προγραφές

Εξώφυλλο: Στιβ Ρίτσμοντ, Γκάγκακου

ΓΚΑΚΑΚΟΥ

η γκάγκακου είναι αρχαία γιαπωνέζικη μουσική
την ακούω στο πικάπ μου
και τα ποιήματα που γράφω καθώς την ακούω
τα ονομάζω γκάγκακου

η μουσική γκάγκακου μπορεί να αγοραστεί σε οποιοδήποτε
σχετικό καλά ενημερωμένο
γιαπωνέζικο δισκάδικο

εδώ στο Λ.Α υπάρχουν πολλά τέτοια μαγαζιά
στο κέντρο της πόλης «το μυκρό τόκυο»
γύρω από την πρώτη οδό και την κεντρική

ξαφνικά βλέπω τα δόντια των δαιμόνων
μικρά ανοίγματα κάτω από κάθε κυνόδοντα
και ποικιλόχρωμες υγρές
σταλαγματιές

τώρα ο δίσκος της γκάγκακου τελείωσε
και μια σταγόνα βροχής εδώ κι εκεί
κι έναν επιβάτη εναέριο της αεροπορικής γραμμής
αυτοκίνητα περνούν
η μηχανή αυτής της γραφομηχανής
βουίζει ευγενικά

άφραγκος για τα καλά
σίγουρα
αλλά τι άλλο υπάρχει να κάνω
για να βγω έξω και να κυνηγάω γυναίκες;
παρερμηνεύοντάς τες για μούσες;
όχι
είναι ειρηνικά εδώ
δεν μου τα πρήζει κανένας
είμαι ικανοποιημένος γράφοντας ποίηση

Στιβ Ρίτσμοντ, Γκάγκακου, μτφρ. Γιάννης Ζελιαναίος, εκδ. Καζανάκι

* * *

'Λόγια βιωματικά, άγρια, ωμά, στίχοι ασύμφοροι, ασύντακτοι, δίχως γραμματικούς κανόνες, ιστορίες ενός ανθρώπου που παλεύει συνέχεια με τα δαιμόνια του κεφαλιού του. Ένας πατριώτης του «είμαι» που δεν κοιτάζει το δρόμο αλλά το σκαμνί που κάθεται ο κώλος του την τάδε ώρα και την τάδε στιγμή. Ένας αγωνιστής που περιγράφει εκείνο που αποστρέφεις το κεφάλι σου σαν το συναντάς, ένας άληστος παρίας που δε βολεύτηκε στα φράγκα των γονιών του, που κοίταξε κατάματα το στραφτάλισμα των τσεκουριών, που μάτωσε τις παλάμες του βαστώντας τα χαλινάρια των δαιμόνων του, που όπως έγραψε κι ο καλός του φίλος Τσαρλς Μπουκόφσκι στον πρόλογο για την συλλογή του Hitler Painted Roses: «Αυτό που ξεχνούν είναι πως ένας άντρας πρέπει να είναι ζωντανός για να σωθεί, και ο τρόπος για να το κάνει δεν είναι να απομνημονεύει τον Καρλ Μαρξ, να παίζει κιθάρα, να παρελαύνει σε Ειρηνικές Παρελάσεις και σε Παρελάσεις για την Ελευθερία, το να μείνεις ζωντανός χτίζεται βήμα-βήμα: φρικτά, εμετικά, προσευχόμενος, βλασφημώντας, σπάζοντας τα νύχια σου, ματωμένος βήμα προς βήμα. Δεν υπάρχουν συνταγές, μεσημεριάτικες ευωχίες, δεν υπάρχουν τα εργαστήρια ποίησης. Δεν υπάρχουν συναντήσεις για τσάι, για φαΐ, για κοκτέιλ. Δεν υπάρχει αυτός ο καχεκτικός, τσιμπουκωμένος πανσές με κουράδες... αυτα τα ποιήματα είναι το ζωντανό έργο ενός ζωντανού άντρα...».
Ο Στηβ Ρήτσμοντ πέθανε μες στη φτώχεια, στην πρωινή του μεθαδόνη και τους δίσκους Γκάγκακου που γυρνούσαν στο πικάπ του, τον Οκτώβρη του 2009, εξαφανισμένος και χαμένος από φίλους και γνωστούς τα τελευταία χρόνια.'

Γιάννης Ζελιαναίος, 'Η Ωμή Ποίηση του Στηβ Ρήτσμοντ, από την εισαγωγή της έκδοσης

'Την κοιτάζω πολλές φορές, συνεπερμένη καθώς είναι από το παιχνίδι, με κόκκινους λεκέδες στο πρόσωπο και αστραφτερά μάτια, να συμμετέχει με όλη της την ψυχή στις εναλλασσόμενες περιπέτειες του παιχνιδιού. Η λάμπα με το αμπαζούρ ρίχνει ένα απαλό φως πάνω στο τραπέζι, γύρω από το οποίο μια ομάδα ανθρώπων, απορροφημένοι από τη βεντάλια των χαρτιών τους, κυνηγάνε στη φαντασία τους το απατηλό ίχνος της θεάς Τύχης. Σχεδόν τη βλέπω μπροστά μου: μια μορφή σαν ψευδαίσθηση, δημιουργημένη από την ένταση της σεάνς, μια μορφή που υλοποιούνταν μέχρι του να γίνεται αντιληπτή πίσω από την πλάτη του ενός ή του άλλου. Επικρατεί ησυχία, ακούγονται μισόλογα που υπαινίσσονται εναλλασσόμενες, βασανιστικές πορείες καλής τύχης. Όσο για μένα, περιμένω τη στιγμή που μια ήσυχη, παθιασμένη καταληψία, θα δέσει όλων τις αισθήσεις, όταν, έχοντας απολέσει τη μνήμη τους, θα ακινητοποιηθούν, σκυμμένοι στην ακινησία τους σαν πάνω από ένα τραπέζι που γυρίζει, προκειμένου εγώ να αποσυρθώ απαρατήρητος από αυτόν τον φαύλο κύκλο για να βυθιστώ στη μοναξιά των σκέψεών μου. Μερικές φορές, έχοντας βγει από το παιχνίδι, μπορώ χωρίς να τραβήξω την προσοχή κανενός να εγκαταλείψω το τραπέζι και να πάω σιγά σιγά σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Εκεί επικρατεί σκοτάδι, μόνο το φανάρι του δρόμου στέλνει από μακριά το φως του. Με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι του παραθύρου στέκομαι πολλή ώρα όρθιος και συλλογίζομαι...
Πάνω από τις πυκνές φυλλωσιές του πάρκου του φθινοπωριάζει, η νύχτα φωτίζεται από ένα ανεπαίσθητα κοκκινωπό χάραμα. Στο ερημωμένο πύκνωμα των δέντρων τρομάζουν τα κοράκια που ξυπνούν κρώζοντας τρελαμένα, έχοντας μπερδευτεί από τα συμπτώματα αυτής της ψεύτικης αυγής. Σηκώνονται σε μεγάλο αριθμό και με θόρυβο, ένα θρηνητικό, αναρχικό, κρώζον σμήνος που γεμίζει την κοκκινωπή σκοτεινιά με αναταράξεις και κύματα όλο πικρό άρωμα τσαγιού και ιπτάμενα φύλλα. Αργά αργά ο χαμός των στροβιλισμών και των απογειώσεων, τα φτερουγίσματα σε όλο τον ουρανό, κατεβαίνουν και ηρεμούν, σιγά σιγά προσγειώνεται και καταλαμβάνει τα αραιά κλαδιά των δέντρων ένα ανήσυχο, πρόχειρο σμήνος όλο ανησυχία και καθησυχαστικές συνομιλίες, που σιγά σιγά ηρεμεί, τακτοποιείται για τα καλά και ενώνεται αργά με τη σιγαλιά του θροΐζοντος αυτού μαρασμού. Και να που πάλι εγκαθίσταται η νύχτα, βαθιά και αργοπορημένη. Οι ώρες περνάνε. Με το καυτό μέτωπό μου κολλημένο στο τζάμι το νιώθω και το ξέρω: τίποτα κακό δεν μπορεί να μου συμβεί τώρα, βρήκα το λιμάνι μου, τη γαλήνη. Τώρα πια θα έρθει μια μακριά σειρά ευτυχισμένων και χορτασμένων χρόνων, μια ατελείωτη διαδοχή καλών και φωτεινών καιρών. Μερικοί τελευταίοι, ρηχοί, γλυκοί αναστεναγμοί γεμίζουν το στήθος μου μέχρι πάνω πάνω με ευτυχία. Σταματάω να αναπνέω. Ξέρω: Όπως καθετί ζωντανό, μια μέρα θα με αγκαλιάσει ο θάνατος, θρεπτικός και χορταστικός. Χορτασμένος όσο δεν πάει άλλο θα κείμαι στο πράσινο, στο όμορφο, περιποιημένο, τοπικό νεκροταφείο. Η γυναίκα μου –πόσο όμορφη θα δείχνει πίσω από το βέλος του πένθους– θα μου φέρνει λουλούδια τα φωτεινά, ήσυχα πρωινά αυτού του τόπου. Από τα βάθη αυτής της αστείρευτης πληρότητας θα αναδυθεί μια κάπως βαρύθυμη και βαθιά μουσική, ο πένθιμος, εορταστικός, υπόκωφος ρυθμός μιας μεγαλοπρεπούς ουβερτούρας. Νιώθω τα δυνατά χτυπήματα του ρυθμού που έρχονται από το βάθος. Με ανασηκωμένα φρύδια, με τα μάτια καρφωμένα σε ένα μακρινό σημείο, νιώθω να ανατριχιάζω ολόκληρος. Παγώνω και αφουγκράζομαι...
Δυνατές φωνές με ξυπνάνε από την αδράνεια. Κάποιος ρωτάει για μένα γελώντας. Ακούω τη φωνή της γυναίκας μου. Επιστρέφω από το καταφύγιο μου πίσω, στο φωτισμένο δωμάτιο, ανοιγοκλείνοντας τα μεθυσμένα από το σκοτάδι μάτια μου. Η παρέα διαλύεται κιόλας. Οι οικοδεσπότες στέκονται στην πόρτα, συνομιλούν με όσους φεύγουν και ανταλλάσσουν μαζί τους ευγένειες. Στο τέλος βρισκόμαστε μόνοι στον σκοτεινό δρόμο. Η γυναίκα μου προσαρμόζει τον ανάλαφρο, ελεύθερο βηματισμό της στα δικά μου βήματα. Ταιριάζουμε πολύ στο περπάτημα και καθώς ανεβαίνουμε τον δρόμο, με τα κεφάλια λίγο γυρτά, κλοτσάει με το πόδι της ένα χαλί από θροΐζοντα φύλλα που σκεπάζουν το οδόστρωμα. Το παιχνίδι αυτό της φέρνει κέφι, όπως και η τύχη που την ευνόησε, και το κρασί που ήπιε. Είναι όλο μικρά, γυναικεία σχέδια. Σύμφωνα με μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ μας, απαιτεί από μέρους μου απόλυτη ανεκτικότητα στους ανείπωτους ενθουσιασμούς της και με παρεξηγεί σοβαρά για την όποια ψύχραιμη και κριτική παρατήρησή μου. Την ώρα που μπαίνουμε στο διαμέρισμά μας, πάνω από τον σκοτεινό ορίζοντα φαίνεται μια πράσινη λωρίδα χαράματος. Μας αγκαλιάζει η ευωδιά ενός ζεστού και περιποιημένου σπιτιού. Δεν ανάβουμε φως. Ένα μακρινό φανάρι του δρόμου ζωγραφίζει στον απέναντι τοίχο το ασημένιο ντεσέν των κουρτινών. Κάθομαι ντυμένος στο κρεβάτι και κρατώ για λίγο στο χέρι μου σιωπηλά το χέρι της Ελίζας.'

 

Μπρούνο Σουλτς, από το διήγημα 'Πατρίδα', Άπαντα τα Πεζά, μτφρ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτη

* * *

'Σε πείσμα της πρώτης μεταπολεμικής απόρριψης του Σουλτς από τους θιασώτες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (επί σοβιετικής κατάληψης του Ντροχόμπις, το 1939, οι αρχές απέρριψαν την έκδοση ενός διηγήματός του με τη δικαιολογία «δεν μας χρειάζεται και άλλος Προυστ», ενώ η πρώτη μεταπολεμική έκδοση του Σουλτς έγινε μετά τον θάνατο του Στάλιν και το 20ό συνέδριο του ΚΚΕΣΣΔ, το 1957), η αποδοχή του εξαπλώνεται χρόνο με τον χρόνο όλο και πιο πολύ. Σαφείς αναφορές σε αυτόν και επιρροές από το έργο του σημειώνονται στην πεζογραφία του Ντανίλο Κις, του Μπόχουμιλ Χράμπαλ, ενώ ο Νταβίντ Γκρόσμαν (Sea under: Love), η Σύνθια Όζικ (The Messiah of Stockholm) και ο Μάξιμ Μπίλερ (Im Kopf von Bruno Schulz) τον μεταμόρφωσαν σε μυθικό ήρωα στα δικά τους μυθοπλαστικά δημιουργήματα. Η μετά θάνατον ζωή του Σουλτς, με αιχμή το 1992 –εκατό χρόνια από τη γέννησή του και πενήντα από τον θάνατό του–, που ανακηρύχθηκε «χρονιά Σουλτς» από την UNESCO, και μετά οι εορτασμοί ανά δέκα χρόνια, το 2002 και το 2012, δημιούργησαν ολόκληρο φιλολογικό κλάδο περί Σουλτς. Εκτός από τις μονογραφίες και του συλλογικούς τόμους με άρθρα που γράφτηκαν γι’ αυτόν, εκτός από τη νέα βιογραφία του συγγραφέα που συνεχίζει και συμπληρώνει την πρώτη, ξεχωρίζει το λεξικό για τον Σουλτς των Bolecki, Jarzębski, Rosiek με πληθώρα λημμάτων για τον βίο, το έργο, το περιβάλλον του συγγραφέας και ζωγράφου. Οι ερμηνείες δίνουν και παίρνουν, φτάνοντας κάποτε στην υπερβολή: μέσα από μια εξεζητημένη εμφάνιση στην εβραϊκότητα του Σουλτς, υποστηρίχτηκε η θέση πως είχε επηρεαστεί από την καμπάλα του Ισαάκ Λουρία, ενός Εβραίου μυστικιστή του 16ου αιώνα –κι αυτό τη στιγμή που δεν υπάρχει καμία ένδειξη ενασχόλησης του Σουλτς με παρόμοια θέματα ή και γνώσης του της εβραϊκής γλώσσας ή των γίντις. Με όλα αυτά, το έργο του Σουλτς, το όνομά του έχουν περάσει προ πολλού και στην ποπ κουλτούρα– γνωστό είναι για παράδειγμα ένα συγκρότημα ροκ μουσικής που φέρει το όνομά του, λόγω της λατρείας του ιδρυτή του Karol Stolarek για τα Μαγαζιά της κανέλας. Το διήγημα «Η οδός των Κροκοδείλων» έχει γυριστεί σε ταινία το 1986 από τους κιμηματογραφιστές αδελφούς Stephen και Timothy Quay. Είχε προηγηθεί το 1973 η ατμοσφαιρική κινηματογραφική δημιουργία του Wojciech Has Το σανατόριο της κλεψύδρας, που βραβεύτηκε στις Κάννες. Υπάρχουν αρκετές ακόμα δημιουργίες που εμπνέονται από τον Σουλτς: Ένα ιταλικό παιδικό βιβλίο για τη ζωή του, το Bruno il bambino che imparò a volare της Ιταλίδας Nadia Terranova –που ξεχωρίζει για την εξαιρετική εικονογράφησή του από την Ofra Amit–, ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι με κουίζ και σπαζοκεφαλιές που βασίζοντα στα κείμενά του, μια έκθεση φωτογραφίας με στιγμιότυπα σκηνοθετημένα από τα βιβλία του από τον φωτογράφο Mariusz Kubiela, καθώς και ένα βιβλίο βασισμένο στο κείμενο «Τα μαγαζιά της κανέλας», που κόβει και ράβει το κείμενο το Σουλτς σε μια έκδοση-μοντάζ όπου ενώνονται διαφορετικά στοιχεία των προτάσεων σε μια άλλη σειρά –πρόκειται για το Three of Codes του Αμερικανικού συγγραφέα Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. Ανάμεσά τους και το μυθιστόρημα του Ούγκο Ρικαρέλι Ένας άντρας που ίσως ονομαζόταν Σουλτς, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Όλα αυτά συνυφαίνουν κατά κάποιο τρόπο τη μεταθανάτια λατρεία του Σουλτς.'

Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, 'Στην Επικράτεια της Καθαρής Ποίησης ή Περί της Πεζογραφίας του Μπρούνο Σουλτς', από το επίμετρο της έκδοσης

Εξώφυλλο: Μαίρη Μπερντ, SPQR: Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης

'Με δεδομένο το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στους έχοντες και στους μη έχοντες στον ρωμαϊκό κόσμο, γιατί δεν υπήρχαν πιο ανοιχτές κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις; Πως γίνεται και στην πόλη της Ρώμης ο αυτοκράτορας και μερικές χιλιάδες πλούσιοι, συν το δουλικό τους προσωπικό, μονοπωλούσαν στρέμματα ολόκληρα γης, με ατελείωτα αρχοντικά και με μεγάλα άλση αναψυχής γύρω από τις παρυφές της πόλης, όταν σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι στριμώχνονταν στον χώρο που απόμενε; Γιατί, για να το πούμε με τους όρους του παραμυθιού, δεν ξεσηκώνονταν τα χελιδόνια ενάντια στα φίδια;
Μια απάντηση είναι ότι ίσως υπήρχαν περισσότερες συγκρούσεις απ’ όσες έχουν καταγραφεί, ακόμη και αν ήταν κυρίως ανταρτοπόλεμος παρά μια καθαρή εξέγερση: κλούβια αβγά που τα σφεντόνιζαν προς τις κουρτίνες των λεντικών που περνούσαν πάρα συντονισμένες έφοδοι ενάντια στις πύλες του αυτοκρατορικού παλατιού. Οι Ρωμαίοι συγγραφείς δεν πολυασχολούνταν με τα μέτρια επίπεδα αναταραχής. Αλλά οι αυτοκράτορες σίγουρα ανησυχούσαν για το πως θα τους υποδέχονταν όταν πήγαιναν στους δημόσιους αγώνες και θεάματα. Και παρόλο που η δημόσια τάξη δεν καταλύθηκε επανειλημμένα υπό την ηγεσία των αυτοκρατόρων, όπως είχε συμβεί κατά τις συγκρούσεις της ύστερης Πολιτείας, υπάρχουν τεκμήρια για περιστασιακές βίαιες εκρήξεις στη Ρώμη και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Η βασική αιτία για ήταν τα προβλήματα στον επισιτισμό. Το 51 μ.Χ. ο Κλαύδιος έγινε δεκτός με ρίψεις ψωμιού στο Φόρουμ (περίεργο όπλο σε μια κατάσταση ελλείψεις τροφίμων, θα μου πείτε) και χρειάστηκε να φυγαδευτεί στο παλάτι από μια πίσω πόρτα. Τον ίδιο περίπου καιρό, στην Άσπενδο, στη Μικρά Ασία, ένας τοπικός αξιωματούχος γλίτωσε παρά τρίχα από το να τον κάψουν ζωντανό όταν ένα οργισμένο πλήθος διαμαρτυρήθηκε επειδή γαιοκτήμονες είχαν κλειδώσει τα σιτηρά τους, σκοπεύοντας να τα εξαγάγουν. Τα τρόφιμα όμως δεν ήταν το μόνο ζήτημα.
Το 61 μ.Χ. ένας από τους κορυφαίους συγκλητικούς δολοφονήθηκε από έναν δούλο του και η σύγκλητος αποφάσισε να ακολουθήσει τους παραδοσιακούς κανόνες για να τέτοιο έγκλημα, που έλεγαν ότι όλοι δούλοι του θύματος έπρεπε να θανατωθούν, πέρα από τον ίδιο τον ένοχο (η απειλή μιας τέτοιας τιμωρίας θα οποίος υποτίθεται τους δούλους να αλληλοκαρφώνονται). Σε αυτή την περίπτωση ήταν τετρακόσιοι όλοι μαζί, όλοι αθώοι. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους αγανακτισμένος με την αυστηρότητα του προτεινόμενου μέτρου και σε μια ένδειξη αλληλεγγύης ανάμεσα στους δούλους και στον ελεύθερο πληθυσμό, που πολλοί ήταν οι ίδιοι πάλι δούλοι. Παρά το ότι όμως αρκετή συγκλητικοί πήραν το μέρος των αγανακτισμένων, ο αυτοκράτορας Νέρωνας κάλεσε τον στρατό για να μην υπάρξουν φασαρίες και διέταξε να εκτελεστεί η απόφαση.
Μια άλλη απάντηση είναι ότι, παρά τις μεγάλες ανισότητες πλούτου, την περιφρόνηση της ελίτ για τους λιγότερο τυχερούς και τα δύο μέτρα και δύο σταθμά που κυριαρχούσαν, υπήρχαν μεγαλύτερες πολιτισμικές επικαλύψεις ανάμεσα στους πλούσιους και τουλάχιστον τους «μεσαίους» της Ρώμης, ή εκείνους που ζουν στους κάτω ορόφους των πολυκατοικιών, απ’ όσο φανταζόμαστε. Ξύστε την επιφάνεια και οι δύο κουλτούρες αποδεικνύονται πιο διαπερατές απ’ όσο φαίνεται αρχικά· τα χελιδόνια δεν διαφέρουν πάντοτε τόσο δραστικά από τα φίδια.
[…]Τα συννεφάκια με τα λόγια στα καπηλειά και τα έξυπνα γραμμένα επιτύμβια (που μερικές φορές είναι έμμετρα, με όλους τους περίπλοκους κανόνες του έμετρου λόγου στα λατινικά) υποδηλώνουν έναν κόσμο όπου η γνώση γραφής και ανάγνωσης θεωρούνταν δεδομένη. Έχουν γίνει ατελείωτες άκαρπες συζητήσεις τα τελευταία χρόνια γύρω από το πόσοι ακριβώς κάτοικοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν εγγράμματοι. Αν πιάσουμε όλο τον ρωμαϊκό κόσμο, ύπαιθρο και πόλεις, ο αριθμός πρέπει να ήταν πολύ χαμηλός, σαφώς κάτω από το είκοσι τοις εκατό των ενηλίκων αντρών. Θα ήταν όμως πολύ υψηλότερο στις αστικές κοινότητες, όπου πολύ μικρέμποροι, τεχνίτες και δούλοι θα χρειάζονταν ένα βασικό επίπεδο γραμματικών και αριθμητικών γνώσεων για να λειτουργήσουν σωστά στη δουλειά τους (να παίρνουν τις παραγγελίες, να μετρούν τα χρήματα, να οργανώνουν τις παραδόσεις και λοιπά). Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η «λειτουργική εγγραμματοσύνη» αυτού του είδους έδινε ακόμα και στους «μεσαίους» ανθρώπους ένα κάποιο μερίδιο σ’ αυτό που θα θεωρούσαμε ως υψηλή κλασική κουλτούρα.
Υπάρχουν πάνω από πενήντα παραθέματα της ποίησης του Βιργίλου γραμμένα σαν γκράφιτι στους τοίχους της Πομπηίας. Αυτό σίγουρα δεν σημαίνει ότι η Αινειάδα ή τα άλλα του ποιήματα διαβάζονταν ευρέως στην ολότητά τους. Τα περισσότερα παραθέματα είναι από τις πρώτες λέξεις του πρώτου βιβλίου της Αινειάδας («Arma virumque cano», «Τ’ άρματα και τον άντρα τραγουδώ») ή από τις πρώτες λέξεις του δεύτερου βιβλίου («Conticuere omnes», «Σώπασαν όλοι») – στίχοι που ίσως είχαν γίνει τόσο τετριμμένα τσιτάτα όσο το «Να ζει κανείς ή να μη ζει». Επίσης, πολλά από αυτά μπορεί να ήταν από πλούσιους νεαρούς, για τους οποίους ο Βιργίλιος τον σχολικό βιβλίο· είναι άτοπο να φανταζόμαστε μονάχα τους στόχους να γράφουν στους τοίχους. Ούτε όμως θα έστεκε να αποδώσουμε όλα αυτά τα γκράφιτι σε πλούσια άτομα.
Υπάρχουν λοιπόν σημάδια ότι έστω και σε μικρές δόσεις η ποίηση του Βιργίλιου ήταν ένα κοινό πολιτισμικό αγαθό που μπορούσαν να το παραθέτουν, να το διασκευάζουν, ακόμα και να το χρησιμοποιούν για αστεία και παιχνίδια. Την πρόσοψη ενός πλυντηρίου-καθαριστηρίου της Πομπηίας διακοσμούσε μια σκηνή παρμένη από την ιστορία της Αινειάδας, που έδειχνε τον ήρωα έννοια να οδηγεί τον πατέρα και τον γιο του μακριά από τα ερείπια της Τροίας, στον δρόμο προς την ίδρυση της νέας Τροίας στην Ιταλία. Παραδίπλα ένας χαραταζτής έγραψε με ορνιθοσκαλίσματα, παρωδώντας τον διάσημο πρώτο στίχο του έπους, «Fullone ululamque cano, non arma virumque» – «Τους γναφείς και την κουκουβάγια τραγουδώ, όχι τ’ άρματα και τον άντρα» (αναφερόμενος στο πουλί που ήταν η επαγγελματική μασκότ του κλάδου του καθαρισμού υφασμάτων). Δεν πρόκειται βέβαια για υψηλή κουλτούρα, αλλά δείχνει ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς ανάμεσα στον κόσμο της αγοράς και στον κόσμο της κλασσικής λογοτεχνίας.'

 

Μαίρη Μπερντ, SPQR: Ιστορία της Αρχαίας Ρώμης, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδ. Αλεξάνδρεια

Εξώφυλλο: Ζαν Μποντριγιάρ, Αμερική

'Όταν μιλώ για τον αμερικανικό «τρόπο ζωής», είναι για να υπογραμμίσω την ουτοπία, τη μυθικήκοινοτυπία, το όνειρο και τη μεγαλοπρέπειά του. Αυτή η φιλοσοφία που ενυπάρχει όχι μόνο στην τεχνική ανάπτυξη, αλλά και στην υπέρβαση της τεχνικής στο υπερβολικό παιχνίδι της τεχνικής, όχι μόνο στη νεωτερικότητα, αλλά και στο υπέρμετρο των μοντέρνων μορφών (είτε είναι το κάθετο δίκτυο της Νέας Υόρκης είτε είναι το οριζόντιο δίκτυο του Λος Άντζελες), όχι μόνο στην κοινοτυπία, αλλά και στις αποκαλυπτικές μορφές της κοινοτυπίας, όχι μόνο στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, η οποία, έτσι όπως είναι, παρουσιάζει όλους τους χαρακτήρες της μυθοπλασίας. Είναι αυτός ο μυθοπλαστικός χαρακτήρας που είναι συναρπαστικός. Η μυθοπλασία όμως δεν είναι το φαντασιακό. Είναι αυτό που προεικάζει το φαντασιακό πραγματοποιώντας το. Σε αντίθεση με τη δική μας κίνηση, που είναι η προετοιμασία της πραγματικότητας με το να τη φανταζόμαστε, ή με το να την αποφεύγουμε εξιδανικεύοντάς την. Για τον λόγο αυτό δεν θα είμαστε ποτέ στην αληθινή μυθοπλασία, προορισμός μας είναι το φαντασιακό και η νοσταλγία του μέλλοντος. Ο αμερικανικός τρόπος ζωής, αυτός, είναι αυθόρμητα μυθοπλαστικός, εφόσον είναι υπέρβαση του φαντασιακού στην πραγματικότητα.
Επίσης η μυθοπλασία δεν είναι ούτε η αφαίρεση, και εάν υπάρχει ένα είδος αναπηρίας της Αμερικής σε σχέση με την αφαίρεση, αυτή η ανικανότητα περιβάλλεται με μια ένδοξη μορφή στην άγρια της καθημερινής ζωής, σ’ αυτή την εμπειρική μεγαλοφυία που πραγματικά μας εκπλήσσει. Ίσως αυτή η πετυχημένη επανάσταση δεν έχει πλέον απολύτως την έννοια που της απέδιδε ο Τοκβίλ, μιας αυθόρμητης κίνησης του δημόσιου πνεύματος, μιας αυθόρμητης και συγκεκριμένης μορφής διευθέτησης των ηθών έτσι ώστε να προσαρμόζονται στις μοντέρνες αξίες. Περισσότερο από ό,τι στην κίνηση των θεσμών, είναι στην απελευθέρωση των τεχνικών και των εικόνων που πρέπει να ψάξουμε την ένδοξη μορφή της αμερικανικής πραγματικότητας, στην ανήθικη δυναμική των εικόνων, στο όργιο των αγαθών και των υπηρεσιών, όργιο δύναμης και άχρηστης ενέργειας (αλλά ποιος θα πει πού σταματά η χρήσιμη ενέργεια;), όπου πολύ περισσότερο εκδηλώνεται το διαφημιστικό απ’ ό,τι το δημόσιο πνεύμα. Τελικά όμως αυτά είναι χαρακτηριστικά απελευθέρωσης και ακόμα και η αισχρότητα αυτής της κοινωνίας είναι το σημείο της απελευθέρωσής της. Απελευθέρωση όλων των εντυπώσεων, μερικές από τις οποίες είναι τελείως υπερβολικές και χαμερπείς, ακριβώς όμως: το άκρον άωτον της απελευθέρωσης, η λογική συνέπειά της, είναι στο θεαματικό όργιο, στην ταχύτητα, στο στιγμιαίο της αλλαγής, στη γενικευμένη εκκεντρικότητα. Η πολιτική απελευθερώνεται στο θέαμα, στη διαφημιστική εντύπωση που επιδιώκεται πάση θυσία, η σεξουαλικότητα απελευθερώνεται στο θέαμα, στη διαφημιστική εντύπωση που επιδιώκεται πάση θυσία, η σεξουαλικότητα απελευθερώνεται σε όλες τις ανωμαλίες της και τις διαστροφές της (συμπεριλαμβανομένης και της άρνησής της η οποία δεν είναι παρά ένα αποτέλεσμα υπέρτηξης της σεξουαλικής απελευθέρωσης), τα ήθη, τα έθιμα, το σώμα και η γλώσσα απελευθερώνονται στην επιτάχυνση της μόδας. Απελευθερωμένος δεν είναι ο άνθρωπος μέσα στην ιδανική πραγματικότητά του, την εσωτερική του αλήθεια ή τη διαφάνειά του ― απελευθερωμένος είναι ο άνθρωπος που αλλάζει χώρο, που κυκλοφορεί, που αλλάζει φύλο, ρούχα, ήθη, ανάλογα με τη μόδα και όχι ανάλογα με την ηθική, που αλλάζει γνώμη σύμφωνα με τα πρότυπα γνώμης και όχι σύμφωνα με τη συνείδηση. Εξάλλου οι άνθρωποι των ολοκληρωτικών χωρών ξέρουν καλά ότι εκεί βρίσκεται η αληθινή ελευθερία, αυτό μόνο ονειρεύονται: τη μόδα, τα πρότυπα, τα είδωλα, το παιχνίδι των εικόνων, το να μπορούν να κυκλοφορούν για να κυκλοφορούν, τη διαφήμιση, τη διαφημιστική παραφορά. Εν ολίγοις το όργιο. Κι εδώ πρέπει να πούμε ότι είναι η Αμερική που πραγματοποίησε με τρόπο συγκεκριμένο, τεχνικό, αυτό το όργιο απελευθέρωσης, αυτό το όργιο της αδιαφορίας, της αποσύνδεσης, της επίδειξης και της κυκλοφορίας. Δεν ξέρω τι απομένει από την πετυχημένη επανάσταση για την οποία μιλούσε ο Τοκβίλ, αυτήν της πολιτικής ελευθερίας και της ποιότητας του δημόσιου πνεύματος (η Αμερική προσφέρει σήμερα σ’ αυτόν τον τομέα τα άριστα και τα χείριστα), αλλά έχει σίγουρα πετύχει αυτήν εδώ την επανάσταση, ενώ εμείς, αφού αποτύχαμε στις ιστορικές μας επαναστάσεις, τώρα χάνουμε και τούτην εδώ επίσης. Αυτές τις λογικές συνέπειες της νεωτερικότητας, της επανάστασης του τρόπου ζωής, ως τις υπερβολές τους, τις απορροφούμε παρά τη θέλησή μας, σε δόσεις ομοιοπαθητικές, μ’ ένα ανάμεικτο συναίσθημα γοητείας και μνησικακίας. Σερνόμαστε στην Ευρώπη μέσα στη λατρεία της διαφοράς, είμαστε λοιπόν ανάπηροι σε σχέση με τη ριζική νεωτερικότητα, που στηρίζεται στην αδιαφορία. Γινόμαστε μοντέρνοι και αδιάφοροι με μισή καρδιά, εξ ου και η μικρή λάμψη της νεωτερικότητάς μας, εξ ου και η απουσία μοντέρνου πνεύματος σε ό,τι αναλαμβάνουμε. Δεν έχουμε καν το κακό πνεύμα της νεωτερικότητας, αυτό που σπρώχνει την καινοτομία ως την παραδοξότητα, και ξαναβρίσκει έτσι ένα είδος φανταστικής αλήθειας.'

 

Ζαν Μποντριγιάρ, Αμερική, μτφρ. Νικόλας Χρηστάκης, εκδ. Futura

Εξώφυλλο: G. S. Kirk, J. E. Raven & M, Schofield, Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι

'Εἶναι σημαντικὸ νὰ μὴ διογκώνουμε τὴν ἀνορθολογικότητα τοῦ κοσμοειδώλου πάνω στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε ἡ προσωκρατικὴ παράδοση, γιὰ νὰ τὸ ἀνατρέψει τελικά. Δὲν χωράει ἀμφιβολία, βέβαια, ὅτι περιεῖχε ἐδῶ κι ἐκεῖ ἔντονα στοιχεῖα ἀνορθολογισμοῦ· ἀλλὰ ἡ ἀρχαία Ἐλλὰδα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου (τέλη τοῦ 8ου αἰώνα π.Χ.) ἤ ἀκόμα καὶ τῆς περιόδου ποὺ ἤθελε νὰ ἀπεικονίσει ὁ Ὅμηρος (ἄς ποῦμε τοῦ 13ου αἰώνα π.Χ.) δὲν ἦταν μὲ κανέναν τρόπο πραγματικὰ πρωτόγονη. Ἡ διοικητικὴ διόρθρωση τῆς τελευταίας καὶ ἡ λογοτεχνικὴ αἴσθηση καὶ ὀργάνωση τῆς πρώτης μαρτυροῦν ὅτι ἔχουμε ἤδη νὰ κάνουμε μὲ κοινωνίες ὅπου ὑπῆρχε λογικὴ καὶ ψυχολογικὴ ἐκλέπτυνση. Λόγου χάρη, ἡ ὁμηρικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν Ὀδυσσέα μᾶς παρουσιάαζει ἕναν ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ φιλοσοφεῖ —ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν διακρίνεται τόσο γιὰ τὴν «πανουργία» του ὅσο γιὰ τὴ δυνατότητά του νὰ ἀναλύει πολύπλοκες καταστάσεις καί, τελικά, νὰ κάνει ὀρθολογικὲς ἐπιλογές. Τὸ βλέπουμε αὐτὸ ὅταν ἐξετάζει τὶς διάφορες ἐναλλακτικὲς λύσεις ποὺ ἀνοίγονται μπροστά του καὶ τὶς ἐνδεχόμενες συνέπειές τους, καθὼς ξεμακραίνει ἀποθαρρυμένος ἀπὸ τὴ βραχώδη ἀκτὴ τῆς Σχερίας, στὸ ε τῆς Ὀδύσσειας. Ἡ σχέση του μὲ τοὺς θεοὺς καὶ τὶς θεές, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν Ἀθηνᾶ, παίζει μᾶλλον δευτερεύοντα ρόλο στὶς περισσότερες ἀποφάσεις του καὶ στὴ συμπεριφορά του· εἶναι ἕνας ὀρθολογικὸς ἄνθρωπος, μὲ ὀξυμένη αἴσθηση γι’ αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ μετράει στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Μὲ πολὺ διαφορετικὸ τρόπο, καὶ ὁ Ἠσίοδος, ἐπίσης, ἄν καὶ φαινομενικὰ ἔδωσε μιὰ μυθικὴ καί, ἑπομένως, σὲ τελευταία ἀνάλυση ἀνορθολογικὴ εἰκόνα γιὰ τὸν κόσμο, κράτησε μιὰ ἐποικοδομητικὰ λογικὴ στάση, ταξινομώντας καὶ συνθέτοντας ἀφηγήσεις ἀπὸ διάφορες περιοχὲς καὶ τονίζοντας περισσότερο ὁρισμένα στοιχεῖα τους. Ἀλλὰ ἔκανε καὶ κάτι περισσότερο […]. Γιατὶ τὸ σχέδιό του νὰ συνθέσει μιὰ συστηματικὴ κοσμογονία καὶ θεογονία, καὶ κατόπιν νὰ ἐξετάσει τὴν κυριαρχία τῆς τάξης (ἤ τὴ διατάραξή της στὸν διαφοροποιημένο κόσμο, προϋποθέτει μιὰ σφαιρικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸ ρόλο ποὺ παίζει ὁ ἄνθρωπος μέσα σ’ αὐτὸν). Ἄν αὐτὴ ἡ ἀντίληψη δὲν εἶναι φιλοσοφική, αὐτὸ ὀφείλεται μόνο στὴ συμβολικὴ γλώσσα τῶν μύθων στὴν ὁποία ἐκφράζεται καὶ (ὁμολογουμένως) συλλαμβάνεται ὥς ἕνα βαθμό. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο, οἱ μελετητὲς μπαίνουν καμιᾶ φορὰ στὸν πειρασμὸ νὰ θεωρήσουν τὸν Ἡσίοδο τὸν πρῶτο προσωκρατικὸ φιλόσοφο· ὅμως ἀνάμεσα σ’ αὐτὸν καὶ (λόγου χάρη) τὸν Ἀναξίμανδρο ὑπάρχει ἕνα πελώριο χάσμα, πού, ἄν δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἀπόλυτα τὴ φύση του, πρέπει ὡστόσο νὰ πάρουμε ἔστω μιὰ ἰδέα της.

Γιατὶ ἡ μετάβαση ἀπὸ τοὺς μύθους στὴ φιλοσοφία, ἀπὸ τὸ μύθο στὸ λόγο ὅπως τὸ διατυπώνουν μερικοὶ, εἲναι πολὺ πιὸ ἐπαναστατικὴ ἀπὸ ὅσο συνεπάγεται μιὰ ἁπλὴ διαδικασία ἀποπροσωποίησης ἤ ἀπομυθολογοποίησης, ποὺ νοεῖται εἴτε ὡς ἀπόρριψη τῆς ἀλληγορίας εἴτε ὡς ἕνα εἶδος ἀποκρυπτογράφησής της· εἶναι ἀκόμα πιὸ ἐπαναστατικὴ καὶ ἀπὸ ὅσο θὰ συνεπαγόταν (ἄν ἡ ἰδέα αὐτὴ δὲν εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἐξωφρενική) μιὰ σχεδὸν μυστηριακὴ μεταλλαγὴ στοὺς τρόπους σκέψης, στὴν ἴδια τὴ λειτουργία τῆς νόησης. Γιατὶ στὴν πραγματικότητα συνεπιφέρει καὶ μαζὶ προϋποθέτει ἀλλαγὲς ποὺ ἔχουν πολιτικό, κοινωνικὶ καὶ θρησκευτικὸ χαρακτήρα, ὅχι ἁπλῶς διανοητικό· άλλαγὲς ποὺ σημαίνουν τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν κλειστὴ παραδοσιακὴ κοινωνία (ποὺ, στὴν ἀρχετυπικῆ μορφή της, εἶναι ἕνα σημαντικὸ ὅργανο σταθερότητας καὶ ἀνάλυσης) καὶ τὴν ἐξέλιξη πρὸς μιὰ ἀνοιχτὴ κοινωνία, ὅπου οἱ ἀξίες τοῦ παρελθόντος γίνονται σχετικὰ ἀσήμαντες καὶ ὅπου μποροῦν νὰ διαμορφωθοῦν πραγματικὰ πρωτότυπες ἰδέες γιὰ τὴν ἴδια τὴν κοινωνία καὶ γιὰ τὸν διευρυμένο περίγυρό της.

Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀλλαγὴ ἔγινε στὴν Ἑλλὰδα ἀνάμεσα στὸν 9ο καὶ τὸν 60 αἰώνα π.Χ. —μιὰ ἀλλαγὴ πού, ὁπωσδήποτε, περιπλέχθηκε ἀπὸ τὸν ἀργὸ ρυθμὸ μὲ τὸν ὁποῖο διαδόθηκε σ’ αὐτὴ τὴ χὠρα ὁ γραπτὸς λόγος. Ἡ ἐξέλιξη τῆς πόλεως ἀπὸ παλιότερες ἀριστοκρατικὲς δομές, μαζὶ μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῶν ἐπαφῶν μὲ ξένους λαοὺς καὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἄλλαξαν τὴν ἡσιόδεια ἀντίληψη γιὰ τὴν κοινωνία καὶ ἔκαναν τὰ παλιὰ θεϊκὰ καὶ ἡρωικὰ ἀρχέτυπα νὰ φαίνονται ξεπερασμένα καὶ (ἄν δὲν προστατεύονταν ἄμεσα ἀπὸ τὴ θρησκευτικὴ λατρεία) ἀδιάφορα. Ἀναμφίβολα, πολλὰ ἀπὸ τὰ ἡμιορθολογικὰ στοιχεῖα τῆς ὁμηρικῆς παράδοσης ἐπιβίωσαν, ὅπως καὶ ἡ ταξινομικὴ τάση τοῦ Ἡσίοδου· ἀλλὰ στὶς κοσμοπολιτικὲς κοινωνίες τῆς Ἰωνίας (καὶ ἰδιαίτερα τῆς Μιλήτου), ποὺ ἀγαποῦσαν καὶ εὐνοοῦσαν τὴ θεωρητικὴ σκέψη, ἀπέκτησαν ἐντονότερο χαρακτήρα και, χωρὶς νὰ ἔρθουν σὲ ἄμεση σύγκρουση μὲ τοὺς μύθους καὶ τὴ θρησκεία, προσαρμόστηκαν σὲ ἕνα πλατύτερο καὶ ἀντικειμενικότερο κοσμοείδωλο.'

G. S. Kirk, J. E. Raven & M, Schofield, Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑