προγραφές

Εξώφυλλο: Ζαν Σταρομπίνσκι, Άμλετ και Φρόυντ

'Η αλληλουχία των πράξεων του Οιδίποδα που καθοδηγούνταν από την αναγκαιότητα και τα ψυχολογικά αίτια της συμπεριφοράς του ήρωα δεν ήγειραν κάποιο ερώτημα. Ο Οιδίποδας εκπληρώνει τον χρησμό –και ο χρησμός είναι ταυτόχρονα αναγκαιότητα και αιτιότητα. Με μοντέρνος όρους, ο Οιδίποδας είναι η ενόρμηση ή, αν προτιμάτε, είναι το αντίστοιχό της στο επίπεδο της μεταφοράς. Στην περίπτωση του Άμλετ –που διαθέτει το ανάγλυφο ενός ζωντανού προσώπου και όχι την αδιαφανή και χωρίς υπόλειμμα πληρότητα μιας ψυχικής εικόνας– η αναγκαιότητα, που εκρήγνυται μέσα στη θανάσιμη λύση, φαίνεται να παρεμποδίζεται, σε όλη τη διάρκεια της δράσης, από μία αυξανόμενη απουσία στήριξης· η αναγκαιότητα δουλεύει στα θεμέλια, υποκινούμενη από κρυφά αιτία.
Αυτό που ο Φρόιντ υποστηρίζει με τόλμη δεν είναι μόνο ότι το αστήρικτο μπορεί να διαλυθεί, ότι όλα μπορούν να αποδοθούν στην αναγκαιότητα και στο νόημα, στη βάση της έκφρασης των κρυφών αιτίων, αλλά ότι η κρυφή αιτία είναι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, δηλαδή η κατεξοχήν αναγκαιότητα. Το νόημα του Άμλετ ολοκληρώνεται μέσα στον Οιδίποδα και μέσω αυτού. Το καθολικό ενδιαφέρον που προκαλείται από τον Άμλετ ο Φρόιντ το μεταχειρίζεται ως μία ένδειξη: ένα τέτοιο ενδιαφέρον ουδόλως θα δικαιολογούνταν από την ιδιαιτερότητα και την μοναδικότητα της «νεύρωσης» του Άμλετ: δικαιολογείται από την παρουσία του Οιδίποδα (καθολικό μοτίβο) μέσα στον Άμλετ. Θα αντιτείνουμε: πού δεν θα βρίσκαμε τον Οιδίποδα, από τη στιγμή που παραδεχόμαστε ότι είναι καθολικός; Ένσταση στην οποία ο Φρόυντ δεν θα είχε δυσκολία να απαντήσει ότι στον Άμλετ ο Οιδίποδας είναι παρών με μια ασυνήθιστη ένταση.
Ο Οιδίποδας δεν έχει ανάγκη από ερμηνεία: είναι η διευθυντήρια μορφή της ερμηνείας. Από την άλλη, τα λόγια και οι πράξεις (η απραξία) του Άμλετ, ιδωμένες ως συμπτώματα, υπόκεινται στην ερμηνεία. Το να πούμε ότι ο Άμλετ δεν πραγματοποιεί αυτό πραγματοποιεί ο Οιδίποδας, είναι σαν να λέμε επίσης ότι το έργο του Σαίξπηρ δεν είναι το ισοδύναμο ενός συλλογικού ονείρου και ότι δεν βλέπουμε σε αυτό μία κοινή αναδρομική φαντασίωση να συναντά τον κοινό «παιδικό πυρήνα» μέσα στην ενότητα του συμβόλου. Στον Άμλετ οι δύο πλευρές του «συμβολικού» κέρματος ή πεσσού μένουν διαχωρισμένες για πάντα. Διότι ποιος μπορεί να αναλάβει εδώ την ευθύνη της αναδρομικής φαντασίσωσης; Όχι ο Άμλετ, που δεν υπάρχει παρά μόνο αποκλειστικά μέσα στον χώρο του λόγου που του δίνει ο Σαίξπηρ. Ούτε ο Σαίξπηρ, που δεν μας προτείνει καμιά έμμεση ερμηνεία του Άμλετ. Είναι λοιπόν ο ερμηνευτής που, αντιμετωπίζοντας τα λόγια των προσώπων του δράματος ως μία απόρροια, ανασυστήνει –μέσω παρέκτασης– μία προγενέστερη ιστορία και κατευθύνεται προς ένα καταγωγικό σημείο, προς έναν αρχικό «πυρήνα», που θα ήταν ταυτόχρονα ο δικός του, του Άμλετ και του Σαίξπηρ. Την ευθύνη της αναδρομικής φαντασίωσης αναλαμβάνει ο ερμηνευτής, στη βάση της αναλογίας που φέρνει κοντά τη συμπεριφορά του Άμλετ και εκείνην των νευρωτικών, που προσπαθούν να θεραπευτούν μέσω της ανάλυσης, στην πραγματική ζωή. Στον λόγο του ερμηνευτή είναι που συναντιούνται το φανταστικό ασυνείδητο του Άμλετ, το φαντασιογόνο–φανταστικό ασυνείδητο του Σαίξπηρ και ο στοχασμός του αναγνώστη, σε ένα κοινό σημείο φυγής, στο οποίο ξεπροβάλλει η μορφή του Οιδίποδα και στο οποίο το μυστήριο του μελαγχολικού πρίγκιπα διαλύεται υπό το φως του καταγωγικού μύθου.'

 

Ζαν Σταρομπίνσκι, Άμλετ και Φρόυντ, μτφρ. Ροζαλί Σινοπούλου, εκδ. Πλέθρον

·

↑