴ συνέχεια, μόλις ἀναγνωριστεῖ ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἐκτὸς-ψυχῆς, γίνεται ἀντιληπτὸ ὡς μαρτυρία μιᾶς ἐπιθυμίας ποὺ ἀποδίδεται σὲ ἕναν ἄλλον. Τέλος, γίνεται ἀντικείμενο γνώσης μέσῳ τοῦ ἐκάστοτε ἐπιστημονικοῦ, θεωρητικοῦ ἤ θρησκευτικοῦ περί σώματος λόγου. Οἱ τρεῖς αὐτὲς διαδοχικὲς αἰτιολογικὲς συλλήψεις τοὺ σώματος συνυπάρχουν μὲ τὴν τέταρτη, ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὸν μεταξὺ τους συμβιβασμό, κοινὸ γιὰ τὰ ἄτομα ἴδιας κουλτούρας.'
Γεράσιμος Στεφανάτος, 'Σαν το Σώμα να Δάνειζε στην Ψυχή Εικόνες', από την εισαγωγή της έκδοσης

'Ὁρίστε αὐτὸ ποὺ μοῦ εἶπε μιὰ ἀσθενὴς μὲ ἔκζεμα σὲ θεραπεία : « Δὲν μπορῶ νὰ ζήσω μέσα μου, μπορῶ νὰ ζήσω μονάχα ἑνωμένη μὲ ἕνα ἄλλο ἄτομο. Ὅταν εἶμαι μόνη μου, εἶναι σὰν μιὰ ἐνδιάμεση φάση μεταξὺ εὐτυχισμένων στιγμῶν », καὶ ὅριζε τὶς παρεμβαλλόμενες δίχως ἀντικείμενο περιόδους ὡς ἑξῆς : « Τότε, ἀρκούμαστε σ᾽αὐτὸ ποὺ βρίσκουμε ».
Γιὰ νὰ τὰ προσαρμόσει, ἀπαιτεῖται μιὰ μακροχρόνια χωρο-χρονικὴ ἐπαφὴ τοῦ ὑποκειμένου μαζί τους, ἀλλὰ κι αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ· ἐρχόμαστε ἔτσι στὴν περιγραφὴ τῆς δεύτερης διακίνησης στὴν ἀλλεργικὴ ἀντικειμενοτρόπο σχέση : τὴν προσαρμογὴ τοῦ ἀντικειμένου.
— Ἡ π ρ ο σ α ρ μ ο γ ὴ τ ο ῦ ἀ ν τ ι κ ε ι μ έ ν ο υ εἶναι μιὰ διακίνηση πιὸ μακρόχρονη καὶ ἐπίσης μὲ πιὸ πολλὲς ἁποχρώσεις. Ἔγκειται σὲ μιὰν ἀληθινὴ ἐγκατάσταση στὴν πρώτη ταύτιση. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ μιὰ προοδευτικὴ ἀλληλοδιείσδυση, κατὰ τὴν ὁποία οἱ τυχὸν πραγματικὲς δυσκολίες, ἀποστάσεις, ποὺ ἐμφανίζονται ἀνάμεσα στὸ ὑποκείμενο καὶ στὸ ἀντικείμενο, τείνουν προοδευτικὰ νὰ έξαλειφθοῦν.
Μιὰ μέρα, μιὰ ἀσθενὴς μοῦ εἶπε : « Αὐτὸ ποὺ ἀναζητῶ εἶναι ἡ ἐξάλειψη τῶν συνόρων μὲ τοὺς ἄλλους, γι᾽ αὐτὸ ἴσως ἀναζητῶ μιὰ σωματικὴ ἐπαφή. Ἄν ἀγγίξω τὸ δέρμα τοῦ ἄλλου, ἀναμιγνύομαι, ἀφαιρῶ τὰ ἐμπόδια ». Πρόκειται ἐδῶ βέβαια γιὰ μιὰ ἀσθενὴ μὲ ἔκζεμα.
Πάντως, οἱ δυσκολίες ταύτισης δὲν λείπουν συχνά. Προέρχονται ἀπὸ ὁρισμένες ἰδιότητες τοῦ ἀντικειμένου, ποὺ δὲν εἶναι ἰδιότητες τοῦ ὑποκειμένου. Αὐτὲς οἱ δυσκολίες ρυθμίζονται τότε, ἐν μέρει, ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους μας μὲ τῆ βοήθεια προβολικῶν καὶ ταυτισιακῶν μηχανισμῶν ποὺ παρατηρήσαμε στὴ « σύλληψη » τοῦ ἀντικειμένου.
Κατά κάποιο τρόπο, ἐκ μέρους τοῦ ὑποκειμένου ὑφίσταται ἕνα διπλὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο στοχεύει νὰ ἐξαλείψει τὰ ὅρια μεταξὺ τοῦ ἀντικειμένου του καὶ τοῦ ἴδιου :
— Ἀπὸ τὴ μια, ἕνα ἔργο προβολῆς, μέσῳ τοῦ ὁποίου τὸ ὑποκείμενο προσπαθεῖ νὰ κοσμήσει τὸ ἀντικείμενό του μὲ τὶς δικὲς του ἰδιότητες·
— Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἕνα ἔργο ταύτισης, μέσῳ τοῦ ὁποίου τὸ ὑποκείμενο κοσμεῖται μὲ τὶς ἰδιότητες τοῦ ἀντικειμένου.
Αὐτὸ τὸ διπλὸ ἔργο, ποὺ συνδέει στενὰ τὸ ὑποκείμενο μὲ τὸ ἀντικείμενό του, μέχρι τοῦ σημείου νὰ δημιουργεῖ μιὰν ἀδιαφοροποίητη μάζα, ἱκανοποιεῖ πλήρως τὸ ὑποκείμενο καὶ μπορεῖ ἐξάλλου νὰ τοῦ παρέχει ποικίλα πλεονεκτήματα.'
Πιερ Μαρτί, Η Αλλεργική Σχέση, μτφρ. Πάνος Αλούπης & Γιώργος Σταθόπουλος, εκδ. Άγρα

'Μαζεύεις γνώση, μαζεύεις σοφία,
μαζεύεις μέσα σου λαβωματιές.'
'Αγωνίζεται ο άνθρωπος,
την ψυχή του στυλώνει,
και κάθε μέρα του πόνος,
και κάθε αγώνας καημός,
και το βράδυ η ψυχή του ακόμα αγρυπνά,
για το τίποτα.'
'Και είδα πως καλό
στον κόσμο δεν υπάρχει,
πλην η χαρά που θα χαρεί
ο άνθρωπος στα έργα του.
Αυτό το μερτικό του.'
'Από τον ένα καλύτεροι οι δύο·
ο κόπος τους αμείβεται,
θα σηκωθούν αν πέσουν.
Αλίμονο στον ολομόναχο αν πέσει·
δεν τον σηκώνει κανένας.
Οι δύο ξαπλώνουν, ζεσταίνονται.
Τον μόνο ποιος θα ζεστάνει;'
από το Ο Εκκλησιαστής, μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, εκδ. Δώμα
* * *
'Ο θεός του Εκκλησιαστή μοιάζει να μην εκπληρώνει τη βασικότερη ίσως λειτουργία ενός θεού, λειτουργία ενδεχομένως πιο θεμελιώδη κι απ’ αυτήν του να δημιουργεί τον κόσμο: ο θεός του Εκκλησιαστή δεν εγγυάται την ηθική τάξη του κόσμου, τουλάχιστον όχι με κάποιο ανθρώπινο μέτρο. Δεν απονέμει την ευτυχία ή τη σωτηρία με βάση την αρετή, ούτε τη δυστυχία ή τον χαμό με βάση την αμαρτωλότητα: «στον δίκαιο έπεσε του ασεβή η μοίρα· και έπεσε στους ασεβείς η μοίρα των δικαίων» (8:14).
Αυτή η απουσία δικαιοσύνης είναι, αδιαμφισβήτητα, μία από τις βασικές εκφάνσεις της αίσθησης ματαιότητας που κινεί τα λόγια του Εκκλησιαστή. Καταλαβαίνουμε γιατί: για να μην είναι μάταιη η ευσέβεια, η σοφία, η αρετή κ.λπ. [...] θα έπρεπε μετά η μοίρα του σοφού να διαφοροποιείται από του ανόητου, του ευσεβούς από του ασεβούς κ.λπ. Όμως σοφούς κι ανόητους τους περιμένει εξίσου ο θάνατος. Και ο θεός του Εκκλησιαστή το επιτρέπει αυτό· ή, ακόμα χειρότερα, το θέλει.'
Θάνος Σαμαρτζής, από το Επίμετρο της έδοσης









