
'Κοίταζα τι μου έκανε, πώς με χρησιμοποιούσε και ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι μπορούσε να γίνεται μ’ αυτό τον τρόπο, πήγαινε πέρα από την προσδοκία μου και ακολουθώντας το πεπρωμένο του σώματός μου. Είχα γίνει το παιδί του. Είχε γίνει κι αυτός κάτι άλλο για μένα. Άρχιζα να αναγνωρίζω την ανείπωτη απαλότητα της επιδερμίδας του, του φύλου του, πέρα από τον ίδιο. Μέσα από το δωμάτιο θα πρέπει να περνούσε η σκιά κι ενός άλλου άντρα, αυτή ενός νεαρού δολοφόνου, αλλά αυτό δεν το ήξερα ακόμα, τίποτε απ’ αυτήν δεν εμφανιζόταν ακόμα στα μάτια μου. Και η σκιά ενός νεαρού κυνηγού θα πρέπει να περνούσε από το δωμάτιο, αλλά γι’ αυτήν, ναι, το ήξερα, μερικές φορές ήταν παρούσα μέσα στην ηδονή και του έλεγα, του εραστή του Σολέν, του μιλούσα για το σώμα του και για το φύλο του επίσης, για την άφατη απαλότητά του, για το θάρρος του στο δάσος και στα ποτάμια με τις εκβολές των μαύρων πανθήρων. Όλα ταίριαζαν με τις εκβολές του και τον έκαναν να με παίρνει. Είχα γίνει το παιδί του. Κάθε βράδυ έκανε έρωτα με το παιδί του. Και κάποιες φορές αλαφιάζεται, ξαφνικά ανησυχεί για την υγεία του σαν να ανακαλύπτει ότι είναι θνητό και να του περνάει απ’ το μυαλό η σκέψη ότι μπορεί να το χάσει. Ότι είναι τόσο αδύνατη, ξαφνικά, κι αυτό τον τρομάζει κάποιες φορές, απότομα. Κι αυτός ο πονοκέφαλος επίσης, που συχνά την κάνει να σβήνει, πελιδνή, ακίνητη, μ’ ένα βρεγμένο πανί πάνω στα μάτια. Κι αυτή η αηδία της κάποιες φορές για τη ζωή, όταν την πιάνει, κι όταν σκέφτεται τη μητέρα της και ξαφνικά φωνάζει και κλαίει από θυμό στη σκέψη ότι δεν μπορεί ν’ αλλάξει την κατάσταση, να κάνει τη μητέρα της ευτυχισμένη πριν πεθάνει, να σκοτώσει αυτούς που της έκαναν αυτό το κακό. Με το πρόσωπο κολλημένο στο δικό της παίρνει το κλάμα της, τη σφίγγει επάνω του, τρελός από πόθο για τα δάκρυά της, για την οργή της.
Την παίρνει όπως θα έπαιρνε το παιδί του. Έτσι θα έπαιρνε το παιδί του. Παίζει με το σώμα του παιδιού του, το γυρίζει, σκεπάζει μ’ αυτό το πρόσωπό του, το στόμα του, τα μάτια. Κι αυτή, αυτή συνεχίζει να αφήνεται ακριβώς στην κατεύθυνση που πήρε εκείνος όταν άρχισε να παίζει. Και ξαφνικά είναι αυτή που τον ικετεύει, δεν λέει για ποιο πράγμα, κι αυτός, αυτός της φωνάζει να πάψει, φωνάζει πως δεν τη θέλει πια, πως δεν θέλει πια να ηδονίζεται μαζί της, και να τοι γαντζωμένοι ξανά ο ένας απ’ τον άλλο, έγκλειστοι μέσα στον τρόμο, και να που αυτός ο τρόμος διαλύεται πάλι, να που του παραδίνονται πάλι, μέσα στα δάκρυα, την απόγνωση, την ευτυχία.'
Μαργκερίτ Ντυράς Marguerite Duras
Μαργκερίτ Ντιράς, Ο Εραστής, μτφρ. Έφη Κορομηλά, εκδ. Εξάντας

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ
[Στὸν José de Almada Negreiros]
α
Νὰ αἰσθάνομαι τὰ πάντα μ’ ὄλους τοὺς τρόπους,
να ’χω ὅλες τὶς ἀπόψεις,
νὰ ’μια εἰλικρινὴς ἀντιφάσκοντας κάθε λεπτό,
νὰ δυσαρεστῶ τὸν ἑαυτό μου μὲ τὴ μεγάλη ἐλευθεριότητα τοῦ πνεύματος,
καὶ ν’ ἀγαπάω τὰ πράγματα σὰν Θεός.
[...]
β
Νὰ αἰσθάνομαι τὰ πάντα μ’ ὅλους τοὺς τρόπους,
νὰ ζῶ τὰ πάντα ἀπ’ ὅλες τὶς πλευρές,
νά ’μια τὸ ἴδιο πράγμα, μ’ ὅλους τοὺς δυνατοὺς τρόπους τὴν ἴδια στιγμή,
νὰ ὑλοποιῶ μέσα μου ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα ὅλων τῶν στιγμῶν,
σὲ μία μόνη στιγμή, διάχυτη, ἄπλετη, ὁλόκληρη καὶ μακρινή.
[...]
Πολλαπλασιάστηκα, γιὰ νὰ μὲ νιώσω, γιὰ νὰ μὲ νιώσω, χρειάστηκε νὰ νιώσω τὰ πάντα,
ξεχείλισα, χύθηκα ἔξω ἀπὸ μένα,
γυμνώθηκα, παραδόθηκα
καὶ σὲ κάθε γωνιὰ τῆς ψυχῆς μου ὑπάρχει ἕνας βωμὸς σὲ διαφορετικὸ θεό.
*
LISBON REVISITED
(1926)
Τίποτα δὲν μὲ δένει μὲ τίποτα.
Θέλω πενήντα πράγματα μαζί.
Ἐπιθυμῶ μὲ τὴ λαχτάρα σάρκας πεινασμένης
κάτι ποὺ δὲν ξέρω τί εἶναι –
σίγουρα ἄλλο δὲν εἶναι ἀπ’ τὸ ἀκαθόριστο...
Κοιμᾶμαι ἀνήσυχος, καὶ ζῶ σ’ ἕνα ἀνήσυχο ὄνειρο
αὐτοῦ ποὺ κοιμᾶται ἀνήσυχος, μισὸς στὸ ὄνειρο.
Μοῦ ἔκλεισαν ὅλες τὶς πόρτες, ἀφηρημένες καὶ ἀναγκαῖες.
Τράβηξαν ἀπὸ μέσα τὶς κουρτίνες σκεπάζοντας ὅλες τὶς ἱστορίες ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ δῶ ἁπ’ τὸ δρόμο.
Δὲν ὑπάρχει στὸ σοκάκι ποὺ βρῆκα ὁ ἀριθμὸς τῆς πόρτας ποὺ μοῦ ἔδωσαν.
Ξύπνησα στὴν ἴδια ζωὴ ποὺ εἶχα ἀποκοιμηθεῖ.
Ὥς καὶ οἱ στρατιὲς τοῦ ὀνείρου μου ἐξολοθρεύτηκαν.
῞Ως καὶ τὰ ὄνειρά μου ἔνιωσαν ψεύτικα καθὼς τὰ ὀνειρευόμουν.
Ὥς κι ἡ ζωὴ ποὺ ἐπιθυμῶ μὲ κουράζει – ὥς κι ἡ ζωὴ αὐτή...
Φερνάντο Πεσόα, Τα Ποιήματα του Αλβάρο ντε Κάμπος, μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg

'Μιλάω για τη θέληση να αντιλαμβάνεσαι τα διαμετρήματα της επιφοίτησης. Εσύ, Επιφοίτηση – που βελάζεις και στήνεις παγίδες σ’ εκείνον που βρίσκεται στις λέξεις.
Βρόχοι λέξεων μέσα σου ανασαίνουν – η λέξη μέσα σ’ αυτό που μέσα σου ανασαίνει. Εκείνος Έξω ανασαίνει Μέσα.
Εκείνος Έξω ανασαίνει. Μέσα στη δική σου αυτό-ορθότητα. Εκθέτω τόσο την οπτική όσο και τη μονοδιάστατη κατάστασή σου. Εξαφανίζομαι σπεύδοντας πάνω σε ήχους περισσότερο Γιν, σαν άλλες αποσαφηνίσεις της τηλεόρασης, πιο επώδυνες από τη μουσική και τα ακουστικά φαινόμενα. Είμαι καλύτερος στον Μορφοτροπέα γιατί διαθέτω τη δική μου κεφαλή.
Στην αρχή, το Εσωτερικό σου ενέταξε σε Διάστημα τη λέξη μέσα σου. Ήταν ο Χρόνος Χ. Σβήνω τις λέξεις Εσύ και Αυτός. Γύρνα την κλειδαριά πάνω στη λέξη, λατρεύεις το μοσχάρι, τον συνδυασμό στο χρηματοκιβώτιο, το εκτεταμένο σου Εσωτερικό.
Καλώ ό,τι μικροσκοπικό, να κάνει την έμφανισή του. Αυτό αποδεικνύει πως ο μεγάλος θεός ισπανοφώνησε μέσα από τα ξόρκια. Ο Πάνας δεν είναι νεκρός. Μπορώ να αποφλοιώσω τη φράση που εσύ είσαι. Θα καταλάβεις. Στην αρχή – χρόνος Εσύ, διαγράφω τη λέξη-κλειδί, όπως την αγάπη σου για τα χρηματοκιβώτια. Από τους μαροκινούς που ικανοί είναι για ξόρκια. Καθετί κλειδωμένο είσαι Εσύ. Αποδεικνύω την πνοή σου με φράση ζωής. Μιλώ με ενεργοποιήσεις νέες όσων δίνουν ανάσα στο Εσύ. Εξίσου τα ακουστικά και τα οπτικά είναι συγκεκριμένες οθόνες της δικής σου και δικής του τηλεόρασης – το θέαμα δικό σου.
Όντας μέσα σου για τόσο πολύ χρόνο η λέξη, και η λέξη μέσα σε βαλίτσα ή χρηματοκιβώτιο. Εάν, γυρίσω την κλειδαριά που υπάρχει πάνω σου... σε Ελευθερώνω!
Φυλή ανώτερου διαστήματος. Μουσική, ο μικρός Πάνας, όχι νεκρός. Ο Θεός προφέρει ξανά τις λέξεις – προφέροντας τους λόφους. Φώτισε τις δικές σου. Ρίξε φως πάνω στην επιφάνεια δύο επί δύο.
Καλώ τη θεοφώτιστη φράση, τη φράση εκείνη της ζωής που είναι πρώιμη, είναι εσύ. Ξεκίνησες τη δική σου παιδική ηλικία. Μια τόση δα δομή από αερικά μέσα στη μαγική πίτα. Δέκα, και βγαίνω. Απόδειξη πως επικαλούμαι τους κρίνους, τη φοβερή θεϊκή φράση που είσαι εσύ. Ομιλεί με το ξόρκι. Επιστρέφω στην παιδική ηλικία ώστε να ξεκινήσω τη ζωή της εποχής των φράσεων. Μικρός έντεκα χρόνων, η φωτογραφία μου, Ω είσαι τόσο μικρός όσο είσαι! Ω εσύ, είσαι ξανά μέσα στους άλλους! Φως!
Μπράιον Γκάισιν, Άσε Μέσα τα Ποντίκια, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Πανοπτικόν
* * *
'Ο Μπράιον Γκάισιν (19/01/1916 – 13/07/1986) είναι περισσότερο γνωστός για το εικαστικό του έργο, το οποίο εάν δεν είναι εκπληκτικό, είναι αξιοσημείωτο. Το λογοτεχνικό του έργο είναι και αυτό αναπόφευκτα σημαντικό. Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ οικειοποιήθηκε τις ιδέες και λογοτεχνικές πρακτικές του Γκάισιν, και με αυτές κατάφερε να συντηρήσει μια φήμη στον χώρο της νεότερης λογοτεχνίας. Το όνομα του Γκάισιν βρίσκεται πρώτο στη σειρά πάνω στη γυάλινη επιγραφή που σήμερα κοσμεί την πρόσοψη του, κάποτε φημισμένου, Μπιτ Ξενοδοχείου στο κέντρο του Παρισιού. Σε έναν δρόμο όπου μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι επισκέπτες σηκώνουν το κεφάλι τους για να κοιτάξουν. Ο γνώριμος ετεροχρονισμός στο μη περαιωμένο μηδέν. Και αν ποτέ δεν είναι αργά, ποτέ δεν είναι και νωρίς.'
Γιάννης Λειβαδάς, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

'Και όπως ακριβώς τα είδη της ομορφιάς που υπάρχουνε ποικίλλουν, το ίδιο ποικίλλουν και οι επιθυμίες των ανθρώπων και πολλοί από αυτούς, εάν τύχει να δουν μια γυναίκα τόσο μετρημένη και όμορφη, όπως αυτή που περιγράψαμε, να περνά, να χειρονομεί, να αστειεύεται ή να κάνει οτιδήποτε θέλετε, τα χάνουν εντελώς και μόλις που τολμούν να θέσουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία της λόγω του σεβασμού που εμπνέει σε όλους όσους την κοιτούν, η χάρη που συνοδεύει κάθε της κίνηση. Με τις ελπίδες αναπτερωμένες, προτιμούν να γυρνούν προς το μέρος των γοητευτικών εκείνων και προκλητικών γυναικών, που τόσο εύθραστες και τρυφερές είναι και που τα λόγια τους, τα βλέμματα και οι κινήσεις τους αποκαλύπτουν μια κάποια λάγνα ευαισθησία που εύκολα φαίνεται να γυρίζει σε έρωτα. Άλλοι, για να αποφύγουν μία τυχόν απογοήτευση, προτιμούν να ερωτευθούν το είδος της γυναίκας που δείχνει τόσο ελεύθερη, στα στα μάτια, στα λόγια της και στα κουνήματα της, σαν να κάνει ο,τι της έρχεται στο μυαλό, ενεργώντας με αποκαλυπτική αφέλεια. Είναι και εκείνοι που πιστεύουν ότι η πραγματική καταξίωση έγκειται στο να υπερβεί κανείς τις δυσκολίες και ότι ο πιο γλυκός θρίαμβος είναι να αιχμαλωτίσει αυτό που οι άλλοι θεωρούν άπιαστο· τα θαρραλέα αυτά άτομα σύντομα ερωτεύονται την ομορφιά των γυναικών εκείνων, που τα μάτια, τα λόγια και οι τρόποι τους προδίδουν μιας ασυνήθιστη αυστηρότητα, ως για να δείξουν ότι είναι ικανοί να υπερπηδήσουν όλα τα εμπόδια και να αναγκάσουν ακόμα και τις πλέον ανυπότακτες και θεληματικές γυναίκες να τους αγαπήσουν. Οι άντρες που έχουν τόση αυτοπεποίθηση όση αυτοί και είναι κατά συνέπεια σίγουροι ότι δεν θα απογοητεύσουν, είναι επίσης έτοιμοι να αγαπήσουν κάποιες γυναίκες, η ομορφιά των οποίων είναι με δολιότητα φτιαγμένη για να κρύβει όλες τις πονηριές που μπορεί κανείς να φανταστεί, ή πάλι άλλες που την ομορφιά τους συνοδεύει μία συνήθης διάθεση κοροϊδίας, με λίγα λόγια και λίγα χαμόγελα και ένα ύφος περιφρόνησης για όποιον τις κοιτά ή τους παρέχει τις υπηρεσίες του. Υπάρχουν όμως και άντρες που καταδέχονται να αγαπούν μονάχα τις γυναίκες, η έκφραση, η ομιλία και κάθε κίνηση των οποίων φανερώνουν κομψότητα, ευγένεια, αγχίνοια και αρετή μαζί, σαν να συνέθεταν στο σύνολό τους ένα μοναδικό και εξαίσιο λουλούδι. Αν, λοιπόν, η δική μου κυρία της Αυλής αδυνατεί να κερδίσει την αγάπη εκείνων που οι προθέσεις τους είναι θολές, τούτο δεν σημαίνει πως θα τη λείψουν οι εραστές γιατί θα βρει πολλούς που θα εμπνέονται από τις χάρες της, αλλά και από την υπόληψή της, πράγματα που θα τους δηλώνουν ότι αξίζουν την αγάπη της.'
Μπαλτασάρε Καστιλιόνε, Το Εγχειρίδιο του Καλού Αυλικού, μτφρ. Κωνσταντίνα Παπαπετροπούλου, εκδ. Ερατώ
* * *
'Ο Αυλικός είναι μια πραγματεία που γράφτηκε από τον Μπαλτασάρε Καστιλιόνε μεταξύ του 1508 και του 1516 αλλά δημοσιεύθηκε το 1528, λίγο πριν το θάνατο του συγγραφέα της.
Ο Καστιλιόνε αντλεί την έμπνευση του γι’ αυτό το έργο από την ίδια του τη ζωή, ως αυλικός της δούκισσας Ελιζαμπέτα Γκοντσάγκα του Ουρμπίνο.
Το βιβλίο έχει τη μορφή διαλόγου χωρισμένο σε τέσσερα μέρα, και αν εξαιρέσουμε το τρίτο που απευθύνεται στις γυναίκες, ουσιαστικά δίνει συμβουλές για το πώς θα γίνει κανείς, πραγματικός αυλικός.
Ο Αυλικός του Καστιλιόνε πέρα από σημαντική πηγή πληροφοριών και περιγραφών της αυλικής ζωής την περίοδο της Αναγέννησης είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο γιατί είναι ένα έργο «μοντέρνο», δηλαδή απεξαρτημένο από τη θρησκεία και τη μεταφυσική. Τοποθετείται, όχι άδικα, δίπλα στον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι, σηματοδοτώντας την αλλαγή της σκέψης, των προτεραιοτήτων και του προσανατολισμού του ανθρώπου της Αναγέννησης. Σηματοδοτεί, κυρίως, το γεγονός ότι κέντρο του ενδιαφέροντος σταματά να είναι ο ουρανός, και ο άνθρωπος επιστρέφει στις επίγειες φροντίδες του.'
Κωνσταντίνα Παπαπετροπούλου, 'Το Εγχειρίδιο του Καλού Αυλικού και ο Μπαλτεσάρε Καστιλιόνε', από την εισαγωγή της έκδοσης

'Θεοὶ ποὺ ἐξουσία στὶς ψυχὲς κατέχετε, βουβὲς σκιὲς, Φλεγέθων
καὶ Χάος, τόποι ἄκρας σιωπῆς στῆς νύχτας ἁπλωμένοι τὸ σκοτάδι,
δῶστε μου ἀναμάρτητος νὰ πῶ ὅσα θρυλοῦνται, μὲ τὴ φώτισή σας
νὰ φανερώσω πράγματα στῆς γῆς τὰ ἔγκατα καὶ τ’ ἄφεγγα πνιγμένα.
*
Πορεύονταν στὸ σκότος σκοτεινοί, μονάχοι μὲς στὸ μούχρωμα τῆς νύχτας,
τοῦ Πλούτωνα διαβαῖναν τ’ ἀδειανὸ βασίλειο, τὶς ἄυλες μονές του —
πορεία σὰ σὲ δάσος μὲ ἕνα φῶς ὀλίγιστο ἀβέβαιης σελήνης
τὴν ὥρα ποὺ τὴν ὄψη τ’ οὐρανοῦ τὴν κρύβει ὁ θεὸς μὲς στὸ σκοτάδι
καὶ πέφτοντας τὸ ἄνοιγμα, ἐκεῖ ποὺ ἔχασκαν τοῦ Ἅδη τὰ σαγόνια
λημέρι εἶχαν πιάσει καὶ στρωμνὴ τὸ Πένθος καὶ οἱ Ἔγνοιες ποὺ σκοτίζουν·
ἐδῶ ὠχρὲς Ἀρρώστιες κατοικοῦν, τὸ Γῆρας, μὲς στὴ θλίψη, καὶ ὁ Φόβος,
ἡ Πείνα, πάντα σύμβουλος κακός, κι ἡ Φτώχεια τῆς ντροπῆς καὶ τῆς ἀσχήμιας,
ἀπαίσιες στὴν ὄψη τους μορφές, ὀ Ὄλεθρος καὶ φθαρτικὸς ὁ Μόχθος·
ὁ Λήθαργος, τοῦ Ὀλέθρου ἀδερφός, καὶ οἱ Χαρὲς ποὺ φέρνει ἡ ἀφροσύνη,
ὁ Πόλεμος σ’ ἀντικριστὴ μεριά, θανατικοῦ σπορά, κι οἱ Εὐμενίδες
σὲ σιδερένια δώματα, κι αὐτὴ ποὺ πλέκει μέ κορδέλες ματωμένες
τὶς ἔχιδνες ποὺ ἔχει γιὰ μαλλιὰ στὴν κεφαλή, ἡ ἄμυαλη Διχόνοια.
Καταμεσῆς βαθύσκιωτη φτελιά, πελώρια, τὰ μπράτσα της ἁπλώνει,
πολύχρονα κλωνάρια· καθὼς λὲν ἐδῶ κουρνιάζει ὁ δῆμος τῶν Ὀνείρων
ποὺ ἀτέλεστα καὶ κούφια ἐνδημοῦν στὴ φυλλωσιά της, ὄνειρο καὶ φύλλο.
Πολλὰ ἐκεῖ θεριὰ κάθε λογῆς καὶ τέρατα ἀλλόκοτα ἕνα πλῆθος,
οἱ σταβλισμένοι Κένταυροι μπροστὰ στὴ θύρα καὶ οἱ δίμορφες οἱ Σκύλλες,
ὁ Βριάρεως μὲ χέρια ἑκατό, ἐκεῖ τῆς Λέρνης τὸ πελώριο κῆτος
μὲ συριγμὸ φριχτότατο, ἐκεῖ κι ἡ Χίμαιρα ἀρματωμένη φλόγες,
Ἄρπυιες καὶ Γοργόνες κι ἡ μορφὴ τοῦ σκοτεινοῦ τρισώματου Γηρυόνη.
Τὸν πῆρε τότε φόβος ξαφνικὸς καὶ σύγκορμα τρεμάμενος ό Αἰνείας
ξιφούλκησε, τῆν κόψη τοῦ σπάθιοῦ τὴν ἔτεινε στὰ πλάσματα ἀντίκρυ
κι ἀνώφελα χυμώντας τὶς σκιὲς θὰ ἔκρουε μὲ σίδερο, πλὴν ὅμως
ἀνάλαφρες, ἀσώματες ψυχὲς καὶ κούφια ὁμοιώματα πλασμάτων.
Ἀρχὴ τοῦ δρόμου ἐδῶ ποὺ ὁδηγεῖ στὰ Τάρταρα, στοῦ Ἀχέροντα τὸ κύμα.
Θολὸς ἀπὸ τὴ λάσπη ὁ ποταμός, στροβιλιστὴ πελώρια καταβόθρα,
λυσομανάει καὶ στὸν Κωκυτὸ ξερνάει τὴν ἄμμο ποὺ ἔχει στὰ νερά του.
Φύλακας στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ καὶ φοβερὸς λεμβούχος στέκει ὁ Χάρων,
ἀπαίσια λερός· ἔχει μακριὰ γενειάδα στὸ πηγούνι, ἀσπρισμένη,
ἀνάκατη κι ἀχτένιστη, σκληρὴ στὰ μάτια του μιὰ φλόγα λαμπυρίζει,
κρεμιέται ἀπ’ τὸν ὦμο ρυπαρὸ τὸ ροῦχο του πιασμένο μ’ ἕναν κόμπο.
Σπρώχνει τὴ βάρκα μέσα στὸ νερὸ μὲ τὸ κοντάρι, στρέφει τὰ πανιά της
κι ἀντίπερα περνάει τὰ κορμιὰ μὲ τὸ πικρό, τὸ μπλάβο του πορθμεῖο,
στὰ χρόνια γηραλέος, πλὴν χλωρὸ καὶ θαλερὸ γιὰ τὸ θεὸ τὸ γῆρας.
Πλῆθος τρανὸ ξεχύνονταν ἐδῶ καὶ βιάζονταν νὰ φτάσει στὸ ποτάμι,
γυναῖκες κι ἄντρες, ἄψυχα κορμιὰ λαμπρῶν ἡρῶων ποὺ εἶχαν τερματίσει
πέρασμά τους μέσ᾽ ἀπ’ τὴ ζωή, ἀνύπαντρες κοπέλες καὶ ἀγόρια
καὶ νέοι ποὺ σὲ ἄωρη πυρὰ δοθῆκαν μπρὸς στὰ μάτια τῶν γονιῶν τους —
ἀμέτρητοι σὰ φθινοπωρινὰ φύλλα ποὺ πέφτουν χάμω μὲς στὸ δάσος
στὴν πρώτη ψύχρα καὶ σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ ἀμέτρητα συνάζονται σὲ σμάρι
ἀπ’ τὰ βαθιὰ πετώντας στὴ στεριὰ ὅταν χειμώνας πέρα ἀπὸ τὸν πόντο
τὰ διώχνει καὶ τὰ στέλνει μακριά, στὶς χῶρες τοῦ Νοτιᾶ καὶ τῆς λιακάδας.
Περίμεναν μὲ παρακαλετὰ νὰ κάνουν πρῶτοι αὐτοὶ τὸ πέρασμά τους
καὶ ἅπλωναν τὰ χέρια μὲ καημὸ τὴν ἀντιπέρα ὅχθη ἀποζητώντας.
Μὰ ὁ θλιβερὸς πορθμέας μιὰ αὐτοὺς καὶ μιὰ τοὺς ἄλλους δέχεται στὴ βάρκα
κι ἄλλους μακριὰ ἀπ’ τὴν ἀκροποταμιὰ τοὺς ἀποδιώχνει βάζοντας ἐμπόδιο.
Μέγας ὁ χαλασμὸς κι ἡ ταραχὴ καὶ μίλησε ὁ Αἰνείας σαστισμένος.
«Σεβάσμια κόρη, τούτη ἡ συρροὴ στὸν ποταμὸ τί εἶναι, τί σημαίνει;
Τί θέλουν οἱ ψυχές; Ποιὰ διαφορά καὶ ἄλλες ξεμακραίνουν ἀπ’ τὴν ὄχθη
τὴν ὥρα ποὺ ἄλλες λάμνουν μὲ κουπὶ στὸ μελανὸ ποτάμι τοῦ θανάτου;»
Τοῦ ἔδωσε ἀπόκριση κοφτὰ ἡ προαιώνια μάντισσα καὶ εἶπε:
«Γιὲ τοὺ Ἀγχίση, γνήσιε βλαστὲ γενιᾶς ποὺ ἐπουράνιοι φυτέψαν,
μπροστὰ σου βλέπεις τέναγος βαθύ, τὸν Κωκυτὸ καὶ τῆς Στυγὸς τό τέλμα·
σ’ αὐτὰ ἐδῶ ὀμνύουν οἱ θεοὶ κι ὀμνύοντας φοβοῦνται ν’ ἀπιστήσουν.
Ἀπελπισμένη σύναξη ψυχῶν, ὅσους ἐμεῖναν ἄθαφτοι κοιτάζεις·
ἀντίπερα ὅσοι βγαίνουν εἶναι αὐτοὶ ποὺ θάφτηκαν· πορθμέας τους ὁ Χάρων.
Εἶναι γραφτὸ κανεὶς νὰ μὴν περνᾶ τὸ βόρβορο κι ἀντίπερα νά φτάνει
ἄν τὰ ὀστὰ ἀνάπαυση δὲ βροῦν στὸν ὁρισμένο τόπο τῆς ταφῆς τους.
Στῆν ποταμιὰ γιὰ χρόνους ἑκατὸ ματαίως τριγυρνοῦν τὰ φάσματά τους
καὶ τότε μόνο ἐλεύθεροι μποροῦν τῶν πόθων τους νὰ δοῦν τὴν ἄλλη ὄχθη».
Ἐκράτησε τὸ βῆμα μιὰ στιγμὴ τοῦ Ἀγχίση ὁ γιός, κι ἐκεῖ καθὼς στεκόταν
βαθιὰ συλλογισμένος τὸ κακὸ καὶ τ’ ἄδικο τῆς μοίρας τὸν λυποῦσε.
Βλέπει θλιμμένους ποὺ εἶχαν στερηθεῖ τὴν ὕστατη τιμὴ τῶν πεθαμένων,
τὸ Λεύκαστη, μαζὶ καὶ τὸν ταγὸ τοῦ στόλου τῶν Λυκίων, τὸν Ὀρόντη,
τοὺς δυὸ ποὺ τῆς Τρωάδας τὸ γιαλὸ ἀφήνοντας στὸ πέλαγο ὁ σιρόκος
τοὺς σάρωσε καὶ κύματα βαριὰ κατάπιαν τὸ καράβι μὲ τοὺς ναῦτες.'
Βιργίλιος, Αινειάδα, μτφρ. Θεόδωρος Παπαγγελής, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
* * *
Ἕνας παλιὸς θρύλος θέλει τὸν άπόστολο Παῦλο νὰ ἐπίσκεπτεται τὸ ταφικὸ μνημεῖο τοῦ Βιργιλίου στὴ Νάπολη καὶ νὰ συλλογίζεται μὲ θλίψη ὅτι ἄν εἶχε προλάβει ζωντανὸ τὸν μέγιστο τῶν ποιητῶν θὰ μποροῦσε νὰ τὸν εἶχε ἐγγράψει στὸν κατάλογο τῶν προσήλυτων τῆς χριστιανοσύνης. Ὡστόσο, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ποιητὴς τῆς Αἰνειάδας πέθανε δεκαεννιὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ συμβατικὴ ἀρχὴ τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς δὲν ἐμπόδισε τοὺς πιστοὺς νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ βαπτιστήριο, ὄχι μόνο ἐπειδὴ σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρωιμότερες ποιητικὲς συνθέσεις του προαναγγέλει τὴ γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ ποὺ θὰ φέρει ἐπὶ γῆς εἰρήνην καὶ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπειδή, ἀκόμη καὶ σὲ ἕνα ἔπος «γιὰ βασιλιάδες καὶ ἥρωες», ὅπως εἶναι ἡ Αἰνειάδα, ξέρει νὰ ψηλαφᾶ μὲ συμπόνια καὶ εὐαίσθησία τὸν ἀνρθώπινο πόνο. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος ἐξομολογεῖται ὅτι, πρὶν μάθει νὰ δακρύζει γιὰ τὸν ἀμύητο στὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ ἑαυτό του, ἔχυσε δάκρυα γιὰ τὴ Διδώ, τὴ βασίλισσα τῆς Καρχηδόνας, τὴν ἀθεράπευτα ἐρωτευμένη Διδὼ ποὺ ὁ πρωταγωνιστὴς τῆς Αἰνειάδας πρῶτα τὴ γοήτευσε καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἄφησε ἕρμαιο θανάσιμης ἀπόγνωσης. Ἀλλὰ τὸν καιρὸ ποὺ δάκρυσε ὁ μετέπειτα ἐπίσκοπος Ἱππῶνος ἦταν μᾶλλον ἐρωτευμένος, ἦταν μόνο εἰκοσιενὸς ἐτῶν καὶ σπούδαζε στὴν Καρχηδόνα.
Ὁ Βιργίλιος πρόλαβε νὰ γευτεῖ φήμη καὶ αἴγλη ὅσο ἀκόμη ζοῦσε, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ εἶχε φανταστεῖ ὅτι μὲ χρόνια μὲ καιροὺς ἡ μεσαιωνικὴ Δύση, ἐκτὸς ἀπὸ ψυχὴ φύσει χριστιανικὴ ἤ καὶ χριστιανὸ μὲ τὴ βούλα, θὰ τοῦ ἔδινε καὶ τὸ ραβδὶ τοῦ μάγου. Στὴ Νάπολη κάποτε πίστευαν ὅτι προστάτευε τὴν πόλη ἀπὸ τὶς μύγες καί, τὸ σημαντικότερο, ὅτι εἶχε πείσει τὸν Βεζούβιο νὰ βράζει ἀπὸ μέσα του καὶ νὰ ἀποφεύγει τὶς ἐκρήξεις. Ἄλλοι τὸν εἶχαν γιὰ τρανὸ προφήτη. Ἀπὸ λαχτάρα νὰ μάθουν τὰ μελλούμενα καὶ τὸ ριζικό τους, πολλοί, θῆτες τῆς σκληρῆς καθημερινότητας ἤ πριγκιπικὲς ἐξοχότητες, θὰ ἔβαζαν τοὺς στίχους του στὴν κληρωτίδα: νὰ παντρευτῶ αὐτὴ τὴ γυναίκα ἤ ὄχι, ἀναρωτιόταν ὁ δείνα, καὶ τραβοῦσε τὸν στίχο ἤ τοὐς στίχους-λαχνὸ ποὺ κάποτε, ἀπὸ σαρδόνια σύμπτωση, μπορεῖ νὰ τοῦ ἔλεγαν μὲ ὀπερατικὴ ἔμφαση: «varium et mutabile semper femina» («ἡ γυναίκα εἶναι πάντα ἀπρόβλεπτη»). Ὁ ὑποψήφιος γαμπρὸς κατὰ πάσα πιθανότητα δὲν ἤξερε ὅτι ὁ λαχνὸς ἦταν ἀπὸ τὴν Αἰνειάδα, ἐκεῖ ὅπου ὁ θεός Ἑρμὴς ἐπείγεται νὰ στείλει τὸν Αἰνεία ἔξω ἀπὸ τὴν ἄκτίνα δράσης μιᾶς ἤδη ἀπεγνωσμένης καὶ μαινόμενης Διδῶς· ἀλλὰ δὲν χρειαζόταν νὰ τὸ ξέρει, κι ἄν εἶχε ἀρκετὴ σέβαση γιὰ τὸν μάγο ἀπέσυρε τὴν ὑποψηφιότητά του.
Ἀπὸ τὸν ἡμίφωτο Μεσαίωνα μέχρι τὶς καταυγασμένες ἀπὸ διαφωτιστὲς καὶ ἀπομυθοποιητὲς μέρες μας, λόγια τοῦ μάγου βρίσκονται ἀπομνημειωμένα παντοῦ, ἐντεύθεν καὶ ἐκεῖθεν τοῦ Ἀτλαντικοῦ, στὸ πάνω καὶ στὸ κάτω ἡμισφαίριο, στὸ χαρτονόμισμα τοῦ ἑνὸς δολαρίου ἤ στὸν λογότυπο τῆς αὐσταλιανῆς Μελβούρνης. Καὶ εἰδικὰ γιὰ τὴν Αἰνειάδα τοὺυ εἶπαν, μὲ τὸν ἔναν ἤ τὸν ἄλλον τρόπο, ὅτι εἶναι ἡ πιο ‘κλασικὴ ἀναγραφὴ στὴν πολιτισμικὴ ταυτότητα τῆς Δύσης —μεγάλη κουβέντα καὶ μεγάλη ἱστορία, ποὺ ἔδωσε ἄφθονοι σοδειὰ φιλολογικῶν περιγραφῶν καὶ πολιτισμικῶν ἀφηγήσεων. Καὶ ἐπειδὴ στὶς μέρες μας, μέρες Θεωρίας τῆς Λογοτεχνίας ἤ ἁπλῶς Θεωρίας, ἡ ἀνάγνωση ρέπει πρὸς τῆ σεσοφισμένη καχυποψία, ἄς ὑπενθυμίσουμε τὸ ἁπλούστερο: ὅτι ἡ Αἰνειάδα, μὲ ὅλες τὶς καλειδοσκοπικὲς ἀποχρώσεις της, εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ἕνα ἐθνικὸ ἔπος —ἕνα ἔπος ποὺ γράφτηκε γιὰ τὸν συντελεσμένο ἄθλο μιᾶς κοσμοκράτειρας Ρώμης.'
Θεόδωρος Παπαγγελής, 'Προλεγόμενα στην Αινειάδα', από τον πρόλογο της έκδοσης









