
25th Chorus
Dont worry about death
Once you’re there
Because it is trackless
Having no track to follow
You will rest where you are
In inside of the essence
But the moment I say essence
I draw that word back
And that remark - essence’s
Unspoken, you cant say a word,
essence is the word for the finger
that shows us bright blankness
When we look intoo the God face
We see radiant irradiation
From middleless center
Of Objectlessfire roe-ing
In a fieldstar all its own
Is my own, is your own.
Is not Owned by Self-Owner
but found by Self-Loser -
Old Ancient Teaching
* * *
227th Chorus
Merde and misery,
I’m completely in pain
Waiting without mercy
For the worst to happen.
I'm completely at a loss,
There is no hope
Though I know the arbitrary conception
of suffering is racking
my metaphysical
handicapped ribs,
and I dont even exist less sing,
and I been paid
for work I done
when I was young
and work was fun
and I dont know name from mercy,
aint got no blues
no shoes no eyes
no shoetongues, lungs,
no happines, no art,
nothing to do, nothin to part,
no hairs to split
sidewalks to spit,
words to make flit
in the fun-of make-it,
horror & makeshift poetry
covering the fact I'm afraid
to work at a steady job
jungles of hair on my wrists
magnified 1000 times
in Hells of Eternity
Jack Kerouac, Mexico City Blues, publisher: Grove Press

Διαχείριση - Σάμουελ Γκρίνμπεργκ
Πλάι σε μια χερσόνησο κάθισε ο ζωγράφος και
σχεδίασε ακανόνιστα άλση της κοιλάδας.
Ο απόστολος έδωσε ελεημοσύνη στους
Ειρηνοποιούς. Το ηφαίστειο εξερράγη
Με ρευστό θειάφι και εκτόξευσε
Βράχους και μετάλλευμα στον αέρα -
Ξαφνική αλλαγή του ουρανού στον
Θυελλώδη πίνακα,
Σκουρότερη απόχρωση πυκνών συννεφιασμένων μορφών.
Ο οδοιπόρος διάλεξε γοργά
Μέρος για να ξαποστάσει· κουβάλησαν
Πάνω στους ώμους τους τον διαλεγμένο ήρωα,
Τον οποίο περιέργως θαύμασαν, όπως
Το θέρος του κύματος της ακτής των ανθρώπων επιθμούσε.
*
Ο Σίντι Αμάρ τον χειμώνα - Πολ Μπόουλς
Όμως νομίζω πως ποτέ δεν έχω το πρόσωπό σου
Μια βροχερή μέρα, όταν του ουρανού οι γκρίζες αρτηρίες
Πάλλονται γύρω από τα δέντρα, και στην καρδιά σου
Νερά τρέχουν. Δεν σ’ έχω δει ποτέ να κλαις
Με τη βουή της νύχτας, το κεφάλι σου στη σιωπή να αντιστέκεται.
Θα έρθει μια μέρα που οι γραμμές πάνω στον ουρανό
Γύρω από τους πύργους πια δεν θα επιμένουν
Κι εσύ που τρέμεις μες στη νύχτα
Θα πας σε μέρη γκρίζα μ’ ένα άγνωστο πράγμα.
από την ανθολογία 35 Ποιητών, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Lulu.com

UNHOLY MISSIONS
I want to be buried in an anonymous crater inside the moon.
I want to build miniature golf courses on all the stars.
I want to prove that Atlantis was a summer resort for cave men.
I want to prove that Los Angeles is a practical joke played on us by superior beings on a humorous planet.
I want to expose Heaven as an exclusive sanitarium filled with rich psychopaths who think they can fly.
I want to show that the Bible was serialized in a Roman children's magazine.
I want to prove that the sun was born when God fell asleep with a lit cigarette, tired after a hard night of judging.
I want to prove once and for all that I am not crazy.
* * *
WEST COAST SOUNDS - 1956
San Fran, hipster land,
Jazz sounds, wig sounds,
Earthquake sounds, others,
Allen on Chestnut Street,
Giving poetry to squares,
Corso on knees, pleading,
God eyes.
Rexroth, Ferlinghetti,
Swinging, in cellars,
Kerouac at Locke's,
Writing Neil
On high typewriter,
Neil, booting a choo-choo,
On zigzag tracks.
Now, many cats
Falling in,
New York cats,
Monterey scene cooler,
San Franers, falling down.
Canneries closing.
Sardines splitting
For Mexico.
Me too.
Bob Kaufman, Solitudes Crowded With Loneliness, publisher: New Directions

POEM
I demand that the human race
ceases multiplying its kind
and bow out
I advice it
And as punishnment & reward
for making this plea I know
I'll be reborn
the last human
Everybody else dead and I'm
an old woman roaming the earth
groaning in caves
sleeping on mats
And sometimes I'll cackle, sometimes
pray, sometimes cry, eat & cook
at my little stove
in the corner
"Always knew it anyway,"
I'll say
And one morning won't get up from my mat
1962
* * *
HOW TO MEDIATE
--lights out--
fall, hands a-clasped, into instaneous
ecstasy like a shoty of heroin or morphine,
the gland inside of my brain discharging
the good glad fluid (Holy Fluid) as
I hap-down and hold all my body parts
down to a deadspot trance - Healing
all my sickness - erasing all - not
even the shred of a "I-hope-you" or a
Loony Ballon left in it, but the mind
blank, serene, thoughtlss. When a thought
comes a-springing from afar withits held-
forth figure of image, you spoof it out,
you spuff it off, you fake it, and
it fades, and thought never comes - and
with joy you realize for the first time
"Thinking's just like not thinking -
So I don't have to think
any
more"
1967
Jack Kerouac, Scattered Poems, publisher: City Lights Books

'[...] Σίγουρα δεν ήταν απλώς τα δαντελωτά περιγράμματα των κλαδιών που σάλευαν στο φόντο του φεγγαρόφωτου. Αυτές κινούνταν ανεξάρτητα. Υψώνονταν ψηλά σ’ ένα συνεχές ρεύμα από τη γη προς τον ουρανό, όπου και χάνονταν εντελώς μόλις έφταναν στην σκοτεινιά του στερεώματος.
Αλληλοπλέκονταν η μία με την άλλη, φτιάχνοντας έτσι μία τεράστια στήλη, και είδα ότι τα μέλη και τα γιγάντια κορμιά τους έλιωναν το ένα μέσα και έξω από το άλλο, σχηματίζοντας εκείνη τη φυλλοειδή στήλη που λύγιζε και σειόταν σπειροειδώς μαζί με τα δέντρα που συστρέφονταν μαστιγωμένα από τον άνεμο. Ήταν γυμνές, ρευστές μορφές, που αναδίδονταν από τα θαμνόδεντρα, σχεδόν μέσα από τα φυλλώματα ανεβαίνοντας σαν μια ζωντανή στήλη προς τους ουρανούς. Τα πρόσωπά τους δεν μπορούσα να τα διακρίνω καθόλου. Έρρεαν ασταμάτητα προς τα ύψη, ενώ λικνίζονταν σε μεγάλες γυριστές καμπύλες, με το δέρμα τους να έχει μια μουντή χαλκόχρωμη χροιά.'
Άλτζερνον Μπλάκγουντ, Οι Ιτιές, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

John Coltrane
[Μια αυτοσχεδιαστική σύνθεση
στη διάρκεια της ακρόασης του Ascension]
Κύκνεια άσματα απανωτά
πυρακτωμένα ηλιοτρόπαια
με γυρισμένες πλάτες εσπερινότερα
των άκαρδων νυχτών
δίνουν όρκους ιερούς
στεριωμένους στους κυρτούς ώμους πουλιών
με φωνή καταραμένη που είμαστε εμείς -
μακαριότητα τυχοκολλημένη
φυλλοκάρδι να ξεμακραίνει
αιώνες κάμποσους για τύχη
που δεν αρκεί
να υπηρετήσει τη σκόνη που διαγράφεται
ως τόπος του κανείς
αυτό που νιώθουν οι άνθρωποι
κρέμεται χειροπόδαρα κάτω από κλίμακες στα ξέφωτα
της υπερβολής -
αψεντοκένταυρη σκιά
σειριακά φρένα σιωπής
κυκλοφορούν μες στο λιόγερμα
όπως βακτήρια κυλούν στο αίμα -
δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η ατιμία.
Είναι πράγμα που δεν φτιάχτηκε
είναι μετά συγκινήσεως αρκετής με μια όψη αισθηματικού
οδοστρωτήρος
μακελειό μιας μεταμόρφωσης σαν άνωθεν περάσματα
παράσιτα που ζουν την άδυτη στιγμή
απόρριμμα πρωτόλειο μιας καύσης εσωτερικής
με λήξη παρελθόντος -
ερχόμαστε με μια σκιά για φως
με κάκτο στο κρανίο
τον ήλιο από κασμίριο
βασίλειο εκεί μέσα που ναι’ περήφανος θεός
μάντεμα μιας αράχνης μάγισσας κρεολής
που τρέφει άλογα αισχρά καλπάζουν αντιθέτως
γκρεμίζοντας συθέμελα
αυτό που εγώ νομίζω
αυτό που εσύ για ‘κείνο είσαι σίγουρος
μα είσαι πάλι μόνος και είμαι εγώ αλλοτινός
βουή της μύγας μέσα
στο αυτί Του
σαν τηλεφώνημα ουδενός απ’ τον
τον γαμοπαράδεισο.
Αν νότες σαυρικές απομυζούν
την μπλόφα
πως μόνο αυτό και μόνο τραβιέται μέσα στις σχισμές τους.
*
Επιτομή
Αν Οικο Στην Κ Οινο Νια Της Τζαζ Θλ Υψη Είναι Το Κρε Ας Μου
Δοθη Κε Νο Μος Αγα Πεις η Θρη Σκια Μου Η Ηπαρ Ξυ Νη Χτα
Τομ Υαλο Ας Συν Δετος Αλλης Ειδας Κρ Οικος
Γιάννης Λειβαδάς, John Coltrane και 13 Ποιήματα για την Jazz, εκδ. Απόπειρα









