
Ποιὸς ξέρει τί εἶναι ἕνα κορμὶ
μία ψυχὴ
κι ὁ χῶρος ὅπου σμίγουν
καὶ πὼς καὶ τὸ κορμὶ φωτίζεται
κι ἡ ψυχὴ σκοτεινιάζει
ὡς νὰ βουλιάξουν σάρκα καὶ ψυχῆ
σ’ ἕναν μονάχα ἴσκιο.
―Ρώτημα―
* * *
Ὅλη τη νύχτα πάλευε μὲ τὴ νύχτα
μήτε ζωντανὸς μήτε νεκρὸς
στὰ τυφλὰ εἰσχωρώντας στὴν οὐσία του
ἀπὸ τὸ ἴδιο τοῦ τὸ εἶναι ξεχειλίζοντας.
―ΑΟΜ―
* * *
ΧΑΡΑΜΑ
Γρήγορα χέρια παγωμένα
Ξετυλίγουν ἕναν-ἕναν
Τοὺς ἐπιδέσμους τοῦ σκοταδιοῦ
Ἀνοίγω τὰ μάτια
Ἀκόμη
Εἶμαι ζωντανὸς
Στὸ κέντρο
Μίας πληγῆς ἀκόμη νωπῆς.
* * *
ΑΓΓΙΓΜΑ
Τὰ χέρια μου
Ἀνοίγουν τὰ παραπετάσματα τῆς ὕπαρξής σου
Σὲ ντύνουν μὲ μίαν ἄλλη γύμνια
Ἀνακαλύπτουν τὰ κορμιὰ τοῦ κορμιοῦ σου
Τὰ χέρια μου
Ἐπινοοῦν ἄλλο κορμὶ γιὰ τὸ κορμί σου.
* * *
TROWBRIDGE STREET, IV
Αὐτὴ ἡ ὥρα ἔχει τὸ σχῆμα μίας παύσης
Ἡ παύση ἔχει τὸ σχῆμα σου
Ἐσὺ ἔχεις τὸ σχῆμα μίας πηγῆς
ὄχι νεροῦ ἀλλὰ χρόνου
Στὴν κορφὴ τοῦ πίδακα τῆς πηγῆς
πηδοῦν τὰ κομμάτια μου
τὸ ὑπῆρξα ἢ τὸ εἶμαι ἢ τὸ δὲν εἶμαι ἀκόμη
Ἡ ζωή μου δὲν βαραίνει
Τὸ παρελθὸν ἐξασθενεῖ
τὸ μέλλον εἶναι λίγο νερὸ μὲς στὰ μάτια σου.
Οκτάβιο Πας, Ποιήματα, μτφρ. Μάγια-Μαρία Ρούσσου, εκδ. Ηριδανός
