
'Ο θάνατος ἦταν ὁ ἴλιγγός μου, διότι δὲν μοῦ ἄρεσε ἡ ζωή: αὐτὸ ἐξηγεῖ τὸν τρόμο πού μου ἐνέπνεε. Ταύτιζα τὸ θάνατο μὲ τὴ δόξα, τὸν ἔκανα προορισμό μου. Θέλησα νὰ πεθάνω· μερικὲς φορὲς ἡ φρίκη πάγωνε τὴν ἀνυπομονησία μου: ποτὲ γιὰ πολὺ· ἡ ἁγία χαρά μου ξαναγεννιόταν, περίμενα τὴ στιγμὴ τοῦ κεραυνοῦ ποὺ θὰ μὲ ἔκαιγε μέχρι τὸ κόκαλο. Οἱ βαθύτερες προθέσεις μας εἶναι σχέδια καὶ φυγὲς ἀναπόσπαστα συνδεδεμένα: στὸ τρελὸ ἐγχείρημα νὰ γράψω γιὰ νὰ συγχωρέσω στὸν ἑαυτό μου τὴν ὕπαρξή μου, πέρα ἀπὸ τὶς ἀλαζονεῖες καὶ τὰ ψέματα, καταλαβαίνω ὅτι ὑπῆρχε κάποιος ρεαλισμός· ἡ ἀπόδειξη εἶναι ὅτι γράφω ἀκόμη, πενήντα χρόνια μετά. Ὅμως, ἂν ἀνατρέξω στὴν ἀρχή, διακρίνω μία φυγὴ πρὸς τὰ ἐμπρός, τὴν αὐτοκτονία ἑνὸς Γκριμπουίγ· ναί, περισσότερο ἀπὸ τὴν ἐποποιία, περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸ μαρτύριο, ἀναζητοῦσα τὸ θάνατο. Γιὰ πάρα πολὺ καιρό, φοβόμουν ὅτι θὰ τελείωνα ὅπως εἶχα ἀρχίσει, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁἀσήμαντος θάνατος θὰ ἦταν ἡ ἀντανάκλαση τῆς ἀσήμαντης γέννησής μου.'
'Εγώ ἔλεγα ψέματα στὸν ἑαυτό μου: γιὰ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ θάνατο τὴ βαρβαρότητά του, τὸν εἶχα ὁρίσει αὐτοσκοπὸ καὶ μοναδικὸ μέσο ποὺ γνώριζα, στὴ ζωή μου, γιὰ νὰ πεθάνω: πορευόμουν ἀργὰ ἀργὰ πρὸς τὸ τέλος μου, μὴ ἔχοντας ἄλλες ἐλπίδες ἢ ἐπιθυμίες ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ χρειάζονταν γιὰ νὰ γεμίσω τὰ βιβλία μου, σίγουρος πὼς τὸ τελευταῖο σκίρτημα τῆς καρδιᾶς μου θὰ ἐντυπωνόταν στὴν τελευταία σελίδα τοῦ τελευταίου τόμου τῶν ἔργων μου καὶ ὅτι ὁ θάνατος θὰ ἔπαιρνε ἕναν μόνο νεκρό.'
'Όταν ἐκλείψουν οἱ μάρτυρες, ὁ θάνατος ἑνὸς σπουδαίου ἀνδρὸς παύει γιὰ πάντα νὰ εἶναι ἕνα ἀπρόσμενο κακό, ὁ χρόνος τὸ μεταβάλλει σὲ στοιχεῖο τοῦ χαρακτήρα του. Κάποιος ποὺ πέθανε στὸ μακρινὸ παρελθὸν εἶναι νεκρὸς ἀπὸ ἰδιοσυστασία, εἶναι νεκρὸς ἀπὸ τὴ βάπτισή του, οὔτε περισσότερο οὔτε λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι στὴν τελευταία του μετάληψη, ἡ ζωὴ τού μας ἀνήκει, εἰσβάλλουμε ἀπ’ τὴ μία ἄκρη, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπὸ τὴ μέση, πηγαινοερχόμαστε, συνεχίζουμε τὴ διαδρομὴ κατὰ βούληση: αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ χρονολογικὴ σειρὰ ἔχει καταρρεύσει· ἀδύνατο νὰ ἀποκατασταθεῖ: αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν διατρέχει κανέναν κίνδυνο, καὶ τὸ μόνο ποὺ περιμένει εἶναι τὰ γαργαλίσματα τοῦ ρουθουνιοῦ του νὰ καταλήξουν στὸ φτάρνισμα. Ἡ ὕπαρξή του προσφέρει τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα μίας ἐξέλιξης ἀλλά, μόλις θελήσει κανεὶς νὰ τῆς δώσει λίγη ζωή, ξαναπέφτει στὴ χρονικὴ ταυτοσημία. Μάταια θὰ προσπαθήσετε νὰ μπεῖτε στὴ θέση τοῦ ἐκλιπόντος, νὰ ὑποκριθεῖτε ὅτι μοιράζεστε τὰ πάθη του, τὰ ἐλλείμματά του, τὶς προκαταλήψεις του, νὰ ἀναστήσετε τὶς χαμένες ἀντιστάσεις του, μία ὑποψία ἀνυπομονησίας ἢ φόβου· δὲ θὰ μπορέσετε νὰ ἀποφύγετε νὰ ἐκτιμήσετε τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποία δὲν ἦταν προβλέψιμα, καὶ τῶν πληροφοριῶν ποὺ ἐκεῖνος δὲν κατεῖχε, οὔτε νὰ δώσετε κάποια ἰδιαίτερη ἐπισημότητα σὲ γεγονότα ποὺ τὰ ἀποτελέσματά τους τὸν σημάδεψαν ἀργότερα ἀλλὰ ἐκεῖνος τὰ βίωσε ἀδιάφορα. Καὶ ὁρίστε ἡ πλάνη: τὸ μέλλον, πιὸ πραγματικὸ ἀπὸ τὸ παρόν. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσει: σὲ μία ζωὴ τελειωμένη, θεωροῦμε τὸ τέλος ὡς ἀλήθεια τῆς ἀρχῆς. Ὁ νεκρὸς μένει στὰ μισά του δρόμου ἀνάμεσα στὸ εἶναι καὶ τὴν ἀξία, ἀνάμεσα στὸ ὠμὸ γεγονὸς καὶ τὴν ἀνασυγκρότηση τοὺ· ἡ ἱστορία τοῦ γίνεται ἕνα εἶδος κυκλικῆς οὐσίας ποὺ συνοψίζεται σὲ καθεμία ἀπὸ τὶς στιγμές του.'
Ζαν-Πολ Σαρτρ, Οι Λέξεις, μτφρ. Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ. Άγρα








