Elements of neorealistic style in Los olvidados (1950) by Ioannis Tsirkas
The French New Wave as movement and style and the case of François Truffaut’s Tirez sur le pianiste (1960) by Andrei Lionachescu & Ioannis Tsirkas

Οι πάντες υπολογίζουν ―το αισθάνομαι― το βαθμό έντασης ενός πένθους. Όμως αδύνατον (γελοίες, αντιφατικές ενδείξεις) να μετρήσεις πόσο έχει πληγεί κανείς.
*
Στη φράση «Εκείνη δεν υποφέρει πια», σε τι και σε ποιον αναφέρεται το «εκείνη»; Τι θέλει να πει αυτός ο ενεστώτας;
*
Κατάπληκτος από την αφηρημένη φύση της απουσίας· που ωστόσο είναι καυτή, σπαρακτική. Εξ ου και κατανοώ καλύτερα την αφαίρεση: είναι απουσία και οδύνη, οδύνη της απουσίας― ίσως λοιπόν είναι αγάπη;
*
Υπάρχει μια εποχή που ο θάνατος είναι συμβάν, μια ad-venture και υπ’ αυτήν την ιδιότητα κινητοποιεί, ενδιαφέρει, τανύει, δραστηριοποιεί, παραλύει. Και μετά, μια μέρα, δεν είναι πια συμβάν, είναι μια άλλη διάρκεια, συμπαγής, ασήμαντη, μη αφηγήσιμη, μουντή, χωρίς ανάκληση: αληθινό πένθος, μη δεκτικό σε οποιαδήποτε αφηγηματική διαλεκτική.
*
Σε κάθε «στιγμή» της θλίψης, πιστεύω ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή για πρώτη φορά πραγματώνω το πένθος μου.
Που πάει να πει: ολικότητα της έντασης.
*
Όπως ο έρωτας, έτσι κι το πένθος πλήττει τον κόσμο και όσα ανήκουν σ’ αυτόν, με την εξωπραγματικότητα, τη φορτικότητά του. Αντιστέκομαι στον κόσμο, υποφέρω εξαιτίας όσων μου ζητάει, εξαιτίας της απαίτησής του. Ο κόσμος διογκώνει τη θλίψη μου, την ξηρότητά μου, τη σύγχυσή μου, τον εκνευρισμό μου κτλ. Ο κόσμος με καταθλίβει.
*
Να μην καταπιέζω το πένθος (τη θλίψη), (ηλίθια ιδέα του χρόνου που θα το καταργήσει) αλλά να το αλλάξω, να το μεταμορφώσω, να το κάνω να περάσει από μια κατάσταση στατική (στάση, πνιγμός, επαναληπτικές επανεμφανίσεις του ταυτόσημου) σε μια κατάσταση ρευστή.
*
Ολοκληρωτική παρουσία
απόλυτη
κανένα βάρος
η πυκνότητα, όχι το βάρος
Ρολάν Μπαρτ, από το Ημερολόγιο Πένθους, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη

'Ποτέ δεν έγδυσα, που λένε, καμιά με τα μάτια, όπως ποτέ, εκείνες τις ώρες, δεν ένιωσα σαρκικό πόθο. Σ’ αυτή την πυρετώδη κατάσταση στην οποία ένας άλλος θα είχε ίσως γράψει ποιήματα, κοιτάζοντας έντονα τα μάτια των γυναικών που συναντούσε, εγώ περίμενα πάντοτε σε απάντηση το ίδιο διεσταλμένο, τρομακτικό βλέμμα. Δεν πλησίαζα ποτέ τις γυναίκες που απαντούσαν με χαμόγελο, ξέροντας πως μόνο μια πόρνη ή μια παρθένα μπορούσε να απαντήσει με χαμόγελο σ’ ένα βλέμμα σαν το δικό μου. Σ’ εκείνες τις βραδινές ώρες, καμιά φανταστική γύμνια δεν θα μπορούσε να στεγνώσει το λαιμό και να τον κάνει άξαφνα να τρέμει όσο εκείνο το τρομακτικό, κακό γυναικείο βλέμμα, που έφτανε στο τέλος να γίνει ένα μαστιγωτικό βλέμμα δήμιου, ένα βλέμμα σαν επαφή γεννητικών οργάνων. Κι όταν αυτό το βλέμμα εμφανιζόταν –εμφανιζόταν αργά ή γρήγορα– γύριζα αμέσως, προλάβαινα τη γυναίκα που με είχε κοιτάξει και, ζυγώνοντάς την, έφερνα στο μαύρο μου γείσο ένα λευκό, γαντοφορεμένο χέρι. Φαινόταν πως με το βλέμμα αυτό όλα είχαν ειπωθεί, όλα είχαν γίνει κατανοητά και δεν υπήρχε σίγουρα πια τίποτε άλλο να πούμε. Με το βλέμμα που εκείνη η γυναίκα κι εγώ είχαμε ανταλλάξει, με τα μάτια του ενός μέσα στα μάτια του άλλου, ήταν σαν μια ώρα νωρίτερα να είχαμε σκοτώσει μαζί ένα παιδί.'
Μ. Άγκεεφ, Μυθιστόρημα με Κοκαίνη, μτφρ. Σαπφώ Διαμαντή, εκδ. Εξάντας

'Εκείνος απ’ την Αγορά άφησε τα τραγούδια να του γεμίσουν το μυαλό. Όταν βρέχει στην κοιλάδα του Ζερεκτέν οι αμέθυστοι είναι πιο σκοτεινοί στο Αγκέλμους. Το μάτι θέλει να κοιμηθεί, μα το κεφάλι δεν είναι στρώμα. Ήταν ένα τραγούδι. Αχ, αδερφέ μου, το μελάνι στο χαρτί είναι σαν τον καπνό στον αέρα. Υπάρχουν λέξεις για να πουν πόσο μεγάλη μπορεί να 'ναι μια νύχτα; Μεθυσμένος από αγάπη, περιπλανιέμαι στο σκοτάδι.'
Πολ Μπόουλς, Εκατό Καμήλες στην Αυλή, μτφρ. Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη, εκδ. Απόπειρα








