
'Κοίταζα τι μου έκανε, πώς με χρησιμοποιούσε και ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι μπορούσε να γίνεται μ’ αυτό τον τρόπο, πήγαινε πέρα από την προσδοκία μου και ακολουθώντας το πεπρωμένο του σώματός μου. Είχα γίνει το παιδί του. Είχε γίνει κι αυτός κάτι άλλο για μένα. Άρχιζα να αναγνωρίζω την ανείπωτη απαλότητα της επιδερμίδας του, του φύλου του, πέρα από τον ίδιο. Μέσα από το δωμάτιο θα πρέπει να περνούσε η σκιά κι ενός άλλου άντρα, αυτή ενός νεαρού δολοφόνου, αλλά αυτό δεν το ήξερα ακόμα, τίποτε απ’ αυτήν δεν εμφανιζόταν ακόμα στα μάτια μου. Και η σκιά ενός νεαρού κυνηγού θα πρέπει να περνούσε από το δωμάτιο, αλλά γι’ αυτήν, ναι, το ήξερα, μερικές φορές ήταν παρούσα μέσα στην ηδονή και του έλεγα, του εραστή του Σολέν, του μιλούσα για το σώμα του και για το φύλο του επίσης, για την άφατη απαλότητά του, για το θάρρος του στο δάσος και στα ποτάμια με τις εκβολές των μαύρων πανθήρων. Όλα ταίριαζαν με τις εκβολές του και τον έκαναν να με παίρνει. Είχα γίνει το παιδί του. Κάθε βράδυ έκανε έρωτα με το παιδί του. Και κάποιες φορές αλαφιάζεται, ξαφνικά ανησυχεί για την υγεία του σαν να ανακαλύπτει ότι είναι θνητό και να του περνάει απ’ το μυαλό η σκέψη ότι μπορεί να το χάσει. Ότι είναι τόσο αδύνατη, ξαφνικά, κι αυτό τον τρομάζει κάποιες φορές, απότομα. Κι αυτός ο πονοκέφαλος επίσης, που συχνά την κάνει να σβήνει, πελιδνή, ακίνητη, μ’ ένα βρεγμένο πανί πάνω στα μάτια. Κι αυτή η αηδία της κάποιες φορές για τη ζωή, όταν την πιάνει, κι όταν σκέφτεται τη μητέρα της και ξαφνικά φωνάζει και κλαίει από θυμό στη σκέψη ότι δεν μπορεί ν’ αλλάξει την κατάσταση, να κάνει τη μητέρα της ευτυχισμένη πριν πεθάνει, να σκοτώσει αυτούς που της έκαναν αυτό το κακό. Με το πρόσωπο κολλημένο στο δικό της παίρνει το κλάμα της, τη σφίγγει επάνω του, τρελός από πόθο για τα δάκρυά της, για την οργή της.
Την παίρνει όπως θα έπαιρνε το παιδί του. Έτσι θα έπαιρνε το παιδί του. Παίζει με το σώμα του παιδιού του, το γυρίζει, σκεπάζει μ’ αυτό το πρόσωπό του, το στόμα του, τα μάτια. Κι αυτή, αυτή συνεχίζει να αφήνεται ακριβώς στην κατεύθυνση που πήρε εκείνος όταν άρχισε να παίζει. Και ξαφνικά είναι αυτή που τον ικετεύει, δεν λέει για ποιο πράγμα, κι αυτός, αυτός της φωνάζει να πάψει, φωνάζει πως δεν τη θέλει πια, πως δεν θέλει πια να ηδονίζεται μαζί της, και να τοι γαντζωμένοι ξανά ο ένας απ’ τον άλλο, έγκλειστοι μέσα στον τρόμο, και να που αυτός ο τρόμος διαλύεται πάλι, να που του παραδίνονται πάλι, μέσα στα δάκρυα, την απόγνωση, την ευτυχία.'
Μαργκερίτ Ντυράς Marguerite Duras
Μαργκερίτ Ντιράς, Ο Εραστής, μτφρ. Έφη Κορομηλά, εκδ. Εξάντας
