προγραφές

Εξώφυλλο: Γκέοργκ Κρίστοφ Λίχτενμπεργκ, Λίχτενμπεργκ: Επιλογή από τα Sudelbücher

Οἱ προκαταλήψεις εἶναι, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι, τὰ καλλιτεχνικὰ ἔνστικτα τῶν ἀνθρώπων· χάρη σ’ αὐτὲς καταφέρνουν ἐντελῶς ἄκοπα πολλὰ πράγματα, ποὺ ἄν τὰ ψιλολογοῦσαν μὲ τὸν νοῦ προτοῦ καταλήξουν σὲ κρίση θὰ βρίσκονταν μπροστὰ σὲ ἀνυπέρβλητες δυσκολίες.

*

Ὁ περασμένος πόνος εἶναι εὐχάριστος στὴ μνήμη, ἡ περασμένη ἡδονὴ τὸ ἴδιο, ὅπως ἐπίσης ἡ ἡδονὴ ἡ μελλούμενη καὶ ἡ τωρινή· ὥστε μονάχα ὁ πόνος ὁ μελλούμενος κι ὁ τωρινὸς μᾶς βασανίζει. Ἔτσι ἡ ἡδονὴ πλεονάζει ὁλοφάνερα μέσα στὸν κόσμο, κι αὐτὸ τὸ πλεόνασμα ἀνγατίζει πάλι καθὼς πασχίζουμε ἀδιάκοπα νὰ ποριστοῦμε ἡδονή, τὴ διατήρηση τῆς ὁποίας σὲ πολλὲς περιπτώσεις μποροῦμε νὰ τὴν προβλέψουμε μὲ μεγάλη σιγουριά· ἀπεναντίας, ὁ μελλούμενος πόνος μπορεῖ νὰ προβλεφθεῖ πολύ σπανιότερα.

*

Στοὺς περισσότερους ἀνθρώπους ἡ ἀπιστία ἀπέναντι σὲ κάτι στηρίζεται στὴν τυφλὴ πίστη ἀπέναντι σὲ κάτι ἄλλο.

*

Οἱ ζωγραφιστοὶ ἄγιοι ἄσκησαν μεγαλύτερη ἐπίδραση στὸν κόσμο ἀπὸ τοὺς πραγματικούς.

Γκέοργκ Κρίστοφ Λίχτενμπεργκ, Λίχτενμπεργκ: Επιλογή από τα Sudelbücher, μτφρ. Παναγιώτης Κονδύλης, εκδ. Στιγμή

* * *

'Οἱ ἀφορισμοὶ τοῦ Lichtenberg βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στὰ λεγόμενα Sudelbücher του, ἤτοι στὰ πρόχεια σημειωματάρια ὅπου κατέγραφε καταλογάδην, φύρδην-μίγδην καὶ χωρὶς δεύτερη ἐπεξεργασία παντοειδεῖς σκέψεις, παρατηρήσεις, ἀξιοπερίεργα, ἀποθησαυρίσματα, ἀνέκδοτα ἤ λογοπαίγνια. Πρόκειται γιὰ τὸ ἕργο ὁλόκληρης τῆς ζωῆς του, ἐφ’ ὅσον ἄρχισες τὶς καταγραφὲς αὐτὲς τὸ 1764, σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν, καὶ τὶς συνέχισε χωρὶς διακοπὲς ὥς τὴ χρονιὰ τοῦ θανάτου του, τὸ 1799. Ἔργο ζωῆς εἶναι ἐπίσης μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Lichtenberg ἐλάχιστα κείμενα ἔγραψε καὶ δημοσίευσε, κυρίως μικρὲς πραγματεῖες σὲ διάφορα περιοδικὰ καὶ φιλολογικὰ ἡμερολόγια, ἐνῶ ἄλλα τὰ ἀπέσυρε τὴν τελευταία στιγμή. Ἐκτὸς ἀπὸ ὁρισμένες σάτιρες, τὸ γνωστότερο δημοσίευμά του ὑπῆρξαν οἱ Ἀναλυτικὲς Ἐπεξηγήσεις γιὰ τὶς Χαλκογραφίες τοῦ Hogarth, τὶς ὁποῖες ἔγραψε στὸ πλαίσιο τῆς μακρᾶς ἀντιπαράθεσής του μὲ τὴ φυσιογνωμικὴ τοῦ Lavater. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε τὶ ὤθησε τὸν Lichtenberg —ἕναν σπιθαμιαῖο καμπούρη— στὴν ἀντιπαράθεση μὲ μιὰν ἀντίληψη ποὺ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα τοῦ ἀνθρώπου ἤθελε νὰ συναγάγει τὶς ψυχικές του ἰδιότητες. Ἡ ἴδια ἀντιπαράθεση καταλαμβάνει σημαντικὸ μέρος τῶν Sudelbücher, ἐνῶ ἄλλα τμήματά τους ἀναφέρονται σὲ θέματα τῆς τοτινῆς φυσικῆς καὶ μαθηματικῆς ἐπιστήμης ἤ περιλαμβάνουν τοὺς στοχασμοὺς τοῦ Lichtenberg ἀπ’ ἀφορμὴ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Kant, τὶς παρατηρήσεις του γιὰ τὰ ἐπαναστατικὰ συμβάντα στὴ Γαλλία ἤ γιὰ τὰ ταξίδια του στὴν Ἄγγλία κτλ. Ὅπως μαντεύει κανείς, ἐδῶ ἀποτυπώνεται ὄχι μονάχα μιὰ ζωή, ἀλλὰ καὶ μιὰ ἐποχή. Γι’ αὐτὸ καὶ μόνο στὸν γνώστη τῆς ἐποχῆς εἶναι προσιτὸ τὸ σύνολο αὐτῶν τῶν κειμένων. Ἡ δική μας ἐπιλογή, ὡστόσο, ἔγινε μὲ κριτήρια τέτοια, ὥστε τὰ φιλολογικὰ καὶ ἱστορικὰ βοηθήματα νὰ περιττεύουν. Προσφέρει μόνο ἀφορισμοὐς, καὶ μάλιστα ὅσους ὡς πρὸς τὸ ὕφος καὶ τὸ περιεχόμενό τους ἀνήκουν κατ’ ἐξοχὴν στὴν εὐρύτερη εὐρωπαϊκὴ παράδοση τοῦ genre. Στὸ ἐπίκεντρο στέκει δηλαδὴ τὸ πρόβλημα τῆς ἀνθρωπογνωσίας, τοῦ μηχανισμοῦ τῶν παθῶν καὶ τῶν προοπτικῶν, καὶ τοῦ ἰδιαίτερου τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖο δρᾶ αὐτὸς ὁ μηχανισμὸς σὲ ὁρισμένες στιγμές, σὲ ὁρισμένα ἄτομα ἤ σὲ ὁρισμένες ὁμάδες. Ἀνθρωπογνωσία καὶ αὐτογνωσία ἦσαν γιὰ τὸν Lichtenberg κατ’ οὐσίαν ταυτόσημες. Καί, ὅπως ὑπαινίσσεται μερικὲς φορές, ταυτόσημες τὶς ἤθελε νὰ εἶναι καὶ γιὰ τὸν ἀναγνώστη του.'

Παναγιώτης Κονδύλης, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

Εξώφυλλο: Ζαν-Μισέλ Γκιγερί, Μαρκήσιος Ντε Σαντ και Ιουλιέττα

'ΣΑΝΤ: Δεν βλέπω την ψυχή μου, γνωρίζω και αισθάνομαι μόνο το σώμα μου!... Το σώμα αισθάνεται, το σώμα σκέφτεται, το σώμα υποφέρει, το σώμα απολαμβάνει! Ω Ιουλιέττα, αγαπημένη φίλη μου, μην έχεις καμιά αμφιβολία, πεθαίνουμε ολόκληροι. Μόλις κόψει το νήμα η Μοίρα, ο άνθρωπος δεν είναι πλέον παρά μια μάζα ανίκανη να παράγει τις κινήσεις που το άθροισμά τους αποτελούσε τη ζωή.

ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ: Όμως η αθανασία της ψυχής, ακόμη κι αν είναι μια αυταπάτη, δεν είναι μια παρηγοριά για τους δυστυχισμένους; Δεν είναι γλυκιά;... Δεν είναι για τον άνθρωπο ένα αγαθό το να πιστεύει πως θα μπορεί να επιβιώσει μετά το θάνατό του και ν’ απολαύσει κάποια μέρα στον ουρανό μια ευτυχία που του την έχουν αρνηθεί στη γη;

ΣΑΝΤ: Η φιλοσοφία δεν είναι σε καμιά περίπτωση η τέχνη του παρηγορείν τους αδυνάτους· άλλον σκοπό δεν έχει απ’ το να κάνει ευθύβολο το πνεύμα και να ξεριζώνει απ’ αυτό τις προκαταλήψεις. Δεν είμαι καθόλου παρηγορητικός εγώ, Ιουλιέττα, είμαι αληθινός.

(Απότομα φως).

ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ (επιθετική): Τι θ’ απογίνω; Αυτό το σκοτάδι με τρομάζει, αυτή η αιώνια εκμηδένιση...

ΣΑΝΤ: Και τι ήσουν, παρακαλώ, πριν γεννηθείς; Μερικά μόρια ύλης. Ευχαριστιόσουν; Όχι. Υπέφερες; Όχι. Είναι τόσο οδυνηρή αυτή η κατάσταση; Και η βεβαιότητα ότι δεν θα υπάρχεις για πάντα, είναι πιο απελπιστική από τη βεβαιότητα ότι δεν υπήρχες από πάντα;

(Έξω ξαναρχίζουν οι σφυριές).

ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ (ξαναπιάνει το παιχνίδι): Αν ήσουν δυστυχισμένη, Ντελμπέν, δεν θα σου ήταν ευχάριστο να σε παρηγορούν;

ΣΑΝΤ (Ντελμπέν): Θα ήξερα να υποφέρω χωρίς να διαμαρτύρομαι, χωρίς να εκλιπαρώ τη βοήθεια κανενός... Πίστεψέ με, Ιουλιέττα, προσπάθησε να πειστείς: όσο λιγότερο ευαίσθητοι είμαστε, τόσο λιγότερο θλιβόμαστε και τόσο περισσότερο προσεγγίζουμε την αληθινή ανεξαρτησία. Είμαστε πάντα θύματα δύο και μόνο πραγμάτων, είτε της δυστυχίας των άλλων είτε της δικής μας: αν αρχίσουμε να είμαστε σκληροί απέναντι στις πρώτες, οι δεύτερες δεν πρόκειται πλέον να μας αγγίξουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ: Οι συνέπειες αυτής της απάθειας θα είναι κατ’ ανάγκην εγκλήματα.

ΣΑΝΤ: Και τι σημασία έχει αυτό! Δεν πρέπει να συνδέεται κανείς ιδιαίτερα ούτε με το έγκλημα ούτε με την αρετή, αλλά μ’ εκείνο που τον κάνει ευτυχισμένο. Ο πρώτος νόμος που η φύση μού δείχνει, είναι το να ευφραίνομαι. Νιώσαμε απόλαυση; Αυτό είν’ όλο κι όλο που χρειάζεται.

ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ: Εις βάρος κάποιου άλλου;

ΣΑΝΤ: Εκείνο που λιγότερο μ’ απασχολεί στον κόσμο, είναι η τύχη των άλλων· δεν πιστεύω ούτε κατά διάνοια σ’ αυτό το δεσμό αδελφότητας για τον οποίο ακατάπαυστα μιλούν οι ανόητοι. Κι επειδή τον έχω αναλύσει όπως πρέπει, γι’ αυτό και τον ανατρέπω.'

Ζαν-Μισέλ Γκιγερί, Μαρκήσιος Ντε Σαντ και Ιουλιέττα, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Εξάντας

Εξώφυλλο: Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και Γερμανικός Χαρακτήρας: Δοκίμιο Πάνω στην Κατάρρευση του Πολιτισμού

'Δύο σύνολα παραγόντων συνέβαλαν στη δραματική κατάρρευση του πολιτισμού που συνδέθηκε με το όνομα του Χίτλερ και τον Ναζισμό: αφ’ ενός οι ιδιομορφίες της διαχρονικής εξέλιξης της Γερμανίας και αφ’ ετέρου οι ιδιαιτερότητες του σταδίου στο οποίο είχε φτάσει τότε, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνεται, κατ’ αρχάς, το εξαιρετικά ταραχώδες μοτίβο εξέλιξης της Γερμανίας. Περιλαμβάνεται, ακόμα, η σοβούσα παρακμή η οποία ανέδειξε το από καιρό χαμένο «Ράιχ» σε σύμβολο του γερμανικού μεγαλείου και που αναγόρευσε την υποτιθέμενη αποκατάστασή του σε ύψιστο στόχο για το μέλλον. Περιλαμβάνεται, τέλος, η σχεδόν απόλυτα αυταρχική παράδοση η οποία κληροδότησε στις μάζες των Γερμανών μια σχετική αναιμική κι εξαρτημένη συνείδηση αναφορικά με τα δημόσια πράγματα. Φυσικά, αυτοί οι παράγοντες μαζί με τις επιπλοκές που προκάλεσαν δεν οδηγούσαν κατ’ ανάγκη στην κατάρρευση· προετοίμασαν, ωστόσο, το έδαφος γι’ αυτήν τη συγκεκριμένη μορφή κατάρρευσης του πολιτισμού.
Επιπλέον, υπήρχαν τα άμεσα αίτια. Κεντρικό ρόλο είχε η σύγκρουση ανάμεσα στις κληρονομημένες εθνικές φιλοδοξίες και στην εθνική αυτοεικόνα των πιο ισχυρών τμημάτων του γερμανικού λαού, από τη μια πλευρά, και στην απώλεια ισχύος που υπέστη εξ νέου η Γερμανία μετά το 1918, από την άλλη. Η κρίση που ξέσπασε στο 1930 οδήγησε αυτήν τη σύγκρουση στο αποκορύφωμά της.
Η κλασική κατάσταση κινδύνου που πολλά ισχυρά έθνη συναντούν στην ιστορία τους, νωρίτερα ή αργότερα, δεν εμφανίζεται τόσο την εποχή που ισχύς τους φθίνει de facto όταν τα μέλη τους δεν μπορούν πλέον ν’ αποφύγουν να συνειδητοποιήσουν τη σχετική συρρίκνωση της ισχύος τους στην ιεραρχία των εθνών. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος σαν τον Χίτλερ κι ένα κίνημα σαν τον Ναζισμό ανήλθαν στην εξουσία στη Γερμανία αποτέλεσε σύμπτωμα μιας τέτοιας κατάστασης.
Εντός Γερμανίας, η εντεινόμενη εκβιομηχάνιση μετέβαλλε την ισορροπία ισχύος σε βάρος των παλαιών αρχουσών τάξεων. Οι εκπρόσωποι της γερμανικής αριστοκρατίας, με ηγετική φυσιογνωμία τον πρώην στρατάρχη Χίντενμπουργκ, επιδίωξαν να ανακτήσουν την εξουσία που γλιστρούσε μέσα απ’ τα χέρια τους, έχοντας ως αρωγούς απογοητευμένους αξιωματικούς κι άλλες ομάδες. Ο αγώνας τους, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, εναντίον της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, κι η ανυποχώρητη απόφασή τους να μην παραδώσουν την εξουσία και τη θέση τους δίχως μια τελική μάχη άνοιξαν τον δρόμο για τους Ναζί.
Σε σχέση με άλλα έθνη, η άνοδος των Ναζί, ανεξάρτητα από το τι ακολούθησε την επικράτησή τους, ήταν για μια μεγάλη μερίδα του γερμανικού λαού κυρίως μια βίαιη αντίδραση με σκοπό να αποφευχθεί κάτι επώδυνο. Κοντολογίς: υπό την πίεση μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, πολλοί Γερμανοί αντέδρασαν στη σκέψη και στην αίσθηση ότι το πάλαι ποτέ αυτοκρατορικό μεγαλείο του ότι η θέση της Γερμανίας μεταξύ των λαών του κόσμου είχε αποδυναμωθεί έπρεπε να αποφευχθεί πάση θυσία. Ο Χίτλερ, ο χαρισματικός σαμάνος με το μαγικό του σύμβολο, τον αγκυλωτό σταυρό, επικαλέστηκε γι’ ακόμη μια φορά ενώπιον των γερμανικών μαζών την οπτασία ενός ανώτερου γερμανικού Ράιχ.
Όπως τόσα άλλα μεγάλα έθνη που πολεμούν με την πλάτη στον τοίχο για το μεγαλείο του παρελθόντος, έτσι κι οι επικεφαλής της Γερμανίας σε αυτή την περίπτωση παραβίασαν κάθε κανόνα αξιοπρέπειας, εντιμότητας και ταύτισης με τους άλλους ανθρώπους, όποτε αυτό εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους. Ο στόχος να διασωθεί η ξεθωριασμένη αίγλη της Γερμανίας έμοιαζε να νομιμοποιεί τα πάντα. Η αμοιβαία ενδυνάμωση των κολακευτικών ιδεών και η απόρριψη του γερμανικού λαού να κατασκευάσουν ένα προκάλυμμα συλλογικών φαντασιώσεων που τους προστάτευε από το «σοκ της συνειδητοποίησης». Πρόκειται για το σοκ που κάθε ισχυρό έθνος και, γενικότερα, κάθε ισχυρός κοινωνικός σχηματισμός δοκιμάζει, όταν τα μέλη του αδυνατούν πλέον να συνεχίσουν να αποφεύγουν τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η αρχική τους δύναμη και ανωτερότητα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί. Πολλοί Γερμανοί δεν μπορούσαν να παραδεχθούν ακόμη κι ενδόμυχα ότι το 1918 η Γερμανία υπέστη μια καθαρή ήττα· ότι οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ανεξάρτητα από τα όποια προτερήματα ή ελαττώματά της, ήταν πολύ μετριοπαθείς σε σχέση με τους όρους που οι Γερμανοί θα είχαν επιδιώξει να επιβάλουν στους εχθρούς τους, εάν αυτοί είχαν νικήσει. Οι Ναζί έκαναν τους Γερμανούς να πιστέψουν και πάλι ότι εξακολουθούν ν’ αποτελούν τη δύναμη πρώτης γραμμής και ότι διαθέτουν τα αντίστοιχα εφόδια, ότι, σαν τους μεσαιωνικούς αυτοκράτορες, οι κυρίαρχοι της Γερμανίας θα ηγεμόνευαν πάνω σε πλατιές εκτάσεις της Ευρώπης. Ο βαθμός της καταπίεσης, της βίας και της βαρβαρότητας που χρησιμοποίησαν ήταν ανάλογος της προσπάθειας που απαιτήθηκε προκειμένου να ξαναδοθεί στη Γερμανία μια εικόνα μεγαλείου και να αποφευχθεί το σοκ της συνειδητοποίησης του γεγονότος ότι οι μέρες της γερμανικής πρωτοκαθεδρίας και το όραμα του Ράιχ είχαν οριστικά παρέλθει.'

 

Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και Γερμανικός Χαρακτήρας: Δοκίμιο Πάνω στην Κατάρρευση του Πολιτισμού, μτφρ. Γιάννης Πεδιώτης & Γιάννης Θωμαδάκης, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Εξώφυλλο: Ντον Ντελίλο, Οι Χρόνοι του Σώματος

'Οι δυο τους είναι δύο αληθινά κορμιά μέσα σ’ ένα δωμάτιο. Έτσι τα αισθάνεται σ’ εκείνο το ξεφτίδι του μισού δευτερολέπτου που της παίρνει για να παρακάμψει τον παραστάτη της πόρτας. Δυο κορμιά με χέρια που αγγίζουν και τρίβουν, και στόματα που μισανοίγουν αργά. Το πέος του μεγαλώνει τυλιγμένο μέσα στη χαλαρή ρόδινη παλάμη της. Τα στόματά τους είναι ορθάνοιχτα για να δεχτούν γλώσσες, ρώγες, δάχτυλα κι όποια άλλη προεξοχή της σάρκας, και να ψιθυρίσουν λόγια του χθες και του σήμερα, και τα μάτια τους ανοίγουν μες στην ψυχή του άλλου.
Στάθηκε μπροστά στο κατώφλι έχοντας αντιληφθεί το ύφος της.
Θα έχουν ήδη κοιμηθεί και ξυπνήσει και θα έχουν κατεβεί κάτω για πρωινό, κι εκεί θα μπλέκει ο ένας στα πόδια του άλλου, καθώς θα κάνουν τις ξεχωριστές κινήσεις της καθημερινής τους ρουτίνας, βάζοντας γάλα και ανακατεύοντας το χυμό, ενώ μια κίσσα θα τους κοιτάει από την ταΐστρα, κι εκείνη θα μυρίσει το κουτί με τις νιφάδες της σόγιας. Και τότε θα κάνει το απλούστερο πράγμα που υπάρχει στον κόσμο. Θα βγει, θα πάει στο αυτοκίνητό του, θα του πάρει τα κλειδιά και θα τα κρύψει, θα τα πατήσει, θα τα σπάσει, θα τα φάει, θα τα θάψει στο χώμα το γεμάτο με οργανικές ουσίες, ενώ γύρω της θα είναι μια ολόλαμπρη μέρα του τέλους του καλοκαιριού μετά το χαλασμό της καταιγίδας.
Πριν όμως περάσει το κατώφλι του δωματίου, ένιωσε το ύφος της. Το ήξερε καλά αυτό το ύφος: μια μετόπη ψεύτικων προσδοκιών.
Στάθηκε λίγο να το σκεφτεί. Σταμάτησε στο έμπα του δωματίου κοιτάζοντας προς το σαλόνι, κι ένιωσε το κενό να την περιβάλλει. Ταλαντεύτηκε και κάθισε στο πάτωμα ακουμπώντας την πλάτη της στην κάσα της πόρτας. Γλίστρησε προς τα κάτω αργά, στοχαστικά, και το στόμα της άνοιξε σχηματίζοντας ένα ωχ, ένα βογγητό που δεν ακούστηκε ποτέ. Κάθισε στο πάτωμα έξω από το δωμάτιο. Το πρόσωπό της φωτιζόταν ακόμη από ένα ίχνος που είχε αφήσει στα μάτια της η προσδοκία του θαύματος. Και το ύφος αυτό ξεκόλλησε από πάνω της και αιωρήθηκε μπροστά της έτσι, που να μπορέσει να φουσκώσει τα μάγουλά της σαν παιδί και να το φυσήξει μακριά.'

 

Ντον Ντελίλο, Οι Χρόνοι του Σώματος, μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑