'Την κοιτάζω πολλές φορές, συνεπερμένη καθώς είναι από το παιχνίδι, με κόκκινους λεκέδες στο πρόσωπο και αστραφτερά μάτια, να συμμετέχει με όλη της την ψυχή στις εναλλασσόμενες περιπέτειες του παιχνιδιού. Η λάμπα με το αμπαζούρ ρίχνει ένα απαλό φως πάνω στο τραπέζι, γύρω από το οποίο μια ομάδα ανθρώπων, απορροφημένοι από τη βεντάλια των χαρτιών τους, κυνηγάνε στη φαντασία τους το απατηλό ίχνος της θεάς Τύχης. Σχεδόν τη βλέπω μπροστά μου: μια μορφή σαν ψευδαίσθηση, δημιουργημένη από την ένταση της σεάνς, μια μορφή που υλοποιούνταν μέχρι του να γίνεται αντιληπτή πίσω από την πλάτη του ενός ή του άλλου. Επικρατεί ησυχία, ακούγονται μισόλογα που υπαινίσσονται εναλλασσόμενες, βασανιστικές πορείες καλής τύχης. Όσο για μένα, περιμένω τη στιγμή που μια ήσυχη, παθιασμένη καταληψία, θα δέσει όλων τις αισθήσεις, όταν, έχοντας απολέσει τη μνήμη τους, θα ακινητοποιηθούν, σκυμμένοι στην ακινησία τους σαν πάνω από ένα τραπέζι που γυρίζει, προκειμένου εγώ να αποσυρθώ απαρατήρητος από αυτόν τον φαύλο κύκλο για να βυθιστώ στη μοναξιά των σκέψεών μου. Μερικές φορές, έχοντας βγει από το παιχνίδι, μπορώ χωρίς να τραβήξω την προσοχή κανενός να εγκαταλείψω το τραπέζι και να πάω σιγά σιγά σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Εκεί επικρατεί σκοτάδι, μόνο το φανάρι του δρόμου στέλνει από μακριά το φως του. Με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι του παραθύρου στέκομαι πολλή ώρα όρθιος και συλλογίζομαι...
Πάνω από τις πυκνές φυλλωσιές του πάρκου του φθινοπωριάζει, η νύχτα φωτίζεται από ένα ανεπαίσθητα κοκκινωπό χάραμα. Στο ερημωμένο πύκνωμα των δέντρων τρομάζουν τα κοράκια που ξυπνούν κρώζοντας τρελαμένα, έχοντας μπερδευτεί από τα συμπτώματα αυτής της ψεύτικης αυγής. Σηκώνονται σε μεγάλο αριθμό και με θόρυβο, ένα θρηνητικό, αναρχικό, κρώζον σμήνος που γεμίζει την κοκκινωπή σκοτεινιά με αναταράξεις και κύματα όλο πικρό άρωμα τσαγιού και ιπτάμενα φύλλα. Αργά αργά ο χαμός των στροβιλισμών και των απογειώσεων, τα φτερουγίσματα σε όλο τον ουρανό, κατεβαίνουν και ηρεμούν, σιγά σιγά προσγειώνεται και καταλαμβάνει τα αραιά κλαδιά των δέντρων ένα ανήσυχο, πρόχειρο σμήνος όλο ανησυχία και καθησυχαστικές συνομιλίες, που σιγά σιγά ηρεμεί, τακτοποιείται για τα καλά και ενώνεται αργά με τη σιγαλιά του θροΐζοντος αυτού μαρασμού. Και να που πάλι εγκαθίσταται η νύχτα, βαθιά και αργοπορημένη. Οι ώρες περνάνε. Με το καυτό μέτωπό μου κολλημένο στο τζάμι το νιώθω και το ξέρω: τίποτα κακό δεν μπορεί να μου συμβεί τώρα, βρήκα το λιμάνι μου, τη γαλήνη. Τώρα πια θα έρθει μια μακριά σειρά ευτυχισμένων και χορτασμένων χρόνων, μια ατελείωτη διαδοχή καλών και φωτεινών καιρών. Μερικοί τελευταίοι, ρηχοί, γλυκοί αναστεναγμοί γεμίζουν το στήθος μου μέχρι πάνω πάνω με ευτυχία. Σταματάω να αναπνέω. Ξέρω: Όπως καθετί ζωντανό, μια μέρα θα με αγκαλιάσει ο θάνατος, θρεπτικός και χορταστικός. Χορτασμένος όσο δεν πάει άλλο θα κείμαι στο πράσινο, στο όμορφο, περιποιημένο, τοπικό νεκροταφείο. Η γυναίκα μου –πόσο όμορφη θα δείχνει πίσω από το βέλος του πένθους– θα μου φέρνει λουλούδια τα φωτεινά, ήσυχα πρωινά αυτού του τόπου. Από τα βάθη αυτής της αστείρευτης πληρότητας θα αναδυθεί μια κάπως βαρύθυμη και βαθιά μουσική, ο πένθιμος, εορταστικός, υπόκωφος ρυθμός μιας μεγαλοπρεπούς ουβερτούρας. Νιώθω τα δυνατά χτυπήματα του ρυθμού που έρχονται από το βάθος. Με ανασηκωμένα φρύδια, με τα μάτια καρφωμένα σε ένα μακρινό σημείο, νιώθω να ανατριχιάζω ολόκληρος. Παγώνω και αφουγκράζομαι...
Δυνατές φωνές με ξυπνάνε από την αδράνεια. Κάποιος ρωτάει για μένα γελώντας. Ακούω τη φωνή της γυναίκας μου. Επιστρέφω από το καταφύγιο μου πίσω, στο φωτισμένο δωμάτιο, ανοιγοκλείνοντας τα μεθυσμένα από το σκοτάδι μάτια μου. Η παρέα διαλύεται κιόλας. Οι οικοδεσπότες στέκονται στην πόρτα, συνομιλούν με όσους φεύγουν και ανταλλάσσουν μαζί τους ευγένειες. Στο τέλος βρισκόμαστε μόνοι στον σκοτεινό δρόμο. Η γυναίκα μου προσαρμόζει τον ανάλαφρο, ελεύθερο βηματισμό της στα δικά μου βήματα. Ταιριάζουμε πολύ στο περπάτημα και καθώς ανεβαίνουμε τον δρόμο, με τα κεφάλια λίγο γυρτά, κλοτσάει με το πόδι της ένα χαλί από θροΐζοντα φύλλα που σκεπάζουν το οδόστρωμα. Το παιχνίδι αυτό της φέρνει κέφι, όπως και η τύχη που την ευνόησε, και το κρασί που ήπιε. Είναι όλο μικρά, γυναικεία σχέδια. Σύμφωνα με μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ μας, απαιτεί από μέρους μου απόλυτη ανεκτικότητα στους ανείπωτους ενθουσιασμούς της και με παρεξηγεί σοβαρά για την όποια ψύχραιμη και κριτική παρατήρησή μου. Την ώρα που μπαίνουμε στο διαμέρισμά μας, πάνω από τον σκοτεινό ορίζοντα φαίνεται μια πράσινη λωρίδα χαράματος. Μας αγκαλιάζει η ευωδιά ενός ζεστού και περιποιημένου σπιτιού. Δεν ανάβουμε φως. Ένα μακρινό φανάρι του δρόμου ζωγραφίζει στον απέναντι τοίχο το ασημένιο ντεσέν των κουρτινών. Κάθομαι ντυμένος στο κρεβάτι και κρατώ για λίγο στο χέρι μου σιωπηλά το χέρι της Ελίζας.'
Μπρούνο Σουλτς, από το διήγημα 'Πατρίδα', Άπαντα τα Πεζά, μτφρ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτη
* * *
'Σε πείσμα της πρώτης μεταπολεμικής απόρριψης του Σουλτς από τους θιασώτες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (επί σοβιετικής κατάληψης του Ντροχόμπις, το 1939, οι αρχές απέρριψαν την έκδοση ενός διηγήματός του με τη δικαιολογία «δεν μας χρειάζεται και άλλος Προυστ», ενώ η πρώτη μεταπολεμική έκδοση του Σουλτς έγινε μετά τον θάνατο του Στάλιν και το 20ό συνέδριο του ΚΚΕΣΣΔ, το 1957), η αποδοχή του εξαπλώνεται χρόνο με τον χρόνο όλο και πιο πολύ. Σαφείς αναφορές σε αυτόν και επιρροές από το έργο του σημειώνονται στην πεζογραφία του Ντανίλο Κις, του Μπόχουμιλ Χράμπαλ, ενώ ο Νταβίντ Γκρόσμαν (Sea under: Love), η Σύνθια Όζικ (The Messiah of Stockholm) και ο Μάξιμ Μπίλερ (Im Kopf von Bruno Schulz) τον μεταμόρφωσαν σε μυθικό ήρωα στα δικά τους μυθοπλαστικά δημιουργήματα. Η μετά θάνατον ζωή του Σουλτς, με αιχμή το 1992 –εκατό χρόνια από τη γέννησή του και πενήντα από τον θάνατό του–, που ανακηρύχθηκε «χρονιά Σουλτς» από την UNESCO, και μετά οι εορτασμοί ανά δέκα χρόνια, το 2002 και το 2012, δημιούργησαν ολόκληρο φιλολογικό κλάδο περί Σουλτς. Εκτός από τις μονογραφίες και του συλλογικούς τόμους με άρθρα που γράφτηκαν γι’ αυτόν, εκτός από τη νέα βιογραφία του συγγραφέα που συνεχίζει και συμπληρώνει την πρώτη, ξεχωρίζει το λεξικό για τον Σουλτς των Bolecki, Jarzębski, Rosiek με πληθώρα λημμάτων για τον βίο, το έργο, το περιβάλλον του συγγραφέας και ζωγράφου. Οι ερμηνείες δίνουν και παίρνουν, φτάνοντας κάποτε στην υπερβολή: μέσα από μια εξεζητημένη εμφάνιση στην εβραϊκότητα του Σουλτς, υποστηρίχτηκε η θέση πως είχε επηρεαστεί από την καμπάλα του Ισαάκ Λουρία, ενός Εβραίου μυστικιστή του 16ου αιώνα –κι αυτό τη στιγμή που δεν υπάρχει καμία ένδειξη ενασχόλησης του Σουλτς με παρόμοια θέματα ή και γνώσης του της εβραϊκής γλώσσας ή των γίντις. Με όλα αυτά, το έργο του Σουλτς, το όνομά του έχουν περάσει προ πολλού και στην ποπ κουλτούρα– γνωστό είναι για παράδειγμα ένα συγκρότημα ροκ μουσικής που φέρει το όνομά του, λόγω της λατρείας του ιδρυτή του Karol Stolarek για τα Μαγαζιά της κανέλας. Το διήγημα «Η οδός των Κροκοδείλων» έχει γυριστεί σε ταινία το 1986 από τους κιμηματογραφιστές αδελφούς Stephen και Timothy Quay. Είχε προηγηθεί το 1973 η ατμοσφαιρική κινηματογραφική δημιουργία του Wojciech Has Το σανατόριο της κλεψύδρας, που βραβεύτηκε στις Κάννες. Υπάρχουν αρκετές ακόμα δημιουργίες που εμπνέονται από τον Σουλτς: Ένα ιταλικό παιδικό βιβλίο για τη ζωή του, το Bruno il bambino che imparò a volare της Ιταλίδας Nadia Terranova –που ξεχωρίζει για την εξαιρετική εικονογράφησή του από την Ofra Amit–, ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι με κουίζ και σπαζοκεφαλιές που βασίζοντα στα κείμενά του, μια έκθεση φωτογραφίας με στιγμιότυπα σκηνοθετημένα από τα βιβλία του από τον φωτογράφο Mariusz Kubiela, καθώς και ένα βιβλίο βασισμένο στο κείμενο «Τα μαγαζιά της κανέλας», που κόβει και ράβει το κείμενο το Σουλτς σε μια έκδοση-μοντάζ όπου ενώνονται διαφορετικά στοιχεία των προτάσεων σε μια άλλη σειρά –πρόκειται για το Three of Codes του Αμερικανικού συγγραφέα Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. Ανάμεσά τους και το μυθιστόρημα του Ούγκο Ρικαρέλι Ένας άντρας που ίσως ονομαζόταν Σουλτς, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Όλα αυτά συνυφαίνουν κατά κάποιο τρόπο τη μεταθανάτια λατρεία του Σουλτς.'
Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, 'Στην Επικράτεια της Καθαρής Ποίησης ή Περί της Πεζογραφίας του Μπρούνο Σουλτς', από το επίμετρο της έκδοσης