προγραφές

Εξώφυλλο: Μπέρναρντ Ουίλιαμς, Αιδώς και ανάγκη: Ατομική Βούληση, Πράξη και Ευθύνη στην Αρχαία Ελλάδα

'Η ντροπή είναι στραμμένη προς αυτό που είμαι. Μπορεί να προκληθεί από διάφορα πράγματα – πράξεις [...] ή σκέψεις ή επιθυμίες ή τις αντιδράσεις των άλλων. Ακόμη και στην περίπτωση που αφορά μια πράξη, ίσως να χρειαστεί το δρων υποκείμενο να ανακαλύψει –και είναι μια δύσκολη ανακάλυψη– ποια είναι η πηγή της ντροπής: εάν εντοπίζεται στην πρόθεση, την πράξη ή το αποτέλεσμα. Κάποιος μπορεί να αισθάνεται ντροπή για μια επιστολή που έστειλε, επειδή είναι (και το γνωρίζει καθώς την έγραφε) μια επιπόλαιη και ανόητη απάντηση σε μια ασήμαντη ενόχληση· και η ντροπή αμβλύνεται, σε κάποιο βαθμό, εάν αποδειχθεί ότι η επιστολή ποτέ δεν έφτασε στον προορισμό της. Επειδή ακριβώς η ντροπή ενδέχεται να είναι ασαφής με έναν τέτοιο τρόπο, μπορούμε να προσπαθήσουμε να την κάνουμε ευκρινέστερη και να καταλάβουμε πώς μια συγκεκριμένη πράξη ή σκέψη στέκεται απέναντι στον εαυτό μας, σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που ρεαλιστικά θέλουμε να είναι ο εαυτός μας. Εάν φτάσουμε στο σημείο να καταλαβαίνουμε τη ντροπή μας, ίσως να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε καλύτερα και την ενοχή μας. Οι δομές του συναισθήματος της ντροπής μάς δίνουν τη δυνατότητα να ελέγξουμε την ενοχή και να μάθουμε από αυτή, επειδή μας δίνουν μια εικόνα της ηθικής ταυτότητας κάποιου, σε σχέση με την οποία έχει νόημα η ενοχή. Η ντροπή μπορεί να κατανοήσει την ενοχή, αλλά η ενοχή δεν μπορεί να κατανοήσει τον εαυτό της.
Αυτό φαίνεται καθαρά από την επισήμανση που έκανα παραπάνω, ότι δηλαδή η ενοχή, στον βαθμό που την απασχολούν τα θύματα, δεν περιορίζεται αναγκαστικά ή ανοιχτά στις εσκεμμένες πράξεις. Μπορεί να αισθάνομαι, και δικαίως, ότι τα θύματα, έχουν μια απαίτηση από εμένα, και ότι ο θυμός και τα βάσανά τους στρέφονται σ’ εμένα, ακόμη και αν η πράξη μου ήταν ακούσια. Ωστόσο, οι ιδέες της νεωτερικής ηθικότητας επιμένουν ταυτόχρονα στο προβάδισμα της ενοχής, στη στροφή προς τα θύματα και στον ορθολογικό περιορισμό της στο εκούσιο. Καταβάλλει δε ιδιαίτερα επίπονες προσπάθειες να επιμείνει σε όλα αυτά ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, εάν θέλαμε να κατανοήσουμε γιατί θα μπορούσε να είναι σημαντικό για μας να προχωρήσουμε στη διάκριση ανάμεσα στις βλάβες που προξενούμε εκούσια και σε εκείνες που προξενούμε ακούσια, θα είχαμε ελπίδες να το πετύχουμε μόνο εάν διερωτόμασταν ποια είδη αποτυχιών ή ανεπαρκειών συνιστούν την πηγή της βλάβης, και τι σημαίνουν αυτές οι αποτυχίες στο πλαίσιο της δικής μας ζωής και της ζωής των άλλων. Αυτή είναι η επικράτεια της ντροπής· μόνο εάν προχωρήσουμε προς τα εκεί, θα μπορέσουμε να διαφωτιστούμε κάπως όσον αφορά μία από τις βασικές μέριμνες της ηθικότητας που επικεντρώνεται στην ενοχή.
Για τη νεωτερική ηθική συνείδηση, η ενοχή μοιάζει να είναι ένα ηθικό συναίσθημα πιο ξεκάθαρο από τη ντροπή. Μπορεί να φαίνεται έτσι, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο επειδή, έτσι όπως παρουσιάζεται, είναι πιο απομονωμένη απ’ ό,τι είναι η ντροπή από άλλα στοιχεία της εικόνας που έχει κάποιος για το εγώ του, από τις υπόλοιπες επιθυμίες και ανάγκες του, και επειδή αφήνει εκτός πολλά στοιχεία ακόμη και από την ηθική συνείδησή του. Μπορεί να στρέφει κάποιον προς εκείνους που υπέστησαν ζημιά ή αδικία και να απαιτεί επανόρθωση απλώς στο όνομα αυτού που τους συνέβη. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να βοηθήσει κάποιον να κατανοήσει τις σχέσεις του με αυτά τα συμβάντα ή να ανοικοδομήσει το εγώ που έκανε αυτά τα πράγματα και τον κόσμο μέσα στον οποίο πρέπει να ζήσει αυτό το εγώ. Μόνο η ντροπή μπορεί να το κάνει αυτό, επειδή ενσωματώνει ιδέες αυτού που είναι κάποιος και του πώς σχετίζεται με τους άλλους.'

 

Μπέρναρντ Ουίλιαμς, Αιδώς και ανάγκη: Ατομική Βούληση, Πράξη και Ευθύνη στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Βάρβαρα Σπυροπούλου, εκδ. Αλεξάνδρεια

Ο ΛΟΦΟΣ

Πάει καιρός από τότε που ήμουν
κάτι που μια φορά με γύρισε πίσω,
και μετέτρεψε το κεφάλι μου
σε ψυχρό όργανο.

Η ομολογία είναι
κάτι απλό. Ομολογώ λοιπόν,
για να φύγω μακριά, μακριά να φύγω,
και πάλι για να επιστρέψω.

Μα η μορφή εκείνη, στην οποία πρέπει να αποκριθώ,
είναι νεκρή μέσα μου, εντελώς,
και δεν θα της επιτρέψω
να εμφανιστεί και πάλι –

Ονομάζει διαστροφή, την πεισμωμένη,
τη μεγαλόψυχη σκληρότητα,
που είναι μέσα μου
σαν ένας λόφος.

Ρόμπερτ Κρίλι, Μια Μορφή Προσαρμογής, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Bibliothèque

* * *

'Σκοπός του Κρίλι ήταν η σύλληψη του ποιήματος που βρισκόταν πίσω από το ποίημα που έγραφε. Η σύνθεση ενός ποιήματος μπορεί να αποκαλύπτει ένα δομημένο εκφραστικό σώμα, μα η «ουσία» δεν βρισκόταν παρά βαθιά μέσα στην εμπειρία αυτής της δράσης. Τέτοιες απόψεις έφεραν τον Κρίλι και το έργο του, πολύ κοντά στις ιδέες του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, μα και της τζαζ: «ήθελα το ίδιο το ποίημα να είναι αυθύπαρκτο και αυτό δεν θα μπορούσε να σταθεί δυνατό όσο ένα θέμα θα εμπλεκόταν σε κάποιο σημείο με βαρυσήμαντο τρόπο. Χρειαζόταν να υπάρξει μια ανεξαρτησία προερχόμενη από το γεγονός πως οι λέξεις είναι κι αυτές πράγματα».
Ο σχηματισμός ενός ποιήματος, για τον Κρίλι, αναλογούσε σε μια δομή, μια μουσική διάταξη με νότες, παύσεις και διαστήματα, όπου το ποίημα κατάφερνε να αποκτά και μια μουσική συνέπεια. Για τον Κρίλι οι τονικές παραλλαγές των λέξεων έτειναν το ποίημα προς μια «τραγουδιστική» αίσθηση που χαρακτηριζόταν από συγκοπές, κενά και ανατροπές που σχετίζονταν άμεσα με τις τεχνικές της τζαζ.'

Γιάννης Λειβαδάς, από τα Προλεγόμενα της έκδοσης

ΙΧ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ποιο ζωηρὸ παιδὶ μ’ ἔτερψε περισσότερο
Ἀπ’ ὅσα πλάγιασα μαζί τους;
Ἕδωσα τὴν ψυχή μου, ἀποκρίνομαι
Καὶ στὴν ἀγάπη κακοπάθησα,
Πλὴν σ’ ἕνα παιδὶ βρῆκα μεγάλη τέρψη
Ὁποὺ τοῦ λάτρεψα τὸ σῶμα.

Ξεφεύγοντας ἀπ’ τὴν ἀγκάλη του γελοῦσα
Στὴ σκέψη ὅτι μὲς στὸ πάθος του
Θαρροῦσε πὼς ἔδινα καὶ τὴν ψυχή μου
Καθὼς τὰ δυὸ κορμιά μας σμίγανε,
Καὶ γέλαγα στὸ στῆθος του ἐπάνω μὲ τὴ σκέψη
Πὼς κι ἕνα κτῆνος τόσο δίνει σ’ ἄλλο κτῆνος.

Ἔδωσα ὅ,τι κι ἄλλες γυναῖκες δῶσαν
Ὅταν πετᾶνε πίσω τους τὰ ροῦχα,
Πλὴν ὅταν ἡ ψυχὴ ξεντύνεται τὸ σῶμα
Κι ὁλόγυμνη πηγαίνει πρὸς τὴ γύμνια,
Αὐτὸς ποὺ τὴν εὑρῆκε μέσα της θὰ βρεῖ
Ὅ,τι κανένας ἄλλος δὲν γνωρίζει,

Θὰ δώσει καὶ θὰ πάρει τὸ μερίδιό του
Καὶ θά ’ναι κύριος κι ἀφέντης·
Μὰ κι ἄν αὐτὴ μὲ τὴν ἀγάπη κακοπάθησε
Σφικτοδεμένη καὶ προσηλωμένη τόσο,
Δὲν εἶναι ἡμερινὸ πουλὶ ποὺ θὰ τολμήσει
Μιὰ τέτοια τέρψη ν’ ἀποσβήσει.

από την ενότητα 'Μια Γυναίκα Νέα και Γραία', Μια Γυναίκα Νέα και Γραία και Άλλα Ποιήματα, μτφρ. Αντώνης Ζέρβας, εκδ. Περισπωμένη

* * *

'Διόλου δογματικὸς ἤ ἀπερίσκεπτος, ὁ συντηρητισμὸς τοῦ Γέητς, ἄν καὶ καλύπτει ὅλα τὰ πεδία τῆς πνευματικὴς ἐμπειρίας, ἔχει κάτι τὸ τραγικὰ ἡρωϊκό. Ὁ ποιητὴς στέκει ἀκλόνητος μπροστὰ στὸν αἰώνιο κύκλο τῆς οἰκοδόμησης καὶ τοῦ γκρεμίσματος, ἀποδεχόμενος τὴν ἀπροσμάχητη μεταβολὴ ποὺ παρασέρνει μοιραῖα ὅσα ἀγάπησε καὶ πίστευε. Οἱ ἀξίες τῶν δημοκρατικῶν, χριστιανικῶν καὶ προκομμένων μεσαίων τάξεων τῆς Προόδου τὸν ἀπωθοῦν βαθύτατα, ὅπως καὶ ὁ «σύγχρονος κόσμος». Αἰσιοδοξία καὶ ἀπαισιοδοξία δὲν ἔχουν θέση ἐδῶ. Τὰ ποιήματά του δὲν ἐπιζητοῦν ἄμεσα καὶ συγκεκριμὲνα ἀποτελέσματα, οὔτε ἐπιστηρίζουν δημοχαρῆ συμπεράσματα· ἐμβρυολογοῦν καὶ ὑποδηλώνουν. Συχνὰ στιγματίζουν, ἐλεεινολογοῦν, πάντα ὅμως χαρίζουν στὴν ποίηση κάτι πολὺ ἀνώτερο, ἐπειδὴ δὲν εἶναι οὔτε καθρέφτες οὔτε ἰδεολογήματα. Παρὰ τὰ ξεσπάσματα τῶν ἀντιφάσεων ποὺ στὰ τέλη τῆς ζωῆς του θὰ τὸν ὠθοῦσαν ἕως καὶ στὴν «ὠμότητα, τοὺς κακοὺς τρόπους καὶ τὴ βαρβαρότητα τῆς ἀλήθειας», κοιτάζουν τὸ πραγματικὸ τοῦ παρόντος καὶ τὸ ξεφυλλίζουν ὥς τὶς ρίζες του, ἐπιδικώκοντας τὴ γαλήνια ἑνοποίηση τῶν ἀντιθέτων.'

Αντώνης Ζέρβας, από το Προλόγισμα της έκδοσης

Εξώφυλλο: Ζαν Σταρομπίνσκι, Άμλετ και Φρόυντ

'Η αλληλουχία των πράξεων του Οιδίποδα που καθοδηγούνταν από την αναγκαιότητα και τα ψυχολογικά αίτια της συμπεριφοράς του ήρωα δεν ήγειραν κάποιο ερώτημα. Ο Οιδίποδας εκπληρώνει τον χρησμό –και ο χρησμός είναι ταυτόχρονα αναγκαιότητα και αιτιότητα. Με μοντέρνος όρους, ο Οιδίποδας είναι η ενόρμηση ή, αν προτιμάτε, είναι το αντίστοιχό της στο επίπεδο της μεταφοράς. Στην περίπτωση του Άμλετ –που διαθέτει το ανάγλυφο ενός ζωντανού προσώπου και όχι την αδιαφανή και χωρίς υπόλειμμα πληρότητα μιας ψυχικής εικόνας– η αναγκαιότητα, που εκρήγνυται μέσα στη θανάσιμη λύση, φαίνεται να παρεμποδίζεται, σε όλη τη διάρκεια της δράσης, από μία αυξανόμενη απουσία στήριξης· η αναγκαιότητα δουλεύει στα θεμέλια, υποκινούμενη από κρυφά αιτία.
Αυτό που ο Φρόιντ υποστηρίζει με τόλμη δεν είναι μόνο ότι το αστήρικτο μπορεί να διαλυθεί, ότι όλα μπορούν να αποδοθούν στην αναγκαιότητα και στο νόημα, στη βάση της έκφρασης των κρυφών αιτίων, αλλά ότι η κρυφή αιτία είναι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, δηλαδή η κατεξοχήν αναγκαιότητα. Το νόημα του Άμλετ ολοκληρώνεται μέσα στον Οιδίποδα και μέσω αυτού. Το καθολικό ενδιαφέρον που προκαλείται από τον Άμλετ ο Φρόιντ το μεταχειρίζεται ως μία ένδειξη: ένα τέτοιο ενδιαφέρον ουδόλως θα δικαιολογούνταν από την ιδιαιτερότητα και την μοναδικότητα της «νεύρωσης» του Άμλετ: δικαιολογείται από την παρουσία του Οιδίποδα (καθολικό μοτίβο) μέσα στον Άμλετ. Θα αντιτείνουμε: πού δεν θα βρίσκαμε τον Οιδίποδα, από τη στιγμή που παραδεχόμαστε ότι είναι καθολικός; Ένσταση στην οποία ο Φρόυντ δεν θα είχε δυσκολία να απαντήσει ότι στον Άμλετ ο Οιδίποδας είναι παρών με μια ασυνήθιστη ένταση.
Ο Οιδίποδας δεν έχει ανάγκη από ερμηνεία: είναι η διευθυντήρια μορφή της ερμηνείας. Από την άλλη, τα λόγια και οι πράξεις (η απραξία) του Άμλετ, ιδωμένες ως συμπτώματα, υπόκεινται στην ερμηνεία. Το να πούμε ότι ο Άμλετ δεν πραγματοποιεί αυτό πραγματοποιεί ο Οιδίποδας, είναι σαν να λέμε επίσης ότι το έργο του Σαίξπηρ δεν είναι το ισοδύναμο ενός συλλογικού ονείρου και ότι δεν βλέπουμε σε αυτό μία κοινή αναδρομική φαντασίωση να συναντά τον κοινό «παιδικό πυρήνα» μέσα στην ενότητα του συμβόλου. Στον Άμλετ οι δύο πλευρές του «συμβολικού» κέρματος ή πεσσού μένουν διαχωρισμένες για πάντα. Διότι ποιος μπορεί να αναλάβει εδώ την ευθύνη της αναδρομικής φαντασίσωσης; Όχι ο Άμλετ, που δεν υπάρχει παρά μόνο αποκλειστικά μέσα στον χώρο του λόγου που του δίνει ο Σαίξπηρ. Ούτε ο Σαίξπηρ, που δεν μας προτείνει καμιά έμμεση ερμηνεία του Άμλετ. Είναι λοιπόν ο ερμηνευτής που, αντιμετωπίζοντας τα λόγια των προσώπων του δράματος ως μία απόρροια, ανασυστήνει –μέσω παρέκτασης– μία προγενέστερη ιστορία και κατευθύνεται προς ένα καταγωγικό σημείο, προς έναν αρχικό «πυρήνα», που θα ήταν ταυτόχρονα ο δικός του, του Άμλετ και του Σαίξπηρ. Την ευθύνη της αναδρομικής φαντασίωσης αναλαμβάνει ο ερμηνευτής, στη βάση της αναλογίας που φέρνει κοντά τη συμπεριφορά του Άμλετ και εκείνην των νευρωτικών, που προσπαθούν να θεραπευτούν μέσω της ανάλυσης, στην πραγματική ζωή. Στον λόγο του ερμηνευτή είναι που συναντιούνται το φανταστικό ασυνείδητο του Άμλετ, το φαντασιογόνο–φανταστικό ασυνείδητο του Σαίξπηρ και ο στοχασμός του αναγνώστη, σε ένα κοινό σημείο φυγής, στο οποίο ξεπροβάλλει η μορφή του Οιδίποδα και στο οποίο το μυστήριο του μελαγχολικού πρίγκιπα διαλύεται υπό το φως του καταγωγικού μύθου.'

 

Ζαν Σταρομπίνσκι, Άμλετ και Φρόυντ, μτφρ. Ροζαλί Σινοπούλου, εκδ. Πλέθρον

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑