προγραφές

Εξώφυλλο: Ζαν-Πολ Σαρτρ, Οι Λέξεις

'Ο θάνατος ἦταν ὁ ἴλιγγός μου, διότι δὲν μοῦ ἄρεσε ἡ ζωή: αὐτὸ ἐξηγεῖ τὸν τρόμο πού μου ἐνέπνεε. Ταύτιζα τὸ θάνατο μὲ τὴ δόξα, τὸν ἔκανα προορισμό μου. Θέλησα νὰ πεθάνω· μερικὲς φορὲς ἡ φρίκη πάγωνε τὴν ἀνυπομονησία μου: ποτὲ γιὰ πολὺ· ἡ ἁγία χαρά μου ξαναγεννιόταν, περίμενα τὴ στιγμὴ τοῦ κεραυνοῦ ποὺ θὰ μὲ ἔκαιγε μέχρι τὸ κόκαλο. Οἱ βαθύτερες προθέσεις μας εἶναι σχέδια καὶ φυγὲς ἀναπόσπαστα συνδεδεμένα: στὸ τρελὸ ἐγχείρημα νὰ γράψω γιὰ νὰ συγχωρέσω στὸν ἑαυτό μου τὴν ὕπαρξή μου, πέρα ἀπὸ τὶς ἀλαζονεῖες καὶ τὰ ψέματα, καταλαβαίνω ὅτι ὑπῆρχε κάποιος ρεαλισμός· ἡ ἀπόδειξη εἶναι ὅτι γράφω ἀκόμη, πενήντα χρόνια μετά. Ὅμως, ἂν ἀνατρέξω στὴν ἀρχή, διακρίνω μία φυγὴ πρὸς τὰ ἐμπρός, τὴν αὐτοκτονία ἑνὸς Γκριμπουίγ· ναί, περισσότερο ἀπὸ τὴν ἐποποιία, περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸ μαρτύριο, ἀναζητοῦσα τὸ θάνατο. Γιὰ πάρα πολὺ καιρό, φοβόμουν ὅτι θὰ τελείωνα ὅπως εἶχα ἀρχίσει, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁἀσήμαντος θάνατος θὰ ἦταν ἡ ἀντανάκλαση τῆς ἀσήμαντης γέννησής μου.'

'Εγώ ἔλεγα ψέματα στὸν ἑαυτό μου: γιὰ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ θάνατο τὴ βαρβαρότητά του, τὸν εἶχα ὁρίσει αὐτοσκοπὸ καὶ μοναδικὸ μέσο ποὺ γνώριζα, στὴ ζωή μου, γιὰ νὰ πεθάνω: πορευόμουν ἀργὰ ἀργὰ πρὸς τὸ τέλος μου, μὴ ἔχοντας ἄλλες ἐλπίδες ἢ ἐπιθυμίες ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ χρειάζονταν γιὰ νὰ γεμίσω τὰ βιβλία μου, σίγουρος πὼς τὸ τελευταῖο σκίρτημα τῆς καρδιᾶς μου θὰ ἐντυπωνόταν στὴν τελευταία σελίδα τοῦ τελευταίου τόμου τῶν ἔργων μου καὶ ὅτι ὁ θάνατος θὰ ἔπαιρνε ἕναν μόνο νεκρό.'

'Όταν ἐκλείψουν οἱ μάρτυρες, ὁ θάνατος ἑνὸς σπουδαίου ἀνδρὸς παύει γιὰ πάντα νὰ εἶναι ἕνα ἀπρόσμενο κακό, ὁ χρόνος τὸ μεταβάλλει σὲ στοιχεῖο τοῦ χαρακτήρα του. Κάποιος ποὺ πέθανε στὸ μακρινὸ παρελθὸν εἶναι νεκρὸς ἀπὸ ἰδιοσυστασία, εἶναι νεκρὸς ἀπὸ τὴ βάπτισή του, οὔτε περισσότερο οὔτε λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι στὴν τελευταία του μετάληψη, ἡ ζωὴ τού μας ἀνήκει, εἰσβάλλουμε ἀπ’ τὴ μία ἄκρη, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπὸ τὴ μέση, πηγαινοερχόμαστε, συνεχίζουμε τὴ διαδρομὴ κατὰ βούληση: αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ χρονολογικὴ σειρὰ ἔχει καταρρεύσει· ἀδύνατο νὰ ἀποκατασταθεῖ: αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν διατρέχει κανέναν κίνδυνο, καὶ τὸ μόνο ποὺ περιμένει εἶναι τὰ γαργαλίσματα τοῦ ρουθουνιοῦ του νὰ καταλήξουν στὸ φτάρνισμα. Ἡ ὕπαρξή του προσφέρει τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα μίας ἐξέλιξης ἀλλά, μόλις θελήσει κανεὶς νὰ τῆς δώσει λίγη ζωή, ξαναπέφτει στὴ χρονικὴ ταυτοσημία. Μάταια θὰ προσπαθήσετε νὰ μπεῖτε στὴ θέση τοῦ ἐκλιπόντος, νὰ ὑποκριθεῖτε ὅτι μοιράζεστε τὰ πάθη του, τὰ ἐλλείμματά του, τὶς προκαταλήψεις του, νὰ ἀναστήσετε τὶς χαμένες ἀντιστάσεις του, μία ὑποψία ἀνυπομονησίας ἢ φόβου· δὲ θὰ μπορέσετε νὰ ἀποφύγετε νὰ ἐκτιμήσετε τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποία δὲν ἦταν προβλέψιμα, καὶ τῶν πληροφοριῶν ποὺ ἐκεῖνος δὲν κατεῖχε, οὔτε νὰ δώσετε κάποια ἰδιαίτερη ἐπισημότητα σὲ γεγονότα ποὺ τὰ ἀποτελέσματά τους τὸν σημάδεψαν ἀργότερα ἀλλὰ ἐκεῖνος τὰ βίωσε ἀδιάφορα. Καὶ ὁρίστε ἡ πλάνη: τὸ μέλλον, πιὸ πραγματικὸ ἀπὸ τὸ παρόν. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσει: σὲ μία ζωὴ τελειωμένη, θεωροῦμε τὸ τέλος ὡς ἀλήθεια τῆς ἀρχῆς. Ὁ νεκρὸς μένει στὰ μισά του δρόμου ἀνάμεσα στὸ εἶναι καὶ τὴν ἀξία, ἀνάμεσα στὸ ὠμὸ γεγονὸς καὶ τὴν ἀνασυγκρότηση τοὺ· ἡ ἱστορία τοῦ γίνεται ἕνα εἶδος κυκλικῆς οὐσίας ποὺ συνοψίζεται σὲ καθεμία ἀπὸ τὶς στιγμές του.'

Ζαν-Πολ Σαρτρ, Οι Λέξεις, μτφρ. Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Ζακ Πρεβέρ, Θέαμα και Ιστορίες

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η γη να μη γυρίζει πια
Και τα πουλιά να σταματάνε το τραγούδι
Ο ήλιος τη λάμψη του ν’ αρνιέται
Και να παγώνει το τοπίο.

Η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.

Οι γέροι με τα πρόσωπα τα καπνισμένα
Στέκονται εκεί κρατώντας ζυγαριές παλιές
Όταν η γη πια δε γυρίζει
Όταν το χόρτο δε βλασταίνει πια
Είναι γιατί φτερνίστηκε ένας γέρος
Κι από των γέρων ό,τι βγει το στόμα
Μύγα φριχτή
Γέρικη νεκροφόρα.

Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Πόσο πνιγόμαστε μες στην ομίχλη
Μέσα στων γέρικων γερόντων την ομίχλη.

Κι όταν στην παιδική ηλικία ξαναγυρίσουν
Στην παιδική ηλικία ξανακουμπάνε
Βοηθό δεν έχει η παιδική ηλικία
Πάντοτε αυτή το τέλος τους σημαίνει.

Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η παιδική μας ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.

* * *

Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ

Ανάμεσα απ’ τα κάγκελα της φυλακής
Περνάει σαν αστραπή
Ένα πορτοκάλι
Και πέφτει στο αποχωρητήριο
Σαν πέτρα.
Κι ο φυλακισμένος
Που ξαφνικά ραντίζεται από τις βρομιές
Φωτίζεται
Λάμπει από ευτυχία:
Νάτην που δε με ξέχασε
Πάντα με σκέφτεται
Εκείνη.

* * *

Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΠΟΛΥ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Χιλιάδες πουλιά πετάνε προς τα φώτα
Κατά χιλιάδες πέφτουνε και τσακίζονται
Χιλιάδες τυφλωμένα και νεκρά
Πεθαίνουνε κατά χιλιάδες

Ο φαροφύλακας δεν το αντέχει
Ο φαροφύλακας αγαπάει πολύ τα πουλιά
Και τόσο το χειρότερο
Εμένα τι με νοιάζει, λέει

Και σβήνει όλα τα φώτα

Από μακριά ένα καράβι φορτηγό βυθίζεται
Το φορτηγό που έρχεται από τα νησιά
Κι είναι το φορτηγό πουλιά γεμάτο
Χιλιάδες πουλιά από τα νησιά
Χιλιάδες πουλιά πνιγμένα.

* * *

ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΦΤΕΡΑ

Κορυδαλλέ της θύμησης
Το αίμα σου είναι που κυλά
Κι όχι το αίμα μου
Κορυδαλλέ της θύμησης
Έσφιξα τη γροθιά μου
Κορυδαλλέ της θύμησης
Ωραίο νεκρό πουλί
Δεν έπρεπε να ’ρθεις
Από το χέρι μου να φας
Σπόρους της λήθης.

Ζακ Πρεβέρ, Θέαμα και Ιστορίες, μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης, εκδ. Ύψιλον

Εξώφυλλο: Οκτάβιο Παζ, Ποιήματα

Ποιὸς ξέρει τί εἶναι ἕνα κορμὶ
μία ψυχὴ
κι ὁ χῶρος ὅπου σμίγουν
καὶ πὼς καὶ τὸ κορμὶ φωτίζεται
κι ἡ ψυχὴ σκοτεινιάζει
ὡς νὰ βουλιάξουν σάρκα καὶ ψυχῆ
σ’ ἕναν μονάχα ἴσκιο.

―Ρώτημα―

* * *

Ὅλη τη νύχτα πάλευε μὲ τὴ νύχτα
μήτε ζωντανὸς μήτε νεκρὸς
στὰ τυφλὰ εἰσχωρώντας στὴν οὐσία του
ἀπὸ τὸ ἴδιο τοῦ τὸ εἶναι ξεχειλίζοντας.

―ΑΟΜ―

* * *

ΧΑΡΑΜΑ

Γρήγορα χέρια παγωμένα
Ξετυλίγουν ἕναν-ἕναν
Τοὺς ἐπιδέσμους τοῦ σκοταδιοῦ
Ἀνοίγω τὰ μάτια
Ἀκόμη
Εἶμαι ζωντανὸς
Στὸ κέντρο
Μίας πληγῆς ἀκόμη νωπῆς.

* * *

ΑΓΓΙΓΜΑ

Τὰ χέρια μου
Ἀνοίγουν τὰ παραπετάσματα τῆς ὕπαρξής σου
Σὲ ντύνουν μὲ μίαν ἄλλη γύμνια
Ἀνακαλύπτουν τὰ κορμιὰ τοῦ κορμιοῦ σου
Τὰ χέρια μου
Ἐπινοοῦν ἄλλο κορμὶ γιὰ τὸ κορμί σου.

* * *

TROWBRIDGE STREET, IV

Αὐτὴ ἡ ὥρα ἔχει τὸ σχῆμα μίας παύσης
Ἡ παύση ἔχει τὸ σχῆμα σου
Ἐσὺ ἔχεις τὸ σχῆμα μίας πηγῆς
ὄχι νεροῦ ἀλλὰ χρόνου
Στὴν κορφὴ τοῦ πίδακα τῆς πηγῆς
πηδοῦν τὰ κομμάτια μου
τὸ ὑπῆρξα ἢ τὸ εἶμαι ἢ τὸ δὲν εἶμαι ἀκόμη
Ἡ ζωή μου δὲν βαραίνει
Τὸ παρελθὸν ἐξασθενεῖ
τὸ μέλλον εἶναι λίγο νερὸ μὲς στὰ μάτια σου.

Οκτάβιο Πας, Ποιήματα, μτφρ. Μάγια-Μαρία Ρούσσου, εκδ. Ηριδανός

Εξώφυλλο: Πιέρ Κλοσοφκί, Ο Ανοσιουργός Φιλόσοφος. Για το Σημείο και τη Διαστροφή στον Sade

'[...] η σοδομία εκφέρεται μέσα μίας ιδιάζουσας χειρονομίας -της πλέον σημαίνουσας στα μάτια του Sade- που αντιβαίνει στην αρχή της κανονιστικής γενικότητας. Αυτή είναι που πλήττει το νόμο της διαιώνισης του είδους, μαρτυρώντας έτσι το θάνατο του είδους εντός του ατόμου. Δεν πρόκειται απλά και μόνο για μία στάση άρνησης, αλλά και για μία προσβολή: όντας το ομείωμα της γενετήσιας πράξης, είναι την ίδια στιγμή και η παρώδησή της. Ακόμη περισσότερο, όμως, δίδεται ως ομοίωμα της καταστροφής που ένα υποκείμενο ονειρεύεται να ενσπείρει σε ένα άλλο του ιδίου φύλου, μέσω ενός είδους αμοιβαίας παράβασης των ορίων τους. Από την άλλη μεριά, όταν αυτή διαπράτεττεται εις βάρος ενός υποκειμένου του άλλου φύλλου, τότε δίδεται ως ομοίωμα μεταμόρφωσης, το οποίο συνοδεύεται πάντοτε από ένα είδος εκμάγευσης. Πράγματι, η καταστροφική πράξη της σοδομίας, στο μέτρο που παραβιάζει την οργανική ιδιαιτερότητα των ατόμων, εισάγει στην ύπαρξη την αρχή της μεταμόρφωσης των όντων, του ενός εντός των άλλου, την οποία τείνει να αναπαράγει η ολοκληρωτική τερατωδία και την οποία η οικουμενική εκπόρνευση, αυτή η έσχατη εφαρμογή του αθεϊσμού, θέτει ως αίτημα.'

'[...] ο όρος «μπουντουάρ» είναι ειρωνικός, διότι στον Sade δηλοί το αιματοβρεγμένο άντρο των Κυκλώπων, των οποίων ο μονός οφθαλμός είναι εκείνος της αδηφάγου σκέψης.
Έτσι, η διάκλειση της γλώσσας από την ίδια τη γλώσσα προσδίδει στο έργο του Sade την ιδιάζουσα μορφή του: στην αρχή ένα σύμπλεγμα από αφηγήσεις και λόγους, έπειτα μία σειρά από εικονπλαστικές παραστάσεις που καλούν ύπουλα τον αναγνώστη να επιχειρήσει να δει έξω από αυτό που δεν φαίνεται να χωράει μέσα στο κείμενο, τη στιγμή μάλιστα που δεν μπορεί να καταστεί ορατό πουθενά αλλού παρά μόνον εντός του κειμένου. Σαν την απέραντη επιφάνεια ενός αστικού εκθεσιακού χώρου στην καρδιά μιας πολιτείας, που γίνεται ένα με αυτήν, και όπου ασυναίσθητα περνάει κανείς από τα εκτεθειμένα αντικείμενα στα αντικείμενα που εκτίθενται τυχαία δίχως να είναι επιδεχόμενα έκθεσης. Εν τέλει, αντιλαμβάνεται πως σ' αυτά οδηγούν οι διάδρομοι της έκθεσης.'

Πιερ Κλοσοφσκί, Ο Ανοσιουργός Φιλόσοφος. Για το Σημείο και τη Διαστροφή στον Sade, μτφρ. Δημήτρης Γκινοσάτης, εκδ. Futura

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑