
'Η τέχνη μνημειώνει, παγώνει, αρνείται τον χρόνο, αρνείται τον χρόνο, ακυρώνει την απουσία και ρίχνει το γάντι στη φθορά· αλλά και ζωντανεύει, δημιουργεί παρουσίες και απολαύσεις. Έχει όμως και ερωτική διάσταση, αφού υποστασιοποιεί το βεληνεκές της επιθυμίας. Αρκετές ιστορίες δείχνουν πως οι Έλληνες πίστευαν ότι η επιθυμία και η ερωτικοποιημένη ματιά ήταν ενσωματωμένες εξαρχής στο καλλιτέχνημα, αλλά η υλικότητά του, η αναπόφευκτη ετερότητά του, αφήνει τελικά ανικανοποίητο αυτό που αρχικά ενθάρρυνε.
Σε ένα διάσημο χωρίο, ο Ρωμαίος εγκυκλοπαιδιστής Πλίνιος ο Πρεσβύτερος διατείνεται ότι τόσο η ζωγραφική όσο και η πηλοπλαστική ξεκίνησαν από το περίγραμμα της σκιάς ενός ανθρώπου πάνω σε έναν τοίχο, και σχετικά με τη δεύτερη περίπτωση αποκαλύπτει γιατί θα ήθελε κανείς να κάνει κάτι τέτοιο.
Χρησιμοποιώντας την ίδια τη γη ο Σικυώνιος κεραμέας Βουτάδης ανακάλυψε πρώτος αυτός στην Κόρινθο πως να πλάθει ομοιώματα με «άργιλο» και αυτό χάρη στην κόρη του που ήταν ερωτευμένη με κάποιον νέο. Όταν αυτός επρόκειτο να φύγει σε άλλη χώρα, εκείνη σχεδίασε το περίγραμμα της σκιάς του προσώπου του που ’ριχνε το λυχνάρι στον τοίχο. Ο πατέρας της, γεμίζοντας το περίγραμμα με άργιλο, έφτιαξε ένα ανάγλυφο που το άφησε να στεγνώσει μαζί με τ’ άλλα κεραμικά και μετά το ’ψησε στο φούρνο. Λένε ότι αυτό το αποτύπωμα φυλασσόταν στο Νυμφαίο μέχρι που ο Μόμμιος κατέστρεψε στην Κόρινθο.
Αυτή η ιστορία εμφανίζεται επίσης στο Θιβέτ και στη Μογγολία. Πρέπει λοιπόν να είναι πολύ παλιά. Ο Πλίνιος δεν αναφέρει αν η κόρη βρήκε ικανοποιητικό το ομοίωμα, άλλοι όμως αρχαίοι συγγραφείς διερεύνησαν με αγαλλίαση τη λανθάνουσα ειρωνεία της κατάστασης. Γιατί τα ομοιώματα είναι τελικά τραγικά: τα κατασκευάζουμε για να θεραπεύσουμε την επιθυμία μας, αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να την οξύνουν. Δίνουν ερωτική χροιά στο βλέμμα μας μόνο και μόνο για να το αφήσουν ανικανοποίητο. Και αντί να νικάνε τον χρόνο, αναπόφευκτα πέφτουν θύμα του.
Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τοποθετούσαν το πρόβλημα ακριβώς στην αλλοιώτικη επίδραση της τέχνης ή τεχνουργίας [facture]: του υλικού, της τεχνικής και της δεξιοτεχνίας συγχρόνως. Αν και μιλούσαν μερικές φορές για τα δικά τους λατρευτικά αγάλματα σαν να επρόκειτο για τους θεούς τους ίδιους και όχι απλά για τα είδωλά τους (μια πανάρχαια σύγχυση), σαφώς αντιλαμβανόταν ότι αυτό που διαχωρίζει την κατασκευασμένη από τον άνθρωπο εικόνα από το απόν εικονιζόμενο θέμα είναι η τεχνουργία. Όπως η παρατήρησε εύστοχα ένας κριτικός, οι πρώιμοι Έλληνες είχαν την τάση να κρίνουν τα ομοιώματα όπως εμείς σήμερα κρίνουμε τα αυτοκίνητα, χρησιμοποιώντας ως βασικά κριτήρια την τεχνική αρτιότητα, την κομψότητα και τη σαγηνευτική λάμψη. Επαινούσαν λοιπόν τα καλύτερα ως πολυδαίδαλα (με φοβερή διακόσμηση), περικαλλή (πανέμορφα), και θαύματα ιδέσθαι (που σαστίζεις να τα βλέπεις). Μόνον αργότερα, προς το τέλος του πέμπτου αιώνα, κάνουν την εμφάνισή τους η απάτη (ψευδαίσθηση) και άλλα καθαυτό αισθητικά κριτήρια.
Ένα ομηρικό χωρίο ίσως μας βοηθήσει να διασαφήσουμε τα ζητήματα που θίξαμε. Ο πανούργος Οδυσσέας, μεταμφιεσμένος προσπαθεί να πείσει την ανύποπτη Πηνελόπη ότι έχει πρόσφατα δει τον άντρα της, προετοιμάζοντας την έτσι για τα νέα της επικείμενης άφιξής του:
Κι όμως θα σου περιγράψω, όπως τον φέρνει η φαντασία μου.
Χλαίνη φορούσε πορφυρή, σγουρή, διπλόφαρδη ο θείος Οδυσσέας,
διπλά θηλυκωμένη με χρυσή περόνη, και πάνω της στολίδι σκαλισμένο:
σκύλος στα μπροστινά του πόδια κράταγε κατάστικτο ελαφάκι,
το δάγκωνε, κι αυτό να σπαρταρά· όλοι κοιτούσαν κι αποθαύμαζαν
το χρυσαφένιο σύμπλεγμα· έβλεπες το σκυλί το νεογνό να πνίγει
κι αυτό να θέλει να ξεφύγει σπαρταρώντας απ’ τη δαγκάνη των ποδιών.
Εδώ ο Οδυσσέας περιγράφει δύο φορές την περόνη, πρώτα από την προσωπική του προοπτική ως αυτόπτη μάρτυρα, και κατόπιν από εκείνη του πλήθους γύρω του. Πρώτα επισημαίνει το υλικό, την κατασκευή, το σχέδιο της, και μετά μνημονεύει τον θαυμασμό του πλήθους μολονότι τα ζώα ήταν χρυσά, ωστόσο έμοιαζαν να είναι ζωντανά και να παλεύουν. Αυτή η διττή αντίδραση είναι αυτό που οι αισθητικοί ονομάζουν «θέαση εντός» [seeing-in]. Όπως εξηγεί ο Richard Neer:
Αντί να δει κανείς μια εικόνα ως το αντικείμενο που αναπαριστά ... βλέπει το αντικείμενο εντός της εικόνας ... Η πρώτη εμπειρία, «η θέαση ως» [seeing as], είναι στην πραγματικότητα απλώς ένα είδος σφάλματος, καθώς αγνοεί τη διάκριση ανάμεσα [π.χ.] στη θέαση ενός πραγματικού λιονταριού και στη θέαση της εικόνας ενός λιονταριού. Η θέαση εντός, από την άλλη μεριά, καταγράφει ακριβώς αυτή τη διαφορά – και επομένως συνιστά, κατά τον Richard Wollheim, «το είδος της θέασης που αρμόζει σε αναπαραστάσεις». Εξ ορισμού πρόκειται για «διττό» φαινόμενο: [ζώα και περόνη είναι] «δύο όψεις μιας και μόνης εμπειρίας ... και οι δύο όψεις είναι διακριτές και συγχρόνως αχώριστες».
Οι ομηρικοί λοιπόν θεατές βλέπουν την ύλη και τη μορφή όχι ως δύο παραπληρωματικά όργανα της ψευδαίσθησης αλλά ως αντίπαλα σημαίνοντα που βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό για την προσοχή του ματιού. Η μορφή έχει ανάγκη την ύλη αλλά πρέπει να την υπερβεί για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση. Η ύλη είναι άψυχη δίχως τη μορφή αλλά διαρκώς επιζητεί την προσοχή, διαταράσσοντας την αναστολή της δυσπιστίας. Όχι ότι είναι κακός αυτός ο περιπαικτικός δυϊσμός· μάλιστα ο θαυμασμός των θεατών δείχνει ότι είναι ακριβώς η πηγή της οπτικής τους ηδονής. Μίμηση και τεχνουργία στην ελληνική τέχνη συνήθως πηγαίνουν χέρι-χέρι, καθώς σε κάθε πρόοδο στην αναπαράσταση αντιστοιχεί μια ακόμη πιο αυστηρή επιβεβαίωση της τέχνης του βιρτουόζου καλλιτέχνη.
Τέλος, η αντίδραση του πλήθους αποτελεί ένδειξη γι’ αυτό που μερικές φορές άλλες πηγές δηλώνουν σαφώς. Οι τέχνες που εκτιμούνταν περισσότερο ήταν συχνά όχι εκείνες των οποίων τα προϊόντα ήταν πιο εμφανώς μιμητικά, αλλά εκείνες που χρησιμοποιούσαν υλικά με την πιο φυσική λάμψη και εγγενή αξία: χρυσό, ασήμι, πολύτιμος λίθους κτλ. Στην ελληνική τέχνη, οι ιεραρχίες του υλικού και μιμητικού δυναμικού δεν είναι απαραίτητα σύστοιχες.
Ενώ λοιπόν οι άνθρωποι μπορούν να κατασκευάσουν εικόνες που αιχμαλωτίζουν το μάτι, μόνο οι θεοί και τα μυθικά τους υποκατάστατα όπως ο Δαίδαλος μπορούν να κατασκευάσουν τέλεια αυτόματα αθάνατα ομοιώματα που ζουν, κινούνται και –ενίοτε– αγαπούν. Στην τραγωδία Άλκηστις του Ευριπίδη, λόγου χάρη, ο Άδμητος μαραζώνει τόσο πολύ από τον οίκτο για τον ίδιο του τον εαυτό που η σύζυγός του σύντομα θα πεθάνει (αντί για τον ίδιο!), ώστε αποφασίζει να παραγγείλει ένα άγαλμα ζει πλάι του και θα το αγκαλιάζει, γιατί «αν και δεν θα προσφέρει παρά μια ψυχρή απόλαυση, νομίζω ότι μπορεί να ελαφρώνει αυτό το βάρος από την ψυχή μου».
Το απείκασμα εκείνο δεν ήταν παρά ένα οικτρό υποκατάστατο της ζωής, τέσσερις όμως αιώνες αργότερα, ο Οβίδιος έφερε τα πάνω κάτω σε αυτή την αντίληψη: Ο Πυγμαλίων, ανίκανος να τα βγάλει πέρα με τις πραγματικές γυναίκες, κατασκευάζει μια από φίλντισι που είναι πιο αξιαγάπητη από οποιαδήποτε άλλη και την ερωτεύεται. Αυτό το άγαλμα είναι καλύτερο και τον ικανοποιεί περισσότερο από την πραγματική ζωή. Του μιλάει, το αγκαλιάζει, το φιλάει και του φέρνει δώρα, το ντύνει και το στολίζει, έπειτα το γδύνει και το αποθέτει στο κρεβάτι του. Όταν φτάνει η γιορτή της Αφροδίτης προσεύχεται στη θεά να του δώσει μια σύζυγο που να μοιάζει στο άγαλμα. Εκείνη δείχνει κατανόηση και πραγματοποιεί την επιθυμία του. Επιστρέφει σπίτι του, τρέχει στο κρεβάτι του, φιλάει το άγαλμα και το αισθάνεται ζεστό στην αφή. Σιγά-σιγά το φίλντισι γίνεται σάρκα, ξυπνά, ερυθριά και σύντομα ανταποκρίνεται έμπρακτα. Το αναπόφευκτο συμβαίνει και ζήσαμε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Αυτές οι ιστορίες έχουν συσχετιστεί με τη συμπαθητική μαγεία και με την απάλειψη της απόστασης μεταξύ εικόνας και αντικειμένου, σίγουρα όμως δείχνουν το αντίθετο. Ενώ ορίζουν την εικόνα ως θεραπεία της απουσίας, θεαματοποιούν ρητά τη διαφορά τους, προσδιορίζοντας την ως τεχνουργία. Μόνον τότε επισημαίνουν (και μάλιστα όχι πάντοτε) πώς η υπέροχη ομορφιά και η ρεαλιστικότητα του ομοιώματος (και όχι κάποια εγγενής μαγική δύναμη) το έκαναν ικανό να αιχμαλωτίσει το μάτι σε τέτοιο βαθμό που άρχισε να υπερβαίνει τους περιορισμούς του υλικού του και κατ’ αυτόν τον τρόπο να μικραίνει –χωρίς να κλείνει– το χάσμα του πόθου. Μόνον οι θεοί μπορούν να το κάνουν αυτό.'
Άντριου Στιούαρτ, Τέχνη Επιθυμία και Σώμα στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Αναστάσιος Νικολόπουλος, εκδ. Αλεξάνδρεια
