
ΓΚΑΚΑΚΟΥ
η γκάγκακου είναι αρχαία γιαπωνέζικη μουσική
την ακούω στο πικάπ μου
και τα ποιήματα που γράφω καθώς την ακούω
τα ονομάζω γκάγκακου
η μουσική γκάγκακου μπορεί να αγοραστεί σε οποιοδήποτε
σχετικό καλά ενημερωμένο
γιαπωνέζικο δισκάδικο
εδώ στο Λ.Α υπάρχουν πολλά τέτοια μαγαζιά
στο κέντρο της πόλης «το μυκρό τόκυο»
γύρω από την πρώτη οδό και την κεντρική
ξαφνικά βλέπω τα δόντια των δαιμόνων
μικρά ανοίγματα κάτω από κάθε κυνόδοντα
και ποικιλόχρωμες υγρές
σταλαγματιές
τώρα ο δίσκος της γκάγκακου τελείωσε
και μια σταγόνα βροχής εδώ κι εκεί
κι έναν επιβάτη εναέριο της αεροπορικής γραμμής
αυτοκίνητα περνούν
η μηχανή αυτής της γραφομηχανής
βουίζει ευγενικά
άφραγκος για τα καλά
σίγουρα
αλλά τι άλλο υπάρχει να κάνω
για να βγω έξω και να κυνηγάω γυναίκες;
παρερμηνεύοντάς τες για μούσες;
όχι
είναι ειρηνικά εδώ
δεν μου τα πρήζει κανένας
είμαι ικανοποιημένος γράφοντας ποίηση
Στιβ Ρίτσμοντ, Γκάγκακου, μτφρ. Γιάννης Ζελιαναίος, εκδ. Καζανάκι
* * *
'Λόγια βιωματικά, άγρια, ωμά, στίχοι ασύμφοροι, ασύντακτοι, δίχως γραμματικούς κανόνες, ιστορίες ενός ανθρώπου που παλεύει συνέχεια με τα δαιμόνια του κεφαλιού του. Ένας πατριώτης του «είμαι» που δεν κοιτάζει το δρόμο αλλά το σκαμνί που κάθεται ο κώλος του την τάδε ώρα και την τάδε στιγμή. Ένας αγωνιστής που περιγράφει εκείνο που αποστρέφεις το κεφάλι σου σαν το συναντάς, ένας άληστος παρίας που δε βολεύτηκε στα φράγκα των γονιών του, που κοίταξε κατάματα το στραφτάλισμα των τσεκουριών, που μάτωσε τις παλάμες του βαστώντας τα χαλινάρια των δαιμόνων του, που όπως έγραψε κι ο καλός του φίλος Τσαρλς Μπουκόφσκι στον πρόλογο για την συλλογή του Hitler Painted Roses: «Αυτό που ξεχνούν είναι πως ένας άντρας πρέπει να είναι ζωντανός για να σωθεί, και ο τρόπος για να το κάνει δεν είναι να απομνημονεύει τον Καρλ Μαρξ, να παίζει κιθάρα, να παρελαύνει σε Ειρηνικές Παρελάσεις και σε Παρελάσεις για την Ελευθερία, το να μείνεις ζωντανός χτίζεται βήμα-βήμα: φρικτά, εμετικά, προσευχόμενος, βλασφημώντας, σπάζοντας τα νύχια σου, ματωμένος βήμα προς βήμα. Δεν υπάρχουν συνταγές, μεσημεριάτικες ευωχίες, δεν υπάρχουν τα εργαστήρια ποίησης. Δεν υπάρχουν συναντήσεις για τσάι, για φαΐ, για κοκτέιλ. Δεν υπάρχει αυτός ο καχεκτικός, τσιμπουκωμένος πανσές με κουράδες... αυτα τα ποιήματα είναι το ζωντανό έργο ενός ζωντανού άντρα...».
Ο Στηβ Ρήτσμοντ πέθανε μες στη φτώχεια, στην πρωινή του μεθαδόνη και τους δίσκους Γκάγκακου που γυρνούσαν στο πικάπ του, τον Οκτώβρη του 2009, εξαφανισμένος και χαμένος από φίλους και γνωστούς τα τελευταία χρόνια.'
Γιάννης Ζελιαναίος, 'Η Ωμή Ποίηση του Στηβ Ρήτσμοντ, από την εισαγωγή της έκδοσης
