προγραφές

Εξώφυλλο: Ηρόδοτος, Ιστορία 3: Θάλεια

'Ἄλλοι δὲ τῶν Ἰνδῶν πρὸς ἠῶ οἰκέοντες τούτων νομάδες εἰσί, κρεῶν ἐδεσταὶ ὠμῶν, καλέονται δὲ Παδαῖοι. Νομαίοισι δὲ τοιοισίδε λέγονται χρᾶσθαι. Ὅς ἂν κάμῃ τῶν ἀστῶν, ἤν τε γυνὴ ἤν τε ἀνήρ, τὸν μὲν ἄνδρα ἄνδρες οἱ μάλιστά οἱ ὁμιλέοντες κτείνουσι, φάμενοι αὐτὸν τηκόμενον τῇ νούσῳ τὰ κρέα σφίσι διαφθείρεσθαι· ὁ δὲ ἄπαρνός ἐστι μὴ μὲν νοσέειν, οἱ δὲ οὐ συγγινωσκόμενοι ἀποκτείναντες κατευωχέονται· ἣ δὲ ἂν γυνὴ κάμῃ, ὡσαύτως αἱ ἐπιχρεώμεναι μάλιστα γυναῖκες ταὐτὰ τοῖσι ἀνδράσι ποιεῦσι. Τὸν γὰρ δὴ ἐς γῆρας ἀπικόμενον θύσαντες κατευωχέονται. Ἐς δὲ τούτου λόγον οὐ πολλοί τινες αὐτῶν ἀπικνέονται· πρὸ γὰρ τοῦ τὸν ἐς νοῦσον πίπτοντα πάντα κτείνουσι.
Ἑτέρων δέ ἐστι Ἰνδῶν ὅδε ἄλλος τρόπος· οὔτε κτείνουσι οὐδὲν ἔμψυχον οὔτε τι σπείρουσι οὔτε οἰκίας νομίζουσι ἐκτῆσθαι ποιηφαγέουσί τε, καὶ αὐτοῖσι ἔστι ὅσον κέγχρος τὸ μέγαθος ἐν κάλυκι, αὐτόματον ἐκ τῆς γῆς γινόμενον, τὸ συλλέγοντες αὐτῇ τῇ κάλυκι ἕψουσί τε καὶ σιτέονται. Ὅς δ᾽ ἂν ἐς νοῦσον αὐτῶν πέσῃ, ἐλθὼν ἐς τὴν ἔρημον κεῖται· φροντίζει δὲ οὐδεὶς οὔτε ἀποθανόντος οὔτε κάμνοντος.'

*

'Μια άλλη φυλή, νομαδική, που ζει ακόμα πιο ανατολικά κι είναι γνωστή με το όνομα Παδαίοι, τρέφεται με ωμό κρέας. Ανάμεσα στις συνήθειές τους, λέγεται πως, όταν αρρωσταίνει κάποιος είτε είναι άνδρας είτε γυναίκα, τον άνδρα, οι πιο κοντινοί του σύντροφοι τον σκοτώνουν, γιατί, όπως ισχυρίζονται, το κρέας θα χαλάσει, αν το αφήσουν να καταστραφεί από αρρώστια. Ο άρρωστος, από τη μεριά του, ισχυρίζεται ότι δεν έχει τίποτα -αλλά μάταια. Οι φίλοι του αρνιούνται ν' ακούσουν τις διαμαρτυρίες του, τον σκοτώνουν και κάνουν συμπόσιο. Αν ο ασθενής είναι γυναίκα, οι φίλες της τη μεταχειρίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Αν κάποιος είναι αρκετά τυχερός ώστε να ζήσει μέχρι τα γεράματά του -πράγμα σπάνιο, γιατί οι περισσότεροι προσβάλλονται από κάποια ασθένεια πριν γεράσουν και φονεύονται από τους φίλους τους- προσφέρεται ως θυσία πριν το συμπόσιο.
Υπάρχει μια άλλη φυλή που συμπεριφέρεται εντελώς διαφορετικά. Αυτοί δεν σκοτώνουν κανένα πλάσμα· δεν καλλιεργούν σπόρους, δεν έχουν σπίτια και είναι αποκλειστικά χορτοφάγοι. Υπάρχει ένα άγριο φυτό που μεγαλώνει στην περιοχή τους και κάνει σπόρους μέσα σε φλοιό, στο μέγεθος περίπου του κεχριού· αυτούς τους σπόρους μαζεύουν, τους βράζουν και τους τρώνε, μαζί με τη φλούδα. Σ' αυτή τη φυλή, όποιος αρρωστήσει αφήνει τους φίλους του και πηγαίνει σε μια ερημική τοποθεσία να πεθάνει γιατί κανείς δε νοιάζεται για την ασθένεια ούτε για τον θάνατό του.'

Ηρόδοτος, Ιστορία 3: Θάλεια, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

'Για ποιον λόγο η φιλοσοφική σκέψη πάνω στη σεξουαλικότητα, στις ελάχιστες περιπτώσεις που έχει υπάρξει, μοιάζει να σημαδεύεται από έναν τόσο ριζικό πεσιμισμό; Τρόμος ενώπιον εκείνου του κομματιού μας που είναι σώμα και κατά συνέπεια θάνατος; Διαμαρτυρία του ατόμου μπροστά σε ό,τι το περιορίζει και το υποτάσσει βιολογικά στην υπηρεσία του είδους; Συχνά υποψιάζομαι πως υπάρχει κάτι παραπάνω. Σε μία από τις βαθύτερες ενοράσεις του ο Cioran έχει δηλώσει: «Η μεγάλη, η μοναδική πρωτοτυπία του έρωτα έγκειται στο ότι καθιστά την ευτυχία αδιαχώριστη από τη δυστυχία». Και ίσως η μεγάλη, η μοναδική πρωτοτυπία της φιλοσοφίας από τα βάθη των αιώνων είναι ότι αρνείται να δεχθεί πως ευτυχία και δυστυχία οφείλουν, όταν δεν υπάρχει άλλη λύση, να συνυπάρχουν.'

 

Φερνάντο Σαβατέρ, ‘Η Γέννηση του Γενετήσιου Πεσιμισμού’

*

'Το αιδοίο, και ειδικά το τριχωτό, εμφανιζόμενο στο παιδί σαν αντικείμενο μιας τρομακτικής αποκάλυψης, έχει το κεφάλι της Μέδουσας, τη δύναμη να απολιθώνει τους άνδρες όταν το αντικρίζουν: εκείνο που αργότερα βρίσκει ένα είδος αποκατάστασης όταν η Παλλάδα Αθηνά το τοποθετεί στο στήθος της, σχηματίζοντας μέρος της αιγίδας, του εξοπλισμού αυτής της πολεμίστριας παρθένας, της τέλειας κόρης του Διά που είναι η Παλλάδα Αθηνά. Στην πραγματικότητα, όλα τούτα αποτελούν ένα πολύπλοκο και σημαντικό συμβολισμό από τον οποίον δεν θα αντλήσω παρά μόνο λίγες περιορισμένες σημασίες. Προφανώς, η θέα του τριχωτού αιδοίου, και ειδικά εκείνου της μητέρας, είναι για το παιδί τραυματική, είναι βαθιά τρομακτική, είτε το εξομολογείται είτε όχι (και ανεξαρτήτως του πόσο πρώιμα ή όψιμα έρχεται αυτή η απώθηση), κατ’ αρχάς επειδή η γυναίκα, το άλλο φύλο, είναι πάνω απ’ όλα η γυμνή, στερημένη από τρίχωμα, η πιο απομακρυσμένη από τη ζωική καταγωγή κατά την κοινή αντίληψη λόγω αυτής ακριβώς της έλλειψης, μακρύτερα προχωρημένη στη διαδικασία διαφοροποίησης από το ζώο εν συγκρίσει προς τους άνδρες, το αρσενικό φύλο, στον βαθμό που στερείται αυτό το αρχαϊκό χαρακτηριστικό – έχοντας χάσει πολύ περισσότερο προστατευτικό τρίχωμα, όπως λέγεται. Γι’ αυτό και η θέα του τριχωτού αιδοίου είναι η εμφάνιση του τριχώματος του ζώου, αλλά σ’ εκείνη ακριβώς την περίπτωση –την περίπτωση της θηλυκής γυμνότητας– που θεωρούμε ως την πιο προωθημένα ανθρώπινη.'

 

Αγουστίν Γκαρθία Κάλβο, ‘Τα Δύο Φύλα και το Σεξ: Λόγοι Περί του Ανορθολογικού’

*

'Αυτό το σώμα που ο κάθε πόρος του απεκκρίνει τόσες ουσίες όσες χρειάζεται για να μολύνει τον χώρο, δεν είναι παρά ένας σωρός σκουπιδιών, διαδρομή ενός αίματος πολύ πιο ταπεινού, ένας όγκος που παραμορφώνει τη γεωμετρία του πλανήτη. Κανείς δεν με πλησιάζει χωρίς να μου αποκαλύψει το βαθμό της σήψης του, την πελιδνή μοίρα που του στήνει ενέδρα. Κάθε αίσθηση είναι πένθιμη, κάθε απόλαυση νεκρική.'

 

Έκτορ Σουμπιράτς, ‘Από τη Θέση του Άλλου’

*

'Από τη γαλλική επανάσταση μέχρι σήμερα οι στοχαστές δεν έχουν πάψει να ενδιαφέρονται για τη λογική της επιθυμίας και για την επιθυμία του συλλογισμού. Η καντιανή κριτική έχει εκλάβει ως δεδομένη τη χρεωκοπία του αφελούς ορθολογισμού, όμως ποτέ όπως στην εποχή του μοντερνισμού –που μοιάζει να καταρρέει μπροστά στα μάτια μας– η ικανότητα του συλλογισμού δεν υπήρξε ποτέ τόσο ακραία κατακεραματισμένη: από την Κριτική του καθαρού λόγου και τη χουσερλιανή φαινομενολογία, περνώντας από την ερμηνευτική της υποψίας και μέχρι τη Σχολή της Φρανκφούρτης και την κριτική της του εργαλειακού λόγου, οι σύγχρονοι στοχαστές δεν έχουν πάει να περιστρέφονται γύρω από τα όρια της γνώσης, τις μορφές γνώσης, τα κριτήρια της αλήθειας, τις σχέσεις ανάμεσα στη νόηση και την εμπειρία. Στη μετά τον μοντερνισμό περίοδο που ακολουθεί, ο χώρος και ο χρόνος φαίνονται αποσαθρωμένοι, οι νομαδικές δυνάμεις και η οικονομία της λίμπιντο υπερέχουν της επιστημονικής πειθαρχίας και της ηθικής, οι αραίσεις και ο ανορθολογισμός αντιτίθεται σ’ έναν εκκοσμικευμένο ορθολογισμό και το τέλος της ιστορίας αντικαθιστά την πίστη στην πρόοδο. Το άτομο υπερέχει της κοινωνίας, τα αισθήματα της νόησης, η εμφάνεια του βάθους, το αντίγραφο του πρωτότυπου, ο παθιασμένος σκεπτικισμός του άγρυπνου ορθολογισμού.'

 

Φερνάντο Αλβάρεζ-Ουρία, ‘Λόγος και Πάθος. Το Σεξουαλικού Ασυνείδητο του Σύγχρονου Ορθολογισμού’

*

'Ο αγώνας ανάμεσα στους εραστές δραματοποιεί τη σύγκρουση μεταξύ του να γίνουμε διαπερατοί και ν’ αντισταθούμε στο καταστροφικό πάθος, μεταξύ της ταυτότητας και της ετερότητας, μεταξύ του βλέμματος που μας ανοίγει κι εκείνου που μας εγκιβωτίζει. Όπως ο ηθοποιός που ερμηνεύει έναν ρόλο και ταυτόχρονα ακούει και βλέπει τον εαυτό του να ερμηνεύει· όπως ο μουσικός που απορροφάται από την εκτέλεσή του αλλά δεν χάνει τη συνείδηση του εαυτού του, του περιβάλλοντος χώρου και των οδηγιών που δίνει ο διευθυντής της ορχήστρας, καθένας μας εισέρχεται στην πορεία μιας πράξης ή μίας σχέσης και ταυτόχρονα, σαν να στέκεται σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, ελέγχει τη συμπεριφορά του, την επίδραση που έχει στους άλλους κ.λπ. τοποθετούμενος έτσι σε μια ενδιάμεση περιοχή ανάμεσα στο συναίσθημα και την κριτική νόηση όπου οι δύο στάσεις εναρμονίζονται μεταξύ τους. Μπορούμε να αιχμαλωτίσουμε στη σαγήνη του άλλου ενώ την ίδια στιγμή η γρηγορούσα συνείδηση μας επιτρέπει να ανακτήσουμε την ελευθερία της απόστασης και να χαράξουμε τη στρατηγική μας. (Η κοινή ορθολογικότητα καταστρέφει τον εξαιρετικό κόσμο που δημιουργεί η ερωτική σχέση και οι εραστές μεταμορφώνονται σε ταυτότητες διακριτές, πασίγνωστες και ως εκ τούτου αμετάβλητες –όπως στην πραγματικότητα συμβαίνει μέσα στην οικογένεια– όταν χάνουν την ικανότητα να εναρμονίζουν μεταξύ τους τις συμπεριφορές και, κυκλοφορώντας διαμέσου τους, την ικανότητα να εισχωρούν ο ένας στο όνειρο του άλλου.)'

 

Κριστίνα Πένα-Μαρίν, ‘Περί Έρωτος και Διαταράξεων της Ταυτότητας’

*

'Αν για την αποπλάνηση έχει ειπωθεί ότι είναι μια στρατηγική που ορίζει η ίδια τον αποπλανητή (ή αποπλανήτρια) και τον αποπλανούμενο (ή αποπλανούμενη) και όχι το αντίθετο, μπορούμε επίσης να βεβαιώσουμε ότι κάθε στρατηγική επικοινωνίας και χειραγωγικής δράσης (πολεμικού είτε συμβολαιϊκού τύπου) κατασκευάζει η ίδια της προϋποθέσεις μετάδοσης και αποδοχής των μηνυμάτων τα οποία είναι, κατά κάποιον τρόπο, τα αποτελέσματα και όχι κάτι εκ των προτέρων καθορισμένο από την αλληλόδραση.
Από τη στιγμή που δεχόμαστε ότι κάθε πράξη και επικοινωνία είναι προϊόν στρατηγημάτων, παιχνιδιών, προσποιήσεων κ.λπ. και ότι τα υποκείμενα της επικοινωνίας δεν είναι απλά σημεία εκπομπής και πρόσληψης, η σημασία της στρατηγικής των απατηλών εμφανειών –αν δεχθούμε να ορίσουμε έτσι την αποπλάνηση– είναι κεφαλαιώδης.
Χωρίς κανόνες δεν υπάρχει επικοινωνία, και αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί σε μιαν απλή ενέργεια ενέργεια μεταβίβασης της γνώσης.
Η προσοχή που δίνουμε στον άλλον, η χρήση ενός πιστωτικού συμβολαίου, η αμοιβαιότητα των προοπτικών, οι αρχές της συνεργασίας, ο προσδιορισμός ενός πλαισίου αναφοράς, απαιτούν μια συνεχή ανταλλαγή ρόλων. Τα υποκείμενα μπορούν να προσδιοριστούν, επομένως, μόνον από τη θέση που κατέχουν μέσα στην αλληλόδραση.'

 

Χόρχε Λοζάνο, ‘Σχήματα Αποπλάνησης’

από το Φιλοσοφία και Σεξουαλικότητα, μτφρ. Μαρία Καλφούντζου, εκδ. Οξύ

Εξώφυλλο: Σοφοκλής, Τραχίνιαι

'ἀλλ’ ἐπὶ πῆμα καὶ χαρὰ
πᾶσικυκλοῦσιν, οἷον Ἄρ-
κτου στροφάδες κέλευθοι.

Μένει γὰρ οὔτ’ αἰόλα
νὺξ βροτοῖσιν οὔτε Κῆρες οὔτε πλούτος,
ἀλλ’ ἄφαρ βέβακε, τῷ δ’ ἐπέρχεται
χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι.'

* * *

'Αλλά πόνος και χαρά
κυκλικά γυρίζουν
τ’ άστρα του Βοριά σε κύκλους.

Γιατί όπως στους ανθρώπους
μήτε η μαύρη νύχτα μένει,
μήτε συμφορές ή πλούτη,
μόνο χάνονται γοργά,
πίκρα και χαρά έτσι σ’ όλους
στρέφουν, έρχονται και φεύγουν.'

Σοφοκλής, Τραχίνιαι, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

Εξώφυλλο: Δούκας Καπάνταης, Η Αυτοκράτειρα: Το Χρονικό της Νέας Γης

'Η μια διήγηση πιο επώδυνη από την άλλη. Λέω τη μία, προκειμένου να αναβάλω την εκάστοτε επόμενη. Και υπάρχει πάντα μια τέτοια. Τόσο συνεπές είναι αυτό το μοτίβο, που με κάνει να αναρωτιέμαι, αν θα προλάβω πριν την εκτέλεσή μου, αν θα προλάβω, κύριοι, να μιλήσω γι’ αυτό που θα έπρεπε να μιλώ από την αρχή. Και δεν εννοώ -μη φανταστείτε κάτι τέτοιο, κύριοι- πως φοβάμαι ότι η αγχόνη θα με προλάβει και δεν θα μπορέσω να καταθέσω το τάχα μόνο, το δήθεν ένα πλέον σημαντικό στοιχείο της θλιβερής ζωής μου· το στοιχείο που θα κατέθετα κύριοι, εάν, ας πούμε, η εκτέλεσίς μου ανεβάλλετο για μία ώρα, ή για μία ημέρα, ή για μία εβδομάδα, ή για έναν αιώνα... Εννοώ, κύριοι, ότι αυτός ο εγκολπισμός των διηγήσεων, της μιας μέσα στην άλλη, και στην άλλη, και στην άλλη, προκειμένου να μην αναχθεί κανείς ποτέ στην πλέον σημαντική, στην μία διήγηση, είναι ίσως το μοτίβο που λανθάνει πίσω από κάθε ιστορία. Πως κάθε ιστορία δεν είναι παρά μια ιστορία που λέγεται, προκειμένου να μη λεχθεί κάποια άλλη, πιο αληθινή εκείνη, και πιο επώδυνη. Τόσο με προβληματίζει αυτό, κύριοι, που αναρωτιέμαι μήπως τελικά κάθε δημιουργία, δεν υπακούει σ’ αυτό ακριβώς το μοτίβο. Κάνω κάτι, προκειμένου να μην κάνω κάτι άλλο, πιο σημαντικό, πιο αληθινό και πιο επώδυνο. Και λέω, προχωρώντας τη σκέψη μου ένα βήμα παραπάνω, μήπως, άραγε, και ο Θεός ο ίδιος, κύριοι, μήπως και ο Θεός ο ίδιος, μήπως και η ίδια η δική Του δημιουργία, κύριοι, η διαρκής και ατελεύτητη δημιουργία Του, μήπως δεν είναι..., μήπως δεν είναι και αυτή παρά μία υπεκφυγή, μια διαρκής και και ατελεύτητη υπεκφυγή· κάτι (υποδεέστερο) που γίνεται προκειμένου να μη γίνει (ή καλύτερα προκειμένου να αναβληθεί) κάτι υπέρτερο, πιο δύσκολο, και πιο επίπονο στη γέννησή του. Κάτι πιο αληθινό, αλλά πιο απάνθρωπο και πιο σκληρό, κάτι που φανερώνει την ίδια την πραγματική Του φύση, για την οποία (μήπως λέω, κύριοι, μήπως) κι αυτός ο ίδιος να ντρέπεται λιγάκι.'

Δούκας Καπάνταης, Η Αυτοκράτειρα: Το Χρονικό της Νέας Γης, εκδ. Νεφέλη

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑